Αύγουστος 2011


 

Η ομιλία-μάθημα ζωής του Steve Jobs στους αποφοίτους του Stanford («You’ve got to find what you love») το 2005.

Είναι μεγάλη μου τιμή να βρίσκομαι μαζί σας στην τελετή αποφοίτησής σας από ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Δεν πήρα ποτέ πανεπιστημιακό πτυχίο. Για να πούμε την αλήθεια, τούτη δω η μέρα είναι ότι κοντινότερο σε αποφοίτηση έχω ζήσει. Έτσι είναι, αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τρεις ιστορίες.

Η πρώτη ιστορία μιλάει για διαδρομές

Εγκατέλειψα το κολέγιο του Ριντ στο πρώτο μου εξάμηνο, αλλά τριγυρνούσα στους χώρους του άλλο ενάμισι χρόνο, πριν τα παρατήσω για τα καλά.

Λοιπόν, γιατί τα παράτησα;

Όλα ξεκίνησαν πριν καν γεννηθώ…

Η πραγματική μου μητέρα ήταν μια νεαρή, ανύπαντρη απόφοιτος κολεγίου, που αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία.

Η μεγαλύτερη επιθυμία της ήταν να με υιοθετήσει ένα ζευγάρι πανεπιστημιακής μόρφωσης και κανόνισε τα πάντα ώστε μόλις γεννηθώ να με υιοθετήσει ένας δικηγόρος και η σύζυγός του.

Το πρόβλημα ήταν πως μόλις ξεπρόβαλα, εκείνοι αποφάσισαν πως προτιμούσαν ένα κορίτσι.

Έτσι οι γονείς μου, που ήταν καταγεγραμμένοι σε ένα είδος «λίστας αναμονής» δέχτηκαν ένα τηλεφώνημα μες στο βράδυ, που τους ανακοίνωσε: «ξαφνικά βρέθηκε ένα αγοράκι· το θέλετε;»

«Φυσικά», απάντησαν.

Αλλά η βιολογική μου μητέρα ανακάλυψε πως η θετή μου μητέρα μου δεν είχε πάει ποτέ στο κολέγιο κι ο θετός μου πατέρας μου δεν είχε καν αποφοιτήσει από το λύκειο.

Κι αρνήθηκε να υπογράψει τα χαρτιά της υιοθεσίας.

Υποχώρησε μόνο μετά από κάμποσους μήνες, όταν οι γονείς μου της υποσχέθηκαν πως κάποια μέρα θα πήγαινα στο κολέγιο.

Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, έτσι κι έγινε.

Αλλά επέλεξα αφελώς ένα κολέγιο πανάκριβο, σχεδόν σαν το Στάνφορντ, πράγμα που σήμαινε πως σχεδόν όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζόμενων γονιών μου θα πήγαιναν στα δίδακτρα.

Μέσα σε έξι μήνες δεν έβλεπα καμιά χρησιμότητα σ, αυτό.

Δεν είχα ιδέα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου και το κολέγιο δεν μου έδινε κανένα μπούσουλα για να το βρω.

Επιπλέον, ξόδευα τις οικονομίες μιας ζωής των γονιών μου.

Αποφάσισα λοιπόν να τα παρατήσω, ελπίζοντας πως όλα θα πήγαιναν κατ, ευχήν.

Εκείνη την εποχή ήμουν στ, αλήθεια φοβισμένος, αλλά τώρα ξέρω πως αυτή ήταν μια από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ μου.

Από τη στιγμή που εγκατέλειψα τις σπουδές μου έπαψα να γράφομαι σε ένα σωρό προαπαιτούμενα μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν και παρακολουθούσα ως ελεύθερος ακροατής μόνο εκείνα που μου άρεσαν.

Δεν ήταν βέβαια όλα τόσο υπέροχα: δεν δικαιούμουν δωμάτιο στην εστία κι έτσι κοιμόμουν «στρωματσάδα» σε δωμάτια φίλων μου· για να φάω μάζευα άδεια μπουκάλια κόκα κόλα για 5 σεντς το ένα και για να έχω τουλάχιστο ένα αξιοπρεπές γεύμα τη βδομάδα χρειαζόταν να περπατάω κάθε Κυριακή βράδυ 7 χιλιόμετρα, μέχρι το ναό των «χάρε κρίσνα».

