Giacometti-Portrait of Rimbaud

Ρεμπώ, του Alberto Giacometti, 1962.

ΑΝ θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα
κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.

Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα
διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε
ελπίδα ανθρώπινη.
Μ’ ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ’ όλες
τίς χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.

Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλα.

Κι’ η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλιο
του ηλίθιου.

Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν’ αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Τό κλειδί αυτό είν’ η συμπόνοια.

Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα…». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στό θάνατο μ’ όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»
Αχ ! απαύδησα.

Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του
περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ’ έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από
το σημειωματάριο ένός κολασμένου.

Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση, εκδ. «Γνώση», Μετάφραση:  Νίκος Σπανιάς

Ιούνιος στην ανατολική αγκαλιά της Μεσογείου που δοξάστηκε στο όνομα του Αιγέα.  Ιούνιος και η θάλασσα αγκαλιάζει τις διάσπαρτες κουκκίδες γης σαν μάννα που στον κόρφο της προστατεύει τα νησιά- παιδιά της από την αμείλικτη φλόγα του ήλιου.

Το καλοκαίρι προχωρά και ο ανίκητος ήλιος θα κορυφωθεί κυρίαρχος ιστάμενος ψηλά στη δόξα του εκείνο το τριήμερο του ηλιοστασίου.

Τότε τα παιδιά της Ελλάδας, Εφέσου, της Βηρυτού , της Αλεξάνδρειας θ’ ανάψουν γιγάντιες φωτιές και πηδώντας γενναία πάνω τους αυθαδιάζουν την μοναδικότητα του, γίνονται τα ίδια φωτιά και φλόγα αδάμαστη, Ήλιος πρωτογέννητος και αυτά και ύστερα σβήνουν την κάψα βουτώντας στο Αρχιπέλαγος.

Ενώνοντας για μια ακόμα φορά όπως πάντα γίνεται από τότε που άρχισε να μετρά ο χρόνος με γέλια, αγκαλιές και τραγούδια τη φωτιά με τη θάλασσα…

 

abaton151

(απόσπασμα από το Εν Ιορδάνη με τίτλο Το Μυστικό του Φοίνικα, στο περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ που κυκλοφορεί)

Ανδρέας Εμπειρίκος, «Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα»

(απόσπασμα)

… Αυτό που με ενδιαφέρει απολύτως —και θα έπρεπε να ενδιαφέρη όλους— είναι ότι η Νέα Πόλις θα ολοκληρωθή, θα γίνη. Όχι βεβαίως από αρχιτέκτονας και πολεοδόμους οιηματίας, που ασφαλώς πιστεύουν, οι καημένοι, ότι μπορούν αυτοί τους βίους των ανθρώπων εκ των προτέρων να ρυθμίζουν και το μέλλον της ανθρωπότητος, με χάρακες, με υποδεκάμετρα, γωνίες και «ταυ», μέσα στα σχέδια της φιλαυτίας των, ναρκισσευόμενοι (μαρξιστικά, φασιστικά, ή αστικά), πνίγοντες και πνιγόμενοι, να κανονίζουν.

Όχι, δεν θα κτισθή η Νέα Πόλις έτσι· μα θα κτισθή απ’ όλους τους ανθρώπους, όταν οι άνθρωποι, έχοντες εξαντλήσει τας αρνήσεις, και τας καλάς και τας κακάς, βλέποντες το αστράπτον φως της αντισοφιστείας —τουτέστι το φως της άνευ δογμάτων, άνευ ενδυμάτων Αληθείας— παύσουν στα αίματα και στα βαριά αμαρτήματα χέρια και πόδια να βυθίζουν, και αφήσουν μέσα στις ψυχές των, με οίστρον καταφάσεως, όλα τα δένδρα της Εδέμ, με πλήρεις καρπούς και δίχως όφεις —μά τον Θεό, ή τους Θεούς— τελείως ελεύθερα ν’ ανθίσουν.

Ναι, ναι (αμήν, αμήν λέγω υμίν), σας λέγω την αλήθειαν. Η Νέα Πόλις θα κτισθή και δεν θα είναι χθαμαλή σε βαλτοτόπια. Θα οικοδομηθή στα υψίπεδα της Οικουμένης, μα δεν θα ονομασθή Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα, ή Νέα Υόρκη, αλλά θα ονομασθή η πόλις αυτή Οκτάνα.

