Σεπτεμβρίου 2013


NA ΘΥΜΑΣΑΙ!!!

Μία ψυχολόγος περπατούσε ανάμεσα στο κοινό της όση ώρα τους μιλούσε για την διαχείριση του άγχους. Την στιγμή που ύψωσε ένα ποτήρι με νερό, όλοι σκέφτηκαν ότι θα έκανε την κλασική ερώτηση «είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο;».
Αντί για αυτό όμως, εκείνη, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της, έκανε την ερώτηση: «Πόσο βαρύ είναι ένα ποτήρι με νερό;»
Διάφορες απαντήσεις ακούστηκαν με διακύμανση από 100 ως 300 γραμμάρια .
Εκείνη απάντησε: «Το απόλυτο βάρος του δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόση ώρα το κρατάμε. Αν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι πρόβλημα. Αν το κρατήσω για μία ώρα, θα μου πονέσει ο ώμος. Αν το κρατήσω για μία ημέρα, θα μουδιάσει ο ώμος μου και θα παραλύσω.
Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατήσω τόσο πιο βαρύ θα γίνεται.»
Και συνέχισε: «Τα άγχη και οι ανησυχίες στη ζωή είναι ακριβώς όπως αυτό το ποτήρι νερό. Αν τα σκέφτεστε λίγο δεν θα συμβεί τίποτε. Αν τα σκέφτεστε κάπως παραπάνω, θα αρχίζουν να σας ενοχλούν. Και αν τα σκέφτεστε συνεχώς, θα αισθανθείτε παράλυτοι – ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε».

                                   Να θυμάσαι να αφήνεις το ποτήρι κάτω.

Advertisements

Ένας Γλάρος

 Από το Περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

Ήταν αρχή καλοκαιριού, βραδάκι, στην παρέα του Πλάτωνα, όταν η μικρή Αδριανή ξεκίνησε να μιλά για ένα βιβλίο που της είχε αρέσει τόσο, μα τόσο πολύ.

Χωρίς να το ξέρει, με γύρισε δεκαετίες πίσω, γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο το είχα διαβάσει στην εφηβεία μου, δηλαδή τριάντα χρόνια πριν και βάλε.

Μια τρυφερή, σχεδόν παιδική ιστορία, που με απλά λόγια περιγράφει την αγωνία και το μυστικό μιας ολόκληρης ζωής – της ζωής ενός γλάρου, του Iωνάθαν Λίβινγκστον, όπως τη διηγείται ο Richard Bach (εκδόσεις Διόπτρα)…

Seagulls

Όλοι οι γλάροι, από τότε που υπάρχουν, μαθαίνουν πώς να αναζητούν τροφή, πώς να πολλαπλασιάζονται κι εκεί τελειώνουν. Επαναλαμβάνουν αυτό το μοτίβο σταθερά μέχρι την ώρα του θανάτου τους.

Όμως ο μικρός Ιωνάθαν Λίβινγκστον ήθελε να εξερευνήσει τα όριά του στην τέχνη της πτήσης και στην τέχνη της ζωής. Και κάποια μέρα, όταν πέταξε έτσι που κανείς γλάρος δεν είχε κατορθώσει μέχρι τότε, η κοινότητα εξεγέρθηκε. Το θράσος του ήταν ανήκουστο.

«Η  ζωή», είπαν, «είναι το άγνωστο κι αυτό που παραμένει άγνωστο – ένα μόνο είναι γνωστό: ερχόμαστε στον κόσμο τούτο για να τρώμε κα για να παραμείνουμε ζωντανοί όσο μπορούμε περισσότερο». Αυτό αποφάνθηκε το Συμβούλιο των Γλάρων και εξόρισε τον θρασύ ονειροπόλο.

Εξόριστος από τον ένα κόσμο ο μικρός γλάρος βρέθηκε ανάμεσα στα λιγοστά αδέλφια ενός άλλου κόσμου, που πριν από αυτόν είχαν εξερευνήσει της τέχνη της πτήσης και είχαν απομακρυνθεί από το πατρικό τους κοπάδι.

Όλοι τους είχαν επικεντρωθεί στο να βελτιώνουν την τέχνη τους, αναζητώντας την τελειότητα. Όπως είπε στον μικρό Ιωνάθαν ο γέροντας Τσιάνγκ, όσοι εγκαταλείπουν τα ταξίδια για χάρη της τελειότητας πηγαίνουν παντού, στη στιγμή. Όμως όσοι περιφρονούν την τελειότητα για χάρη του ταξιδιού πηγαίνουν… πουθενά, με καθυστέρηση: «Θυμήσου, Ιωνάθαν, ο παράδεισος δεν είναι ένας τόπος ή ένας χρόνος, γιατί ο τόπος και ο χρόνος είναι πράγματα δίχως κανένα νόημα. Ο παράδεισος είναι…»

Έτσι ο Ιωνάθαν έμαθε πως η πραγματική φύση έχει την τελειότητα ενός άγραφου αριθμού παντού και ταυτόχρονα έξω από χώρο και χρόνο, έξω και πέρα από κάθε πίστη και θεωρία.