Αλλά περνούσα καλά.

Κι ένα σωρό από όσα γνώρισα ακολουθώντας τη διαίσθησή μου και προσπαθώντας να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, αποδείχτηκαν ανεκτίμητα στο μέλλον.

Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα παράδειγμα:

Εκείνη την εποχή το «Ριντ» είχε ίσως ένα από τα καλύτερα μαθήματα καλλιγραφίας στη χώρα.

Παντού στο κάμπους έβλεπες θαυμάσια καλλίγραφα πόστερ, πινακίδες και σχέδια.

Καθώς είχα εγκαταλείψει τις σπουδές μου και δεν ήμουν υποχρεωμένος να παρακολουθήσω κάποιο μάθημα, αποφάσισαν να πάω να παρακολουθήσω καλλιγραφία, για να δω πώς κατάφερναν αυτά τα θαύματα.

Έμαθα έτσι για τις γραμματοσειρές «σέριφ» και «σανς σέριφ», για τις αποστάσεις μεταξύ γραμμάτων -ανάλογα με τα γράμματα- ό,τι κάνει υπέροχη την τυπογραφία.

Ήταν ένα θαυμάσιο μάθημα, γεμάτο ιστορία, καλλιτεχνία και καλαισθησία, που πραγματικά με συνεπήρε.

Ούτε μου περνούσε από το μυαλό πως όλα τούτα θα μου χρησίμευαν κάποια μέρα στη ζωή μου.

Δέκα χρόνια αργότερα όμως, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή «Μάκιντος» ξαναθυμήθηκα εκείνο το μάθημα.

Και χρησιμοποιήσαμε στο Μακ όλα όσα είχα μάθει.

Εκείνος ήταν ο πρώτος υπολογιστής που διέθετε καλλιγραφία.

Αν δεν είχα παρακολουθήσει εκείνο το συγκεκριμένο μάθημα, οι Μάκιντος δεν θα είχαν ποτέ πολλές γραμματοσειρές ή μεγέθη γραμμάτων.

Κι αφού το μόνο που έκαναν τα «ουίντοους» ήταν να αντιγράψουν τα Μακ, μάλλον αυτά δεν θα υπήρχαν σε κανένα υπολογιστή.

Κι αν δεν τα είχα παρατήσει, δεν θα είχα παρακολουθήσει ποτέ μου εκείνο το μάθημα καλλιγραφίας κι οι υπολογιστές δεν θα πρόσφεραν τις δυνατότητες καλλιγραφίας που προσφέρουν σήμερα.

Φυσικά ήταν αδύνατο να τα προβλέψω όλα αυτά όταν ήμουν στο κολέγιο.

Δέκα χρόνια αργότερα όμως, ήταν όλα πολύ-πολύ ξεκάθαρα.

Θέλω να πω, ποτέ δεν γίνεται να προβλέψεις την πορεία σου.

Για να την εκτιμήσεις, θα πρέπει να την κοιτάξεις προς τα πίσω.

Χρειάζεται λοιπόν να εμπιστευτείτε πως όλα τα βήματά σας, πως με κάποιο τρόπο σας οδηγούν στο μέλλον σας.

Πρέπει να εμπιστευθείτε κάτι -ή κάποιον: το ένστικτό σας, τη μοίρα, το κάρμα, τη ζωή, δεν έχει σημασία.

Αυτή η άποψη ποτέ δεν με απογοήτευσε και καθόρισε τη ζωή μου.

Η δεύτερη ιστορία μου μιλάει για αγάπη και απώλειες

Ήμουν τυχερός: βρήκα τι μου άρεσε νωρίς στη ζωή μου.

Ο Ουοζ (Wozniak) κι εγώ ξεκινήσαμε την «άπλ» στο γκαράζ των γονιών μου, όταν ήμουν είκοσι χρονών.