Και τώρα ο καθείς θα διερωτηθή ευλόγως: «Μα τί θα πη Οκτάνα;»

Δίκαιον το ερώτημα και η απάντησις θα έλθη γρήγορα. Όμως διά να γίνη πλήρως νοητή, ρίξετε πρώτα μέσα σας μια καλή ματιά και ευθύς μετά ρίξετε άλλη μία τριγύρω σας δεξιά και αριστερά, πάνω και κάτω. Έπειτα κλείστε τα μάτια σας για μια στιγμή και ανοίξτε τα αποτόμως, ανοίγοντας διάπλατα και τις ψυχές σας. Η απάντησις θα βρίσκεται μπροστά σας, όχι μονάχα νοητή, μα και απτή — σώμα περικαλλές και έμψυχον και σφύζον.

Και τώρα (αμήν, αμήν) λέγω υμίν:

Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.

Οκτάνα θα πη πυρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.

Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.

Οκτάνα θα πη ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής.

Οκτάνα θα πη η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εντέλει δυνατόν, ακόμη και την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.

Οκτάνα θα πη το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως το «εσύ» «εγώ») εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, που ίσως αυτή να αποτελεί την θείαν Χάριν, το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που εν εκστάσει συντελείται.

Οκτάνα θα πη η ενόρασις και η διαίσθησις εκείνη, που επιτρέπουν σωστά να νιώθεις, να καταλαβαίνεις όλην την αγωνίαν των αλγούντων, τα λόγια τα συμβολικά του Ιησού, όλην την σκέψιν των αθέων, τας αστραπάς των προφητών και όλην την σημασίαν των τηλαυγών εκλάμψεων του Ζαραθούστρα.

Οκτάνα θα πη (χωρίς να περιφρονούμε του γήρατος την σοφίαν) θα πη πάση θυσία διατήρησις της παιδικής ψυχής εις όλα τα στάδια της ωριμότητος, εις όλας τας εποχάς του βίου, διότι άνευ αυτής και η πιο χρυσή νεότης γρήγορα στάχτη γίνεται και χάνεται και φεύγει και μένει στη θέσι της η θλίψις, η άνευ ελπίδων μεταμέλεια και η στυγνή ρυτίς.

Οκτάνα θα πη εν πλήρει αθωότητι Αδάμ, εν πλήρει βεβαιότητι Αδάμ-συν-Εύα.

Οκτάνα θα πη οι άνθρωποι άγγελοι να γίνουν, αλλ’ άγγελοι με φύλον φανερόν, συγκεκριμένον.

Οκτάνα θα πη επί γης Παράδεισος, επί της γης Εδέμ, χωρίς προπατορικόν αμάρτημα, πέραν πάσης εννοίας κακού, με ελευθέραν εις πάσαν περίπτωσιν παντού και την αιμομιξίαν.

Οκτάνα θα πη απόλυτος ενότης πνεύματος και ύλης.

Οκτάνα θα πη διατήρησις επαφής και στα απώτερα σημεία των εξελίξεων με πάσαν πηγήν που όντως αποτελεί των αρχετύπων της ζωής ιερή μια νερομάνα.

Οκτάνα θα πη παν ό,τι μάχεται τον θάνατον και την ζωήν παντού και πάντοτε διαφεντεύει.

Οκτάνα θα πη αληθινή ελευθερία και όχι εκείνη η φοβερά ειρωνεία, να λέγεται ελευθερία ό,τι χωρεί ή ό,τι εναπομένει στα ελάχιστα περιθώρια που αφήνουν στους ανθρώπους οι απάνθρωποι νόμοι των περιδεών και των τυφλών ή ηλιθίων.

Οκτάνα θα πη, όχι πολιτικής, μια ψυχικής ενότητος Παγκόσμιος Πολιτεία (πιθανώς Ομοσπονδία) με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνην εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμόν εκάστου, διότι αυτή μόνον εν τέλει θα ημπορέση διά της κατανοήσεως, διά της αγωνιστικής καλής θελήσεως, ουδόλως δε διά της βίας, τας τάξεις και την εκμετάλλευσιν του ανθρώπου από τον άνθρωπον να καταργήση, να εκκαθαρίση επιτέλους!

Οκτάνα θα πη παντού και πάντα εν ηδονή ζωή.

Οκτάνα θα πη δικαιοσύνη.

Οκτάνα θα πη αγάπη.

Οκτάνα θα πη παντού και πάντα καλωσύνη.

Οκτάνα θα πη η αγαλλίασις εκείνη που φέρνει στα χείλη την ψυχή και εις τα όργανα τα κατάλληλα με ορμήν το σπέρμα.

Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη, απόλυτος μη συμμόρφωσις με ό,τι αντιστρατεύεται, ή μάχεται, ή αναστέλλει την έλευσιν της Οκτάνα.

Οκτάνα θα πη μη συμμετοχή και μη αντίταξι βίας εις την βίαν.

Οκτάνα θα πη ό,τι στους ουρανούς και επί της γης ηκούετο, κάθε φοράν που ως μέγας μαντατοφόρος, με έντασιν υπερκοσμίου τηλεβόα, ο Άγγελος Κυρίου εβόα.

Ιδού με ολίγα λόγια, αλλά σαφή, ιδού τι θα πη, φίλοι μου, Οκτάνα.

Και τώρα θα προσθέσω:

Όσοι από σας πια βαρεθήκατε στον κόσμο αυτόν τον άδικον και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεσθε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους, όσοι πια βαρεθήκατε οι δεσμοφύλακές σας σαν τόπια ταλαίπωρα να σας εξαποστέλλουν εις τον Καϊάφα και πριν απ’ αυτόν στον Άννα, προσμένοντας να έλθη η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητος και ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθη η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε και ας ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί, νυν και αεί) σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια ψυχή, με μια φωνή — ΟΚΤΑΝΑ!

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, Ίκαρος.

 

Τα «πάντα ρει»
Λέει ο σοφός Ηράκλειτος∙
Μια κακόγουστη όμως φτήνεια
Θα επιβιώσει από τις ημέρες μας.

Ακόμη κι η Χριστιανική ομορφιά
Αποστατεί – μετά τη Σαμοθράκη∙
Βλέπουμε το καλόν
Θεσπισμένο στην αγορά.

Του Φαύνου η σάρκα δε μας ανήκει,
Μήτε του αγίου τ’ όραμα.
Αντί όστιας έχουμε τον Τύπο∙
Αντί περιτομής την ψήφο.

Ίσοι κατά το νόμο, οι πάντες,
Απαλλαγμένοι από τον Πεισίστρατο,
Επιλέγουμε έναν απατεώνα ή έναν ευνούχο
Να μας κυβερνήσει.

Ω λαμπρέ Απόλλωνα,
τιν’ άνδρα, τιν’ ήρωα, τίνα θεόν,
Σε ποιον θεό, άνδρα, ή ήρωα
Τενεκεδένιο στεφάνι να επιθέσω!

Έζρα Πάουντ,  απόσπασμα από το «ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΙΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ», ΕΣΤΙΑ,

Μετάφραση : Χάρης Βλαβιανός

« Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε».

«Για μένα η ποίηση δεν είναι φιλοδοξία, αλλά τρόπος για να μένω πάντα μόνος.
Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν θεοί, είμαστε σκλάβοι τους.
Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται».

«Η ασθένεια του ρομαντισμού είναι ακριβώς αυτή: να θέλουμε το φεγγάρι σαν να υπήρχε η δυνατότητα να το αποκτήσουμε. Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα».

«Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας».

«Μη φοβάστε, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να καταρρεύσει η κοινωνία από υπερβολικό αλτρουισμό».

Φερνάντο Πεσσόα, από το Το Βιβλίο της Ανησυχίας.  Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Αποτέλεσμα εικόνας για evil teacher

Ένας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σ’ αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν…:

α- κουφό πρύτανη;

β-  κακό πρωθυπουργό;

γ- κακό επιστήμονα;

Ο Θεοτοκάς κόπηκε!

I did my best
it wasn’t much
I couldn’t feel
so I learned to touch
I’ve told the truth
I didn’t come to fool you
And even though
it all went wrong
I’ll stand before
the Lord of Song
with nothing on my tongue
but Hallelujah