andré-breton-1930

Ξέρω πως όσο ζω πάντα θα υπάρχει ένα νησί μακριά
Andre Breton

28 Σεμπτεμβρίου 1966: Φεύγει στα εβδομήντα του χρόνια, ο χρυσοθήρας στου “καιρού το χρυσάφι”, ο συλλέκτης μιας αιωρούμενης στην ατμόσφαιρα της avant garde, -στην ατμόσφαιρα της, μα πολύ πιο πέρα αυτής-, μορφή έκφρασης. O ποιητής, ο δοκιμιογράφος, ο πεζογράφος, ο επαναστάτης, μα πάνω απ’ όλα, ο θεωρητικός κι εκφραστής του υπερρεαλιστικού κινήματος, ο Andre Breton.

Πολλά έχουν γραφτεί κι έχουν ειπωθεί -καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα- για τον Breton, αλλά το ποιός ήταν πραγματικά ο Breton, μόνο στο έργο του μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι όπως θα γράψει στο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα αριστούργημά του “NADJA”: “ Όσο για μένα, θα συνεχίσω να κατοικώ στη γυάλινή μου κατοικία, όπου μπόρει να με δεί κάθε ώρα όποιος με επισκέπτεται, όπου ό,τι κρεμιέται απ’ τα ταβάνια και στους τοίχους στέκεται ως δια μαγείας, όπου ξεκουράζομαι τη νύχτα πάνω σ’ ένα κρεβάτι γυάλινο με γυάλινα σεντόνια, όπου αυτός που είμαι θα φαντάζω στα μάτια μου πως είμαι χαραγμένος με διαμάντι”(1). Κι έτσι ακριβώς έζησε ο Andre Breton, μες στη γυάλινη καθαρότητα της υποκειμενοποίησης της αντικειμενικότητας και της αντικειμενοποίησης της υποκειμενικότητας, μες στις αντιφάσεις και τις αναθεωρήσεις του, τις διενέξεις και τα βίαια ξεσπάσματά του, μα πάνω απ’ όλα έζησε στην αναζήτηση, στην αναζήτηση του θαυμαστού και του μεγαλειώδους.

“Η έρημος είναι ψεύτικη. Οι σκιές που σκάβω κάνουν τα χρώματα να εμφανίζονται σαν τόσα πολλά άχρηστα μυστικά” (2) θα γράψει μαζί με τον Eluard στην “ΑΜΩΜΟΣ ΣΥΛΛΗΨΙΣ”, ένα πειραματικό έργο τ’ οποίο εκθέτει το “λανθάνον περιεχόμενο” του υπερρεαλιστικού ονείρου. Η προσπάθεια του Breton να δώσει γλώσσα και λόγο στο παράλογο, θα είναι συνεχής και αδιάλειπτη. Θα ζητήσει από τον κάθε φυσιολογικό άνθρωπο, να πάρει στα χέρια το passe-partout για τους καταδικασμένους χώρους του ανθρώπινου νου, τους χώρους δηλαδή στους οποίους ριζωμένη βρίσκεται η αντισυμβατική παιδικότητα μιας ακαθόριστης προσομοίωσής μας, ένα alter ego εντός του καθενός το “εγώ”, ξεχωριστά. Η αντανάκλασή μας μες στον καθρέφτη του ασύνειδου παράγοντα, το είδωλο που ζώντας απελευθερωμένο από τα δικά μας δεσμά, κάνει τις ίδιες με μας κινήσεις, την ίδια με μας στιγμή, μόνο που σαν γνήσιο είδωλο καθρέφτη, τις κάνει απ’ την ανάποδη-μπαίνεις εσύ φυλακή; Απελευθερώνεται εκείνο. “Ποιός μηχανισμός συναγερμού θα λειτουργήσει ποτέ για να κάνει ν’ ακουστεί η φωνή του παραλόγου, αν μιλώ τη γλώσσα που μου ‘χουν μάθει, και να υποστηρίξει ότι το αύριο θα είναι άλλο, ότι είναι μυστηριωδώς, τελείως αποκομμένο από το χθές;” (3) θα αναρωτηθεί στο βιβλίο του “Ο ΤΡΕΛΟΣ ΕΡΩΣ”.