Δουλέψαμε σκληρά και δέκα χρόνια αργότερα η «απλ» δεν ήταν πια οι δυο μας κι ένα γκαράζ, αλλά μια εταιρία αξίας άνω των 2 δις δολαρίων, με πάνω από 4,000 εργαζόμενους.

Ένα χρόνο νωρίτερα, με το που έκλεινα τα 30, είχαμε ρίξει στην αγορά την πιο ωραία μας δημιουργία -τον «Μάκιντος».

Και μετά απολύθηκα.

Πώς μπορεί κάποιος να απολυθεί από μια εταιρία που ίδρυσε;

Να, καθώς μεγάλωνε η «απλ» σκέφτηκα να προσλάβω κάποιον ταλαντούχο μάνατζερ για να διοικούμε μαζί την εταιρία και πράγματι, για κανά χρόνο όλα πήγαιναν πρίμα.

Μετά όμως, οι απόψεις μας για το μέλλον άρχισαν να διαφοροποιούνται και στο τέλος τσακωθήκαμε.

Όταν έγινε αυτό, το διοικητικό συμβούλιο πήγε με το μέρος του.

Έτσι λοιπόν, στα 30 μου, βρέθηκα έξω από την εταιρία, και μάλιστα με πολύ δημόσιο τρόπο.

Ο σκοπός ολόκληρης σχεδόν της ενήλικης ζωής μου είχε πια χαθεί, κι αυτό ήταν τόσο επώδυνο.

Για αρκετούς μήνες δεν είχα ιδέα τι να κάνω.

Αισθανόμουν πως είχα απογοητεύσει τους συνεργάτες μου, πως η σκυτάλη μού είχε γλιστρήσει από τα χέρια, μόλις μου την παρέδωσαν.

Συναντήθηκα με τον Ντέιβιντ Πάκαρντ (David Packard) και τον Μπομπ Νόις (Bob Noyce) προσπαθώντας να απολογηθώ για το πώς τα είχα καταστρέψει όλα με τέτοιο τρόπο.

Ήμουν μια πασίγνωστη αποτυχία και μου πέρασε από το μυαλό να εγκαταλείψω την κοιλάδα.

Σιγά σιγά όμως, μια αίσθηση γεννήθηκε μέσα μου: εξακολουθούσα να αγαπάω τη δουλειά μου.

Ότι κι αν είχε συμβεί στην «απλ», αυτό δεν είχε πειραχτεί, ούτε κατ, ελάχιστο.

Με είχαν απορρίψει, ήμουν όμως ακόμα ερωτευμένος.

Έτσι αποφάσισα να ξαναρχίσω από την αρχή.

Τότε δεν το καταλάβαινα, αλλά η απόλυσή μου από την «απλ» ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να μου είχε συμβεί.

Η βαρύτητα της επιτυχίας αντικαταστάθηκε από την ελαφρότητα να είμαι ξανά αρχάριος, αβέβαιος για τα πάντα.

Απελευθερώθηκα και μπήκα σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου.

Την επόμενη πενταετία ξεκίνησα μια εταιρία που τη λέγαν «νεξτ», μια άλλη που τη λέγαν «πίξαρ» κι ερωτεύτηκα μια υπέροχη γυναίκα που έγινε σύζυγός μου.

Με την «πίξαρ» -που είναι σήμερα μια από τις πιο πετυχημένες εταιρίες κινηματογραφικής παραγωγής του κόσμου- δημιουργήσαμε την πρώτη ταινία ψηφιακής κίνησης στην ιστορία του κινηματογράφου, το «τόι στόρι».

Τα γεγονότα πήραν απροσδόκητη τροπή όταν η «απλ» αγόρασε την «νεξτ» και ξαναβρέθηκα στην «απλ», ενώ η τεχνολογία που είχαμε αναπτύξει στη «νεξτ» βρέθηκε στην καρδιά της σημερινής αναγέννησης της «απλ».

Και με τη Λορέν (Laurene) δημιουργήσαμε μια θαυμάσια οικογένεια.