Και όταν έμαθε να πετά σε όλη την περιφέρεια του χρόνου καταλαβαίνοντας την τέλεια αόρατη αρχή όλης της ζωής, ο Τσιάνγκ εξαγνίστηκε αφήνοντας ως τελευταίο παράγγελμα: «Μην πάψεις να δουλεύεις πάνω στην αγάπη».

Έτσι, ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον επέστρεψε στο πατρικό του κοπάδι, απ’ όπου τον είχαν εξορίσει, επιθυμώντας να τους βοηθήσει να μάθουν να βλέπουν πέρα από τους περιορισμούς της καθημερινότητας.

Εκείνοι τον θεοποίησαν ονομάζοντάς τον «Γιο του Μεγάλου Γλάρου», ενώ κάποιοι είπαν πως ήταν ο διάβολος ο ίδιος. Ο Ιωνάθαν ξεκίνησε εκπαιδεύοντας έναν μικρό απόβλητο, τον Φλέτσερ.

«Θέλεις να πεις πως μπορώ να πετάξω;» αναρωτήθηκε ο μικρός γλάρος. «Λέω πως είσαι ελεύθερος», του απάντησε ο Ιωνάθαν και ο μικρός ανακάλυψε την τέχνη της πτήσης που έκρυβε μέσα του.

«Καημένε Φλετς», του είπε λίγο πριν εξαφανιστεί ο Ιωνάθαν, «μην πιστεύεις ό,τι λένε τα μάτια σου. Δείχνουν μόνο τους περιορισμούς. Να κοιτάζεις την κατανόησή σου, να ανακαλύπτεις ό,τι ήδη γνωρίζεις, και θα δεις πώς πρέπει να πετάς». Και μετά χάθηκε.

Και ο Φλετς, μένοντας μόνος ανάμεσα στους μικρούς γλάρους που τον κοιτούσαν στα μάτια λαχταρώντας να διδαχτούν κι εκείνοι την τέχνη της πτήσης, ξεκίνησε λέγοντας:

«Πρώτα απ’ όλα πρέπει να καταλάβετε πως ένας γλάρος είναι μία απεριόριστη ιδέα της λευτεριάς, ένα ομοίωμα του Μεγάλου Γλάρου, κι όλο σας το σώμα, από την άκρη της μιας φτερούγας σας στην άλλη, δεν είναι παρά η ίδια σας η σκέψη».

 

Αυτή με λίγα λόγια είναι η ιστορία του μικρού γλάρου Iωνάθαν, τουλάχιστον όπως τη θυμάμαι.

Ο Ιωνάθαν ξεχωρίζει από το κοπάδι όχι χάρη στην εξυπνάδα του ή κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά χάρη στο θράσος του. Το θράσος ήταν που έκανε και τους προγόνους μας να δημιουργήσουν τη θαυμαστή ιστορία τους. Θράσος για να αμφισβητήσουν την καθιερωμένη σκέψη και να γεννήσουν τη φιλοσοφία, θράσος για να αμφισβητήσουν την ανωτερότητα των θεών, θράσος να μην υποχωρούν μπροστά σε καμία πρόκληση, κι ας ήταν μυριάδες οι Πέρσες στις Θερμοπύλες.

Θράσος χρειάστηκε και στην ιστορία της Αναζήτησης για να σηκώσει το χέρι του ο εκλεκτός και να πάρει το Γκράαλ. Και άλλοι το είχαν αντικρίσει, αλλά κανείς δεν τολμούσε να το αγγίξει. Το άρπαξε ο θαρραλέος και έκανε την αρχή στον ατέλειωτο κύκλο της Αναζήτησης.

Και μετά περνάς στο επόμενο στάδιο; Δεκτός ανάμεσα στους λίγους, νομίζεις ότι έχεις βρεις τον τελικό δρόμο; Όχι φίλε μου, γιατί κι αυτοί ζουν τη δική τους πλάνη. Γιατί παθιάζεσαι τόσο με το μονοπάτι που επέλεξες να ακολουθήσεις, αφού στην πραγματικότητα δεν ξέρεις πού πηγαίνεις;

Η πορεία η ίδια είναι ο σκοπός, η συνειδητή πορεία προς την ονειρική Ιθάκη. Όπως διδάσκεται και ο Ιωνάθαν, η πορεία «έξω από χώρο και χρόνο, έξω και πέρα από κάθε πίστη και θεωρία».

 

Όταν θα διαβάζετε τούτο το κείμενο μπορεί να μην υπάρχει ΕΡΤ, τηλεόραση και ραδιόφωνο. Μπορεί να υπάρχουν μόνο φωνακλάδες ρήτορες που απαιτούν υπηκόους γλάρους συνταγμένους σε κοπάδια.