Είναι ευρέως γνωστό πως τον καιρό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Breton υπηρέτησε σε ψυχιατρική κλινική ως δόκιμος σπουδαστής της ψυχιατρικής, κι εκεί ήταν που μπόρεσε να παρατηρήσει την άλογη ομιλία των ψυχικά ασθενών, κάτι που σε συνδυασμό με τις αναλύσεις του Freud για την σημασία των ονείρων και την ποίηση του Lautreamont, θα τον βοηθούσαν να συλλάβει αυτό που μια ζωή σα σκιά τον ακολουθούσε, σα σκιά το έσκαβε, κι εν τέλει, απ’ τη σκιά ξέθαψε το υπερρεαλιστικό φως. Στη διάλεξή του στις Βρυξέλλες την 1η Ιουνίου του ‘34, με τίτλο “ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ;”, θα τονίσει πως: “Από το 1930 μέχρι σήμερα, η ιστορία του σουρεαλισμού είναι μια ιστορία επιτυχημένων προσπαθειών για την επιστροφή του γίγνεσθαι, με την αφαίρεση απ’ αυτόν κάθε ίχνους πολιτικού ή καλλιτεχνικού καιροσκοπισμού” (4). Στην ακριβή οριοθέτηση του γίγνεσθαι, έγκειται και το υπερρεαλιστικό φως. Αυτός είναι ο στόχος κι η επιταγή του υπερρεαλιστικού κινήματος κι εδώ δεν χωρά ουδεμία οπορτουνίστικη διάθεση και προδιάθεση. Όχι δηλαδή πως χωρά πουθενά ο οπορτουνισμός, αλλά ειδικά στην πολεμική πρακτική μας για την υπεράσπιση του γίγνεσθαι, οφείλουμε να είμαστε ακλόνητοι στις θέσεις μας. Το γίγνεσθαι λοιπόν, μακριά από νομενκλατούρες κι από ένα ευ ζην που επικίνδυνα ακροβατεί στο κενό. Η αναζήτηση του γίγνεσθαι, δε μπορεί παρά να είναι η ταυτόχρονη αναζήτηση του πνεύματος μη αποκομμένο από την ύλη. Ο ιδεαλισμός θα συναντήσει στο πρόσωπο του Breton τον ιστορικό υλισμό.

Ο Marx, συναντά τον Hegel και τον Nietzche. “Ο σουρρεαλισμός δεν είναι κανένα καινούργιο ή ευκολότερο μέσο έκφρασης, ούτε κάποια μεταφυσική της ποίησης. Είναι ένα μέσο για την ολοκληρωτική απελευθέρωση του πνεύματος και όλων όσων του μοιάζουν”, (5) θα γράψει στο πρώτο μανιφέστο του υπερρεαλισμού, με τόνο που δεν χωρά παρερμηνείες. Αυτό όμως, δε θα απαγορεύσει στον Breton ν’ αντιληφθεί πολύ γρήγορα, πως όσον αφορά στην επανάσταση του προλεταριάτου (εργατικής τάξης), προείχε η εξασφάλιση του αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου των εργατών και του καθενός μέλους σ’ αυτό που ονομάζεται προλεταριάτο και πως η αναζήτηση του πνεύματος, για να φτάσει ν’ απασχολήσει τον εργάτη, μόνο μετά την επικράτηση της προλεταριακής επανάστασης θα μπορούσε να επιτευχθεί. Αυτό ακριβώς το σκεπτικό σε συνδυασμό με το ν’ αποκτήσει μια πολιτική χροιά κι υπόσταση ο υπερρεαλισμός, ήταν που έσπρωξε τον Breton και κάποιους από τους συντρόφους του, να ενταχθούν στο μόνο κόμμα που στη δεδομένη ιστορική συγκυρία στην οποία έζησε κι έδρασε ο Breton, έμοιαζε να μπορεί ν’ αφουγκραστεί τις επαναστατικές διαθέσεις τους, δηλαδή, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτή του η επιλογή βέβαια, έφερε μια σύγκρουση που σύντομα μετατράπηκε σε σχίσμα στους κόλπους των υπερρεαλιστών, με αποτέλεσμα τη διαγραφή από το κίνημα σπουδαίων δημιουργών του. Κι ο Breton όμως, σύντομα θα αναθεωρήσει την άποψη περί προσεγγίσεως με το Κομμουνιστικό Κόμμα, όταν του ζητήθηκε να εγκαταλείψει τις υπερρεαλιστικές του δραστηριότητες οι οποίες -κατ’ εκείνους- δεν ήταν συμβατές με τον τρόπο με τον οποίο το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιμετώπιζε τόσο το θέμα επανάσταση, όσο και το θέμα τέχνη. Αυτό φυσικά ήταν κάτι το οποίο δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει ποτέ αποδεκτό από τον Breton και φάνταζε το λιγότερο ιλαρό στον νου του εν αντιθέσει, -όπως αποδείχτηκε μετέπειτα-, με τους δύο φίλους και συντρόφους του, Aragon-Eluard. Παρόλα αυτά, με την επιμονή και την προσήλωση του Breton στο ιδανικό της επανάστασης και την ανατροπή του δεδομένου, ο υπερρεαλισμός, κατάφερε να μετουσιωθεί σε πολιτικό κίνημα κι αυτή ακριβώς είναι η διαφοροποίηση του μ’ άλλα καλλιτεχνικά πρωτοποριακά ρεύματα κι αυτός είναι και ο λόγος που σε πείσμα των πολλών ληξιαρχικών πράξεων θανάτου του, αυτός συνεχίζει να ζει και να εμπνέει.