Είμαι βέβαιος πως τίποτα από αυτά δεν θα είχε γίνει αν δεν είχα απολυθεί από την «απλ».

Η γεύση του φάρμακου ήταν απαίσια, πιστεύω όμως πως το χρειαζόμουν.

Υπάρχουν φορές που η ζωή σε χτυπάει κατακέφαλα.

Μην χάνετε την πίστη σας.

Είμαι πεπεισμένος πως το μόνο που μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω ήταν πως αγαπούσα αυτό που έκανα.

Πρέπει να βρεις τι και ποιος σου αρέσει.

Αυτό είναι αλήθεια στη δουλειά και στον έρωτα.

Ένα μεγάλο τμήμα της ζωής σας θα αφιερωθεί στην εργασία σας και ο μόνος τρόπος για να είστε ικανοποιημένοι είναι να θεωρείτε πως κάνετε υπέροχη δουλειά.

Κι ο μόνος τρόπος να κάνετε υπέροχη δουλειά είναι να αγαπάτε ότι κάνετε.

Αν δεν το έχετε βρει ακόμα, συνεχίστε να ψάχνετε.

Μην βολεύεστε.

Όπως συμβαίνει και στον αισθηματικό τομέα, όταν έρθει, θα το καταλάβετε.

Κι όπως σε κάθε σπουδαία σχέση, θα γίνεται καλύτερο όσο περνάει ο χρόνος.

Συνεχίστε λοιπόν να ψάχνετε, μέχρι να το βρείτε.

Μην τα παρατάτε.

Η τρίτη ιστορία μου αφορά το θάνατο.

Όταν ήμουν 17, διάβασα κάτι σαν «να ζεις την κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία».

Αυτό μου έκανε εντύπωση κι από τότε, για 33 ολόκληρα χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη και ρωτάω τον εαυτό μου: «αν αυτή ήταν η τελευταία ημέρα της ζωής σου, θα έκανες αυτό που ετοιμάζεσαι να κάνεις σήμερα;».

Όποτε η απάντηση ήταν «όχι» για πολύ καιρό, ήξερα πως κάτι έπρεπε να αλλάξω.

Το να θυμάμαι πάντα πως σύντομα θα πεθάνω, ήταν η καλύτερη βοήθεια για να παίρνω τις σωστές αποφάσεις στη ζωή μου.

Όλα τα υπόλοιπα -οι εξωτερικές προσδοκίες, η υπερηφάνεια, ο φόβος της γελοιοποίησης ή της αποτυχίας- όλα εξαερώνονται μόλις βρεθούν απέναντι στο θάνατο: το μόνο που απομένει είναι το πραγματικά σημαντικό.

Το να θυμάστε πως θα πεθάνετε είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να αποφύγετε την παγίδα να νομίζετε πως έχετε κάτι να χάσετε.

Είστε ήδη γυμνοί.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην ακολουθήσετε ότι σας λέει η καρδιά σας.

Εδώ κι ένα χρόνο, μου διαγνώσανε καρκίνο.

Πέρασα από εξέταση στις 7:30 το πρωί κι ένας όγκος φάνηκε ξεκάθαρος στο πάγκρεας.

Δεν είχα ιδέα τι είναι το πάγκρεας.

Οι γιατροί με ενημέρωσαν πως ήταν μία μη ιάσιμη μορφή καρκίνου και πως δεν θα ζούσα παραπάνω από τρεις με έξι μήνες.

Ο γιατρός μου με συμβούλεψε να πάω σπίτι και «να τακτοποιήσω τις εκκρεμότητές» μου, πράγμα που είναι ένας ευφημισμός των γιατρών για το προετοιμάσου να πεθάνεις.

Σημαίνει: προσπάθησε να πεις σε λίγους μήνες όλα όσα ήθελες να πεις στα παιδιά σου σε δέκα χρόνια.

Σημαίνει πως πρέπει να βεβαιωθείς πως όλα είναι εντάξει για να έχει η οικογένειά σου όσο το δυνατό λιγότερους μπελάδες.

Σημαίνει: κάνε τους αποχαιρετισμούς σου.

Έζησα με αυτή τη διάγνωση όλη τη μέρα.

Αργά το απόγευμα μου έκαναν μια βιοψία, που γίνεται με ένα σωλήνα που περνάει από το λαιμό σου στο στομάχι και στα έντερα κι από εκεί μια βελόνα παίρνει λίγα κύτταρα από το πάγκρεας.

Ήμουν ναρκωμένος, αλλά η γυναίκα μου, που ήταν παρούσα, μου διηγήθηκε αργότερα πως όταν οι γιατροί πήραν τα κύτταρα και τα έβαλαν στο μικροσκόπιο άρχισαν να αλαλάζουν, γιατί όπως αποδείχτηκε είχα μια πολύ σπάνια μορφή καρκίνου του παγκρέατος που ήταν ιάσιμη με εγχείρηση.

Έκανα την εγχείρηση και τώρα είμαι μια χαρά.

Δεν έχω ποτέ φτάσει πιο κοντά στο θάνατο, κι ελπίζω να μην φτάσω ποτέ μου κοντύτερα για μερικές δεκαετίες ακόμα.

Έχοντας όμως βιώσει αυτήν την εμπειρία, μπορώ να σας πω κάτι, με λίγο περισσότερη βεβαιότητα από εκείνους για τους οποίους ο θάνατος είναι μια αφηρημένη μόνο έννοια: κανείς δεν θέλει να πεθάνει.

Ακόμα κι όσοι περιμένουν να πάνε στο παράδεισο, θέλουν να φτάσουν εκεί χωρίς να πεθάνουν.

Κι όμως, ο θάνατος είναι η μόνη κοινή μας μοίρα.

Κανείς δεν του ξέφυγε.

Κι έτσι πρέπει να είναι· ο θάνατος είναι μάλλον η καλύτερη εφεύρεση της ζωής.

Είναι ο παράγοντας που διαιωνίζει τη ζωή.

Ξεκαθαρίζει το παλιό και κάνει χώρο για το καινούργιο.

Το νέο τώρα είστε εσείς, αλλά κάποια μέρα, όχι πολύ μακριά από σήμερα, θα γίνετε οι γέροι που προορίζονται να φύγουν.

Συγγνώμη για τον τόνο μου, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

Δεν έχετε πολύ χρόνο, μην τον σπαταλήσετε λοιπόν ζώντας τις ζωές κάποιων άλλων.

Μην αιχμαλωτιστείτε από το δόγμα που λέει να ζείτε σύμφωνα με το τι νομίζουν οι άλλοι.

Μην αφήνετε τη γνώμη των άλλων να πνίξει την εσωτερική σας φωνή.

Και -το σημαντικότερο- να έχετε το θάρρος να ακούτε την καρδιά και τη διαίσθησή σας.

Αυτά με κάποιο τρόπο ξέρουν ήδη τι θέλετε στα, αλήθεια να γίνετε.

Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα.

Επίλογος

Όταν ήμουν νέος, υπήρχε μια φανταστική έκδοση που λεγόταν «ο κατάλογος όλης της Γης» που υπήρξε μία από της «Βίβλους» της γενιάς μου.

Την εξέδιδε και της έδωσε ζωή ένας τύπος που τον λέγαν Στιούαρτ Μπραντ (Stewart Brand) και που ζούσε όχι μακριά από εδώ, στο Μένλο Παρκ.

Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του ,60, πριν τους προσωπικούς υπολογιστές και τα επιτραπέζια εκδοτικά συστήματα, κι όλα έπρεπε να γίνουν με γραφομηχανές, ψαλίδια και μηχανές πολαρόιντ.

Ήταν ένα είδος έντυπου «γκουγκλ», 35 χρόνια πριν βγει το γκουγκλ στο διαδίκτυο: ήταν ιδεαλιστικό, πλημμυρισμένο από γνώσεις και κόλπα.

Ο Στιούαρτ κι οι συνεργάτες του έβγαλαν αρκετά τεύχη του «κατάλογου όλης της Γης» κι όταν φάνηκε πως ξεπερνιόταν, έβγαλαν ένα τελευταίο τεύχος.

Είχαμε φτάσει στα μέσα της δεκαετίας του ,70 κι ήμουν στην ηλικία σας.

Στο οπισθόφυλλο του τελευταίου τεύχους υπήρχε μια φωτογραφία ενός αγροτικού δρόμου την αυγή, του είδους που κάποτε θα βρεθείτε να κάνετε οτοστόπ, αν είστε αρκετά περιπετειώδεις.

Από κάτω έγραφε: «μείνετε αχόρταγοι· μείνετε τρελαμένοι».

Ήταν το αποχαιρετιστήριο μήνυμά του: μείνετε αχόρταγοι· μείνετε τρελαμένοι.

Αυτό ευχόμουν πάντα για τον εαυτό μου.

Αυτό εύχομαι και για σας σήμερα.

Μείνετε αχόρταγοι μείνετε τρελαμένοι!

http://www.lifo.gr/team/readersdigest/26280

Δανείστηκα το κείμενο από το http://happeningeveryday.wordpress.com/

Το video της ομιλίας του Steve Jobs στο youtube:

Advertisements

Υπάρχουν πολύ πιο απλές λύσεις απο αυτές που επεργάζονται μεγάλοι οργανισμοί , επιστήμονες και κάθε λογής ειδήμονες!
Μήπως παρ’ελπίδα κάτι πιο απλό μπορεί να γίνει και με την Ελληνική κρίση και να σταματήσουν διάφοροι  μεγάλοι (;) Οικονομολόγοι και Πολιτικοί να θεωρούν ως θέσφατα  ανοησίες η ιδιοτελείς λύσεις που προτείνουν  στα οικονομικά;

 

  Ανδρέας Θ. Μάντης

 

  1ο πρόβλημα: 


Όταν η NASA άρχισε να στέλνει αστροναύτες στο διάστημα, ανεκάλυψαν πως οι στυλογράφοι  δεν δουλεύανε με βαρύτητα μηδέν,

αφού η μελάνη δεν κατέβαινε για να γράψει. 



Λύση A):


Μετά 6 χρόνια και $12,000,000.00 έφτιαξαν ένα στυλογράφο που δούλευε: κάτω από μηδέν βαρύτητα, ανάποδα, μέσα στο νερό ,

σε οποιαδήποτε επιφάνεια και με θερμοκρασίες που κυμαίνονται από πολλούς βαθμούς υπό του μηδενός μέχρι τους 300 βαθμούς Κελσίου.

Λύση B):
Και οι Ρώσοι; Τι έκαναν; …χρησιμοποίησαν μολύβια!

2ο πρόβλημα:

Μιά πολύ μεγάλη εταιρεία καλλυντικών στην Ιαπωνία δέχθηκε παράπονα από κάποιον πελάτη που αγόρασε ένα κουτί με σαπονι

που είτανε όμως άδειο…

  cid:3.299673983@web26003.mail.ukl.yahoo.com
Αμέσως το πρόβλημα εντοπίστηκε στο αυτόματο σύστημα μεταφοράς των κουτιών από το πακετάρισμα στο τμήμα αποστολής.

Για κάποιο λόγο, ένα άδειο κουτί μπορούσε να περάσει με το υπάρχον σύστημα. 

  Οι υψηλά ιστάμενοι εζήτησαν απο τους μηχανικούς της εταιρείας την άμεση και πιό αποτελεσματική λύση.  

Λύση A):

Αμέσως πέσανε με τα μούτρα στη δουλειά και φτιάξανε μιά ανιχνευτική μηχανή ακτίνων Χ με οθόνες υψηλής διαύγειας που τις προσέχανε δύο άτομα

 και βλέπανε μη τύχει και περάσει κανένα κουτί άδειο.

 Λύση B):

Όταν το ίδιο πρόβλημα παρουσιάστηκε σε μιά μικρή εταιρεία, η διεύθυνση δεν μπλέχτηκε με ακτίνες Χ, ρομπότ, ηλεκτρονικά κτλ.

Αγόρασε έναν ισχυρό ανεμιστήρα και τον τοποθέτησε έτσι ώστε τα κουτιά να περνούν από μπροστά του. Όσα από αυτά είτανε άδεια έβγαιναν

από την γραμμή παραγωγής….πετώντας!
 

3ο πρόβλημα:


Ένας ιδιοκτήτης αλυσσίδας ξενοδοχείων πολυτελείας ταξίδεψε στις Ινδίες, σε μιά πόλη που την είχε επισκεφθεί δύο χρόνια πριν και,

επίσης, κατέλυσε στο ιδιο ξενοδοχείο, που είτανε κατώτερης κατηγορίας από τα δικά του. Η υπάλληλος υποδοχής τον καλωσόρισε χαμογελαστή,

λέγοντας:

 » Καλωσήρθατε και πάλι, κύριε! Τιμή κι’ευχαρίστησή μας να σας ξαναδούμε στο ξενοδοχείο μας!»

Τρομερά εντυπωσιασμένος από την υποδοχή αλλά και το ότι η υπάλληλος τον θυμήθηκε μετά δύο χρόνια, σκέφτηκε πως αυτό θα είτανε πολύ

καλός τρόπος προβολής για τα ξενοδοχεία του.

Μόλις επέστρεψε έβαλε τους υπαλλήλους του να δουλεύουνε για να πραγματοποιήσουν την επιθυμία του.

Λύση A):
Με ένα κόστος $2,500,000.00 κατέβασαν τα καλύτερα προγράμματα αναγνώρισης φυσιογνωμίας, χρονολογίας, ειδικές κάμερες, τμήσεως χρόνου σε μικροδευτερόλεπτα , υπολογισμού ικανότητας υπαλλήλων, κτλ. κτλ..  

Λύση B):

Ο μεγαλοξενοδόχος ξαναταξίδεψε στο εν λόγω ξενοδοχείο και πρόσφερε ένα πολύ σεβαστό ποσό στην υπάλληλο για να του πει τι τεχνολογία

χρησιμοποιούσαν. Η υπάλληλος αρνήθηκε ευγενικά την δωροδοκία και του είπε:

»Κοιτάξτε, κύριε, έχουμε κάνει μιά συμφωνία με τους ταξιτζήδες

να ερωτούν τους πελάτες που μας φέρνουν αν έχουν ξαναέρθει στο ξενοδοχείο μας και, σε καταφατική περίπτωση, όταν ο ταξιτζής φέρνει

εδώ τις βαλίτσες μας κάνει ένα σινιάλο και κερδίζει ένα δολλάριο…» 

Ηθικό δίδαγμα:


Μη περιπλέκεις τα πράγματα !… Φαντάσου τις απλούστερες λύσεις… 

Μάθε να συγκεντρώνεσαι στις λύσεις…όχι στα προβλήματα!………

 

Έλαβα το κείμενο απο τον Βασίλη Χλέτσο, http://xletsos-basilhs.blogspot.com/

 

«Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει  απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά»
Κ.Π.Καβάφης, ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 Μ.Χ.)

Η εκδήλωση “τουμαραθωνίουmarathonproject”, θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, στο Μουσείο Ακρόπολης, στις 31 Οκτωβρίου, 2010, με την αιγίδα και υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.
Η διοργάνωση έχει ως αφορμή την εντυπωσιακή παγκόσμια διασπορά εκδηλώσεων ‘Μαραθωνίου τύπου’(format), και ιδιαίτερα την διεθνή εκδήλωση με τον γενικό τίτλο, ‘The Marathon Project’, την οποία συνέλαβε σαν ιδέα και πρωτοπαρουσίασε στην Στουτγάρδη το 2005, ο επιμελητής Χανς Ούλριχ Όμπριστ.
Ο Όμπριστ συνέλαβε το μαραθώνιο δρώμενο ως ένα διεπιστημονικό μοντέλο, το οποίο, όπως είπε ο Gyorgy Kepes, προσπαθεί να υπερβεί τον φόβο που προκαλεί η διάχυση της γνώσης ώστε να προκύψει μια πλατφόρμα για τη σύσταση νέων πραγματικοτήτων.
Το format αυτό παρουσιάστηκε στη συνέχεια, το 2006, στην Serpentine Gallery του Λονδίνου, με τον τίτλο, Τhe Serpentine Gallery Interview Marathon, αποτέλεσμα συνεργασίας με την Διευθύντρια της Serpentine, Julia Peyton-Jones, η οποία συνέλαβε και το ετήσιο Pavilion commission, ένα παγκόσμια πρωτότυπο και μοναδικό στο είδος του αρχιτεκτονικό πρόγραμμα σε σχέση με τους Μαραθώνιους. Κατά τη διάρκεια του 24ωρου Interview Marathon, ο Όμπριστ και ο αρχιτέκτονας Ρέμ Κούλχας πήραν συνέντευξη από 72 πρωτοπόρους καλλιτέχνες και επιστήμονες, οι οποίοι ως  κάτοικοι του Λονδίνου συνέθεσαν ένα χάρτη εμπειριών της ζωής τους στην πόλη. Έτσι ο Μαραθώνιος αυτός διαμόρφωσε νέες μεθόδους ανίχνευσης των δραστηριοτήτων μιας πόλης αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την αιώνια μεταβλητότητά της. Αντίστοιχα ο Experiment Marathon, τo 2007 (με τον καλλιτέχνη Όλαφουρ Έλιασον ως συνεργάτη) χαρτογράφησε την περιοχή ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη, ενώ ο Manifesto Marathon του 2008 επικεντρώθηκε στις σχέσεις των καλλιτεχνών με την πολιτική, την πολεμική και την ποίηση. Η ποίηση ήταν και το θέμα ενός χωριστού Μαραθωνίου – the Poetry Marathon- το 2009, ενώ με την χαρτογράφηση της επόμενης δεκαετίας ασχολήθηκε ο πλέον πρόσφατος Μαραθώνιος του 2010 – The Map Marathon.
Η προφανής ταυτολογία του τίτλου της εκδήλωσης της Αθήνας προκύπτει από το γεγονός ότι τo “τουμαραθωνίουmarathonproject” -‘ο του Μαραθωνίου Μαραθώνιος’ δηλαδή- θα πραγματοποιηθεί ως μέρος των εορτασμών της επετείου των 2500 χρόνων από τη Μάχη του Μαραθώνα και της διοργάνωσης του φετινού Χρυσού Μαραθώνιου Δρόμου. Αυτός ο Μετα-Μαραθώνιος, ο λόγος, δηλαδή, περί του Μαραθωνίου, προσφέρει την ευκαιρία να συνδεθεί εκ νέου, δημιουργικά και κατά χώρον, το ‘Μαραθώνιο μήνυμα’ τόσο με το κέντρο εκπόρευσής του, όσο και με τους πολυάριθμους αναμεταδότες και πολλαπλασιαστές του διεθνώς.
Η συγκεκριμένη εκδήλωση πραγματοποιείται σε μια χρονική στιγμή και μια μεταιχμιακή συνθήκη, η οποία αποδεικνύεται κρίσιμη και αποφασιστική για τη διαμόρφωση της ευρύτερης φυσιογνωμίας της Ελλάδας. Ο στοχασμός για έναν νέο Ανθρωπισμό, όπως τον αναδεικνύει η σύγχρονη κουλτούρα, η ερμηνεία και επανερμηνεία της αρχαιότητας, των τοπικών παραδόσεων και της πρωτοπορίας, σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο υβριδικών μορφών, η επαναδιαπραγμάτευση της έννοιας του Άλλου (η οποία αναδύεται μέσα από την ίδια τη Μάχη του Μαραθώνα και τους ‘Πέρσες’ του Αισχύλου), η συμβολική μεταμόρφωση του πολεμιστή στον αγωνιστή Φειδιππίδη, και ο ρόλος των τεχνών στην απο-μνημόνευση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, είναι μερικά από τα θέματα αυτής της