Όμως ένα βιβλίο ξεχασμένο σε ένα σακίδιο είναι πάντα ο ιδανικός σύντροφος για διάλογο, εκμηδενίζοντας τα παράσιτα και τους θορύβους της καθημερινότητας, κουβεντιάζοντας με τον εαυτό σας για το δρόμο που δεν έχει ποτέ ανοιχτεί, για την περιπέτεια της ζωής. Της δικής σας ζωής, που έχετε τη δύναμη να την χτίσετε πάλι από την αρχή.

Καλό Καλοκαίρι!

 

 

 

 

 

 

Ο Νόμος του Πι

τότε η φωνή ακούστηκε και είπε

ξυπνήστε είμαστε στην επικράτεια των νεκρών  για το θεό ξυπνήστε. τα όπλα μας και οι κρότοι μας και οι ήχοι μας. δεν κάνουν τίποτα. δεν αποδεικνύουν τη ζωντάνια μας. ξυπνήστε είμαστε από καιρό τώρα πεθαμένοι  και οποία δύναμη βάζουμε, η αντίθετή της θεριεύει. ξυπνήστε για το θεό  τι μαρτύριο να περπατάς όταν όλα δεν θέλουν να το κάνεις. όταν όλα συνηγορούν στο να μην το κάνεις.

τότε εγώ σαν σε όνειρο απάντησα και είπα


κουβαλάμε την πιο εύκολα μεταδιδόμενη ασθένεια του κόσμου. οι ενάρετες προσπάθειές μας να ενοχλήσουμε τους θεούς αποτυγχάνουν συνεχώς. τα χελιδόνια μας τσακίζονται σε μελλούμενους χειμώνες. και η ανθοφορία μέσα μας αργεί.  γεμάτα ως το στόμιο πήλινα δοχεία, κατρακυλάμε στις κατηφόρες αυξάνοντας ταχύτητα προς ένα πεπρωμένο από σπασμένα κομμάτια. ότι δεν γνωρίσαμε είναι αυτό που μας παιδεύει.  σπάταλοι με τις δυνάμεις που μας δόθηκαν,  τις δίνουμε βορά στα σκιάχτρα του γαλαξία.  και η σοδειά που καρτερούσαμε είναι χαμένος κόπος. άνθρωπε δύνασαι όταν δεν σου απαντάει το ιερό να καταλάβεις πως υπάρχει;  αν ξαπλώσουμε μπρούμυτα στο έδαφος με το πρόσωπο να ακουμπάει στο χώμα, τότε η πλάτη μας θα έχει γίνει σκαλοπάτι. είσαι το χέρι μου που έκοψα και το έβαλα σε ξένο σώμα. που από τότε έχει μυστική ζωή.  έχω γυρίσει όλη τη γη για να σε βρω. μα άλλου τη σκέψη τώρα πια μετουσιώνεις χάδι. αν αγαπήσω τούτο τον εχθρό θα πεις τα δάχτυλα σου να μου ανοίξουν πόρτα; χτίζαμε μια ξερολιθιά όταν ήρθε περαστικός και μας περιγελούσε. σε τίποτα δεν επηρέασε η παρουσία του την πτώση του ίδρωτα.  τα νερά μέσα σου χαιρετίζουν την πανσέληνο  και ακούγονται συρσίματα φωτός στο διαυγές της πλάτης σου. μια αστυνομία σκέψης να τιθασεύσει τα αγριμακια μου. ένα δυο λωποδύτες να σχηματίσουνε συναίσθηση ζώσα. τα πάντα αντέχονται ένα λεπτό μετά. μόνο η μοναξιά. μόνο η μοναξιά από τα πριν.

και ξανά σαν ευλογία η ερώτηση

δηλαδή αυτή η λάμψη των πραγμάτων πρέπει να είναι εκδούλευση

και ξανά εγώ

μήπως δεν γίνονται όλοι οι γκρεμοί ακίνδυνοι αν τους αφαιρέσουμε το νόμο της βαρύτητας;

έπειτα εκείνη απ’ το πουθενά μας διέκοψε με επτά προτάσεις

μια πιθαμή πάνω από το έδαφος αρχίζουν τα τελειώματα του ουρανού.

είχαμε το πιο αχρείαστο πράγμα του κόσμου. ένα στρατόπεδο γεμάτο με δειλούς φαντάρους.

η πιο επικίνδυνη θάλασσα είναι η αλμυρή.
όταν νιώθεις περήφανος, δοκίμασε να κοιτάξεις κατάματα τον ήλιο.
μια μονοταίνια μπορεί να συγκρατήσει όλη την υγρασία του κόσμου από τα μάτια σου.
αν δεν έχεις δει αυτό που εκτείνεται ανάμεσα στα κύματα και το πέταγμα των πουλιών, δεν έχεις δει τίποτα.
η πιο επικίνδυνη θάλασσα είναι η αλμυρή.

http://elmageblog.blogspot.gr/2013/09/blog-post.html

 

Εσωτερισμοί

γεμίσαμε βάθη 
και απόντες να τα παρατηρούν

Του Χρήστου Ελμάζη      http://elmageblog.blogspot.gr/2013/01/blog-post_24.html