Ο επαναστάτης, ο ποιητής, ο προφήτης…

O Breton, δε θα μπορούσε ποτέ να σταθεί δίπλα στον εργάτη λιβανίζοντας πως η παραγωγική διαδικασία είναι αυτή που απελευθερώνει είτε περάσει στα χέρια της εργατικής τάξης, είτε παραμείνει στα χέρια των οικονομικών trust. Kαι πάλι από την “NADJA” διαβάζουμε τα εξής: “Είμαι υποχρεωμένος να δεχθώ την ιδέα της εργασίας σαν υλική αναγκαιότητα, απ’ αυτή την άποψη είμαι ένθερμος υποστηρικτής του καλύτερου, του δικαιότερου καταμερισμού της. Αν υποθέσουμε ότι οι άχαρες υποχρεώσεις της ζωής μου το επιβάλλουν, έστω, αν όμως μου ζητήσουν να πιστέψω στην εργασία, να δείξω σεβασμό για τη δική μου ή των άλλων, ποτέ. Προτιμώ, ακόμα μια φορά, να περπατώ μέσα στη νύχτα, παρά να πιστέψω πως είμαι αυτός που περπατάει στο φως. Δεν ωφελεί σε τίποτα να ‘σαι ζωντανός, την ώρα που δουλεύεις”.

Εργασία=μισθωτή σκλαβιά. Μια κοινωνία εξελιγμένων σκλάβων σε μια εικόνα ψηφιδωτού υπερκαταναλωτισμού. Μια κοινωνία εξελιγμένων σκλάβων που διοχετεύει την όποια ενεργητικότητά της προς χάριν ενός κίβδηλου φωτός και τρομάζει στην ιδέα μιας αληθινής νύχτας, γιατί, την έμαθαν να φοβάται τους βρικόλακες του μύθου και να μην μπορεί να διακρίνει του βρικόλακες της άμεσης πραγματικότητάς της. Ο άκρατος υλισμός κι ο υπερκαταναλωτισμός, τα τυράκια στη φάκα για μια εργατική τάξη που ούτε στο ελάχιστο μπορεί να γευτεί τ’ όποιο καλό έχουν αυτά να της προσφέρουν όσο αίμα και ιδρώτα και να προσφέρει στο μολώχ του μεγαλοϊδεατού κερδοσκοπισμού των μπουρζουάδων. Πόσο πιο επίκαιρος θα μπορούσε να ‘ταν ο Breton μετά από αυτές τις γραμμές οι οποίες γράφτηκαν σχεδόν έναν αιώνα πριν;

Στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ενός βιβλίου-ύμνου, στο αντικειμενικό τυχαίο, είναι που συναντώνται οι τρείς απ’ τις πολλές οντότητες στο πολυδιάστατο “είναι” του Breton. Ο επαναστάτης συναντά τον ποιητή, κι οι δύο μαζί, καθοδηγούμενοι από τον λεκτικό χάρτη του Arthur Rimbaud, (ο ποιητής πρέπει να είναι προφήτης), τον προφήτη. Το τι ήταν η επανάσταση για τον Breton, πάνω-κάτω το ανέφερα ήδη. Το τι ήταν η ποίηση γι’ αυτόν, μας το διευκρινίζει αναφερόμενος στην πρώτη του συνάντηση με τον Ρaul Vallery, λέγοντάς, ποιά απάντηση έδωσε στον μεγάλο Γάλλο ποιητή, όταν τον ρώτησε για ποιόν λόγο ήθελε να αφιερωθεί στην ποίηση: “Η μόνη μου επιθυμία, του είπα, είναι να δώσω (στον εαυτό μου;) καταστάσεις ισοδύναμες με εκείνες που μου προκάλεσαν ορισμένα ποιητικά ρεύματα”(6).

Θα πρέπει να σταθούμε στο ερωτηματικό που ο Breton βάζει δίπλα στις λέξεις εαυτό μου. Δείχνει με αυτή του την απορία, πόσο καλά γνωρίζει ότι η ποίηση ξεκινά ως μια εσώτερη ανάγκη να εκφραστεί ο εσώτερος κόσμος του δημιουργού, μα ταυτόχρονα γνωρίζει πως ο ίδιος, σαν γόνιμο χωράφι, έχει γονιμοποιήσει και χαρίσει τους άφθαρτους καρπούς του στον εξώτερο κόσμο, κάτι τ’ οποίο καταδεικνύει πως Breton, ανήκε στα μεγάλα αυτά πνεύματα-καταλύτες της παγκόσμιας ποίησης, (πόσο τυχαία θεωρείτε την αναφορά του Ελύτη στο Breton ως ένας από τους τρείς προσωπικούς του σοφούς;). Στη γνώση και την αυτογνωσία αυτή του Breton, ελλόχευαν πάντα οι κίνδυνοι να μετουσιωθούν σε ρεμβισιονιστικές τάσεις, σε σατραπισμό μιας κι αδιαμφισβήτητα είχε την πρωτοκαθεδρία -δεν γινόταν κι αλλιώς-, εντός του υπερρεαλιστικού κινήματος, κάτι που θα έπρεπε ν’ αποφεύγει στην κάθε ώρα και στην κάθε στιγμή της γεμάτης από πνευματικές προκλήσεις και ηδονές, ζωής του.

Εδώ, στο σημείο αυτό, θα αναφερθώ σ’ αυτούς τους κυρίους κατασκευαστές πλαισίων που αρέσκονται στο να δίνουν τίτλους μιας κάποιας “τιμής” η οποία, υποτίθεται, εκφράζει την μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη στον οποίο αναφέρονται, ενώ στην πραγματικότητα, απλώς και μόνο, κάνουν επίδειξη γνώσεων και στο τέλος αυτή καταντά ένας επαίσχυντος μιμητισμός. Μιλάω βέβαια για όλους αυτούς τους θεωρητικούς και καθηγητάδες της τέχνης, που στην περίπτωση του Breton, όταν τον ονομάτισαν “πατέρα του υπερρεαλισμού”, όχι μόνο δεν του προσέδωσαν τίτλο τιμής, μα έκαναν κι επίδειξη της αμάθειάς τους. Αποκαλώντας κάποιος τον Breton έτσι, μ’ αυτόν τον επιθετικό προσδιορισμό, αγνοεί παντελώς και τον χαρακτήρα του και το ότι ο υπερρεαλισμός, προϋπήρχε αυτού και πως αυτός, απλά συνέλλεξε τα διασκορπισμένα του κομμάτια και τα ένωσε δίνοντάς τους λόγο-μορφή-οντότητα, όπως ακριβώς κάνει ένα παιδί σε κομμάτια πλαστελίνης (χωρίς τον λόγο φυσικά).

Στο τελευταίο κεφάλαιο της βιογραφίας του Breton που έγραψε ο Αλεξαντριάν, και πιο συγκεκριμένα, στο τελευταίο κεφάλαιο με τον εύστροφο τίτλο “ο αντιπατέρας”, διαβάζουμε τα εξής: “ Όταν μιλούν για τον Andre Breton, αναφέρονται πρώτα από όλα στον ιδρυτή του υπερρεαλισμού, στον άνθρωπο που εμφύσησε τις αυστηρές αρχές του σε μια κοινότητα από ποιητές και καλλιτέχνες. Όσο δικαιολογημένη κι αν είναι μια τέτοια κρίση, κινδυνεύει να μας παρασύρει σε ανακρίβειες για τον άνθρωπο και το έργο του. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξομοιώνουμε τον υπερρεαλισμό με μια λογοτεχνική σχολή -ενώ υπάρχει ένα ποιητικό κόμμα- και τον Breton μ’ έναν απλό πρωτοποριακό αρχηγό -ενώ αντιπροσωπεύει τον τύπο του συγγραφέα που αναζητούν, και σπάνια βρίσκουν, οι νεαροί επαναστατημένοι διανοούμενοι: τον αντιπατέρα”.


Επίμετρο:

28 Σεμπτεμβρίου 2016: Πενήντα χρόνια μετά το “αντίο” του Breton προς ημάς, το σπέρμα που εκείνος εμφύτευσε στη μήτρα της τέχνης και της πολιτική σκέψης διαμέσου της ανορθόδοξης ορθότητας, ο υπερρεαλισμός, συνεχίζει να λειτουργεί ως ένας ζωντανός και μεταβαλλόμενος, οργανισμός. Από την Ελλάδα έως την Κύπρο, από την Τσεχία έως την Μ. Βρετανία -και φυσικά την Γαλλία-,από την Λατινική Αμερική έως τις Η.Π.Α., καλλιτέχνες, ανήσυχα πνεύματα, πατούν πάνω στα δικά του χνάρια. Όσο για τους επικριτές του υπερρεαλισμού, καθώς και τους ληξιαρχικούς υπαλλήλους -ταριχευτές- του αόρατου πτώματός του, που δηλώνουν με στόμφο, πως δεν υφίσταται η αναγκαιότητα μιας υπερπραγματικότητας, ή αυτή δεν μπορεί να υφίσταται απ’ την στιγμή που ο Breton δεν είναι εδώ, η τελευταία κουβέντα δε μπορεί παρά ν’ ανήκει και πάλι σε ‘κείνον: “Πιστεύω στη μελλοντική συγχώνευση αυτών των δυο φαινομενικά αντιφατικών καταστάσεων, του ονείρου και της πραγματικότητας, σ’ ένα είδος υπερπραγματικότητας, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι. Περιμένω τον ερχομό της, βέβαιος ότι ποτέ δεν θα τη ζήσω αλλά πολύ αδιάφορος για το θάνατό μου ώστε να μη δοκιμάσω, τουλάχιστον σε ελάχιστο βαθμό τις χαρές μιας τέτοιας κατάκτησης”. (7)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

(1) Από το βιβλίο NADJA/ΝΑΝΤΙΑ, μτφρ-Στ. Ν. Κουμανούδη, εκδ. ΥΨΙΛΟΝ
(2) Από το βιβλίο ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, μτφρ-Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδ. Ε. ΤΥΠΟΣ
(3) Από το βιβλίο Ο ΤΡΕΛΟΣ ΕΡΩΣ, μτφρ-Στ. Ν. Κουμανούδη, εκδ. ΥΨΙΛΟΝ
(4) Από το βιβλίο ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, μτφρ-Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδ. Ε. ΤΥΠΟΣ
(5) Από το βιβλίο ΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ, μτφρ-Ελένη Μοσχονά, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ
(6) Από το βιβλίο ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΑΝ-ΜΠΡΕΤΟΝ, μτφρ-Ελένη Στεφανάκη, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ
(7) Από το βιβλίο ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, μτφρ-Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδ. Ε. ΤΥΠΟΣ

Αναδημοσίευση απο το:

https://fteraxinasmag.wordpress.com/2016/08/28/andre-breton-%CF%84%CE%BF-%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%86%CF%84/

Σχεδόν 82 χρόνων ο Leonard Cohen συνεχίζει να γράφει ποίηση και να ετοιμάζει ψιθυριστά τραγούδια.

HAPPENS TO THE HEART

I was always working steady
But I never called it art
I was funding my depression
Meeting Jesus reading Marx
Sure it failed my little fire
But it’s bright the dying spark
Go tell the young messiah
What happens to the heart

το υπόλοιπο στην επίσημη ιστοσελίδα του http://www.leonardcohenfiles.com/happens.html

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

«Κύριο Κουρτς – πέτανε»

Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάη

Α΄

Είμαστε οι κούφιοι ανθρώποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι ανθρώποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα, αλίμονο!
Οι στεγνές μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες κι ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι.

Μορφή χωρίς σχήμα, σκϊά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη σύναμη, γνέψιμο χωρίς κίνηση˙

Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ίσιες ματιές στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —α θυμούνται— όχι σα νά ‘μαστε
χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κούφιοι ανθρώποι
Οι παραγεμισμένοι ανθρώποι.

Β΄

Μάτια που δεν μπορώ ν’ αντικρίσω στα όνειρα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Αυτά δεν φανερώνουνται:
Εκεί, τα μάτια είναι
΄Ηλιος σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σειέται
Κι οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιό απόμακρες.. πιό επίσημες
Από τ’άστρο που σβήνει.

Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί, σταυρωτά ραβδιά
Σ’ ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα—

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία

Γ΄

Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
Τούτη είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνουνται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χεριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

΄Ετσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.

Δ΄

Δεν είναι εδώ τα μάτια
Εδώ δεν είναι μάτια
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κούφιο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών απ’ τις χαμένες βασιλείες
μας

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μάτια
Σαν τ’ άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.

Ε΄

Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το φραγκόσυκο,φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή

Ανάμεσα στην ιδέα
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στην πράξη
Η Σκϊά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ανάμεσα στη σύλληψη
Και στη δημιουργία
Ανάμεσα στη συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σκϊά πέφτει
Είναι η ζωή μακριά πολύ

Ανάμεσα στον πόθο
και στο σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σκϊά πέφτει
 Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με ένα βρόντο μα μ’ ένα λυγμό.

 

T.S.ELIOT, Νοέμβριος 1925

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης

 

Από το No Sense Words – Λέξεις Φυγόκεντρες

Φυγόκεντροι Άνθρωποι

(ζουν ανάμεσά μας)

Είμαστε κάποιοι άνθρωποι, λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα ίσως, που στα μάτια των άλλων μοιάζουμε παράξενοι, παράταιροι κι ανάρμοστοι μέσα στο πλήθος, γιατί διαλέξαμε την κίνηση, τη φυγή για σκοπό της ζωής μας. Ίσως να μην ήταν ολότελα δική μας, προσωπική επιλογή, αλλά, μες τη παραζάλη της κίνησης, στο παραμιλητό που μας έχει απομείνει, η στιγμή της έναρξης, της ώθησης ήταν παλιά, χρόνος υπερσυντέλικος. Δε θυμόμαστε πια ούτε πως έγινε ούτε την πορεία μας μέσα στους καιρούς και στις εποχές.  Η ανάμνηση ομιχλώδης, ίσως γιατί δεν έχει πια καμία αξία να συγκρατούμε λεπτομέρειες, γεγονότα, και να κάνουμε λογικούς συνειρμούς, συναρτήσεις που συνεπάγονται τελικά αποτελέσματα, λύσεις και απαντήσεις. Εμείς κρατάμε την κίνηση, φυγόκεντρη, εμείς κρατάμε το κενό, τη διάστασή του, τον παραλογισμό και την αντίφαση.

Εμείς είμαστε κάποιοι άνθρωποι που ζουν τον ίλιγγο. Ανυπόφοροι για τους πολλούς, ίσως στα μάτια μερικών, ενδιαφέροντες αλλά διάττοντες, περαστικοί. Ευτυχώς! – γιατί το κενό τρομάζει και βασανίζει. Με το πλήθος το πέρασμά μας, η σύγκρουση προκύπτει χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, χωρίς αντίδραση, δεν μας διέπουν οι νόμοι της Φυσικής, για μας τέχνη ανούσια οι νόμοι κι οι κανόνες… Οι άλλοι, λοιπόν, βγαίνουν άθικτοι, αλώβητοι, ακέραιοι, γιατί δεν έχουμε τέτοιο σκοπό ν’αλλάζουμε, δηλαδή, τις προδιαγεγραμμένες πορείες της ζωής των άλλων. Εμείς, άυλα στοιχεία που διψάσαμε το διάστημα, δεν έχουμε ενέργεια θετική ή αρνητική για να προκαλέσουμε αντιδράσεις. Εμείς απλά ταχθήκαμε σε μια περιφορά , σε κυκλική περιστροφή μετά από βιβλική καταστροφή και τώρα έχουμε αρχίσει ν’ απομακρυνόμαστε διαγράφοντας φυγόκεντρες τροχιές, μακριά από τον πυρήνα της πρωταρχικής έκρηξης.

Είμαστε άνθρωποι που έχουν χάσει την επαφή με το χρόνο. Για εμάς τα δευτερόλεπτα μοιάζουν χρόνια και οι μήνες δέκατα του απειροελάχιστου. Ανίκανοι να συλλάβουμε το χρόνο και τη σημασία  του πλανιόμαστε στο άπειρο, μοναδικός μας στόχος και ανησυχία: μερικές φορές τρομάζουμε στη σκέψη, ότι κι αυτό μπορεί να είναι προσπελάσιμο, να έχει όρια, να μας πνίξουν οι ορίζοντες, το στερέωμα τ’ ουρανού να μας σταθεί εμπόδιο. Για μας ο χρόνος είναι περισσότερο χρονοχώρος μάλλον, θα έλεγα χώρος και μόνο, σημεία διακριτά αναφοράς από εκεί που περάσαμε, τελείες που ενώνουν την αιώνια ελλειπτική διαγράφουσα τροχιά μας, ουρά κομήτη.
Είμαστε λίγοι αλλά πηγαίνουμε πληθαίνοντας στο πέρασμα των αιώνων κι είμαστε πολλοί, χιλιάδες όσα τα ουράνια σώματα, σώματα κι εμείς….
View original post:

O Μανώλης Αλυγιζάκης γεννήθηκε στο χωριό Κολυμπάρι δυτικά απο τα Χανιά της Κρήτης το 1947. Αφού πήρε πτυχίο Πολιτικών Επιστημών απο το Πάντειο Πανεπιστήμιο μετανάστευσε στο Βανκούβερ του Καναδά όπου ζει. Παρακολούθησε μαθήματα αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Σάιμον Φρέιζερ. Έχει γράψει τρία μυθιστορήματα , περισσότερα από δεκαπέντε βιβλία ποίησης, που άρχισαν να εκδίδονται τα τελευταία χρόνια με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Manolis, αρκετά άρθρα, διηγήματα και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά που έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες. Επίσης, έχει μεταφράσει στα αγγλικά ποίηση των Κ.Π. Καβάφη, Γιώργου Σεφέρη και Γιάννη Ρίτσου. Το 2006 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Libros Libertad με σκοπό την έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων.

 

GEORGE SEFERIS – SUMMER SOLSTICE

 

1

 

The grandest sun on one side

and on the other the new moon

distant in my memory like those breasts.

Between them the chasm of the star filled night

deluge of life.

The horses on the threshing floors

gallop and sweat

over scattered bodies.

Everything goes that way

and this woman

whom you saw when she was beautiful suddenly

bends, cannot endure, kneels.

The millstones grind up everything

and turn it into stars.

 

Evening before the longest day.

 

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, 2012

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ- ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

 

A

 

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τη μια μεριά

κι από την άλλη τονέο φεγγάρι

απόμακρα στη μνήμη σαν εκείνα τα στήθη.

Ανάμεσό τους χάσμα της αστερωμένης νύχτας

κατακλυσμός της ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια

καλπάζουν και ιδρώνουν

πάνω σε σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί

Και τούτη η γυναίκα

που την είδες όμορφη, μια στιγμή

λυγίζει δεν αντέχει πια γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες

Και γίνουνται άστρα.

 

Παραμονή της μακρύτερης μέρας.

 

https://authormanolis.wordpress.com/2016/08/22/george-seferis-collected-poems-2/

sufi

ΑΒΑΤΟΝ_146

Στο περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ Αυγούστου που κυκλοφορεί υπάρχει μια συνέντευξη προϊόν μιας μεγάλης συζήτησης που είχα με τον αστροφυσικο Μάνο Δανέζη για τη σημερινή κατάσταση και την κοινωνία, την κρίση, το νέο Πολιτισμικό Ρεύμα και το νέο Τύπο Ανθρώπου που βρίσκεται προ των πυλών…

Μερικά αποσπάσματα:

…Για να αλλάξει ένας πολιτισμός πρέπει να αλλάξει ο μέσος πολίτης και να συνειδητοποιήσει ορισμένα πράγματα, και όχι να γίνουν σοφότερες κάποιες κλειστές ομάδες ανθρώπων, ας πούμε η επιστημονική κοινότητα.

Και για να μπορέσεις να πείσεις την κοινωνία των ανθρώπων, των μέσων πολιτών του Δυτικού πολιτισμού, πρέπει να πείσεις δια του πειράματος.

Η σύγχρονη φυσική, οι σύγχρονες θετικές επιστήμες έχουν πλέον αποδείξει γεγονότα που κάποτε τα θεωρούσαμε απελευθερωτικούς μύθους, μεταφυσική, μυθολογία, πράγματα που μας αρκούν για να αλλάξουμε τον πολιτισμό σε αυτή τη φάση, να τον κάνουμε καλύτερο. Δεν ξέρω αν θα είναι τέλειος. Ας τον κάνουμε καλύτερο και ας αφήσουμε στα παιδιά μας να προχωρήσουν στη συνέχεια.

Πρέπει όμως να τον αλλάξουμε εδώ και τώρα. Εάν καταρρεύσει ο Δυτικός πολιτισμός χωρίς να αλλάξει, ουαί τοις ηττημένοις. Θα περάσουμε σε άλλα σχήματα, τα οποία δεν θα μας αρέσουν καθόλου.

Ο πολιτισμός λοιπόν θα αλλάξει, είτε το θέλουμε είτε όχι. Το αν θα αλλάξει προς το καλύτερο ή το χειρότερο, είναι στο δικό μας χέρι…

 

… Εδώ μπαίνει η έννοια της συνειδητότητας. Η λέξη συνειδητότητα προκύπτει από τις λέξεις συν-είδηση. Το συν είναι συνδετικό της ελληνικής γλώσσας που λέει όλοι μαζί, ισότιμα. Είμαστε συνοδοιπόροι, όλοι μαζί. Η είδηση είναι ένα γεγονός που ήδη έχει συντελεστεί κι εγώ δεν το ξέρω και κάποιος μου το λέει.

Άρα η συνείδηση είναι ένας δρόμος γνώσης, γεγονότων που ήδη έχουν συμβεί και κάποιος μου μεταφέρει. Εκείνος που τα μεταφέρει λέγεται άγγελος. Και για να μην πάμε στα φτερά και στα πούπουλα των αγγέλων, λέω το φως, για παράδειγμα, είναι άγγελος γεγονότων, γιατί μέσω του φάσματος μου λέει για τη ζωή των αστεριών, για τη σύστασή τους, για μυριάδες πράγματα.

Άρα λοιπόν η συνείδηση δεν είναι κατάσταση, η συνειδητότητα είναι ένας δρόμος που αυξάνεται συνέχεια, τον προχωράς όσο συνειδητοποιείς πράγματα…

 

…Οι καλοί δεν μπορούν να κάνουν κόμμα, οι καλοί πρέπει να βρίσκονται παντού, να αποτελέσουν ένα άλλο πολιτισμικό ρεύμα. Αν πέσει κάποιος κάτω και λιποθυμήσει στο δρόμο, θα τρέξουν δέκα άτομα να τον σηκώσουν. Εάν τους ρωτήσεις τι «ψηφίσατε», μπορεί καθένας στην κάλπη να έριξε κάτι διαφορετικό, τώρα όμως έτρεξαν όλοι.

Αυτοί όλοι που τρέξανε είναι σοσιαλιστές και δεν το καταλαβαίνουν. Σοσιαλιστές όχι με την έννοια των κομμάτων, αλλά με την έννοια του πολιτισμικού ρεύματος του social, του κοινωνισμού.

Θα πρέπει να αλλάξουμε τον πολιτισμό σε ουμανιστικό και τον άνθρωπο σε έναν κοινωνισμό που δεν υπάρχει σε κανένα κόμμα.

 

http://www.archetypo.com.gr/index.php/2013-10-26-12-58-56/avaton-138

 

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 936 ακόμα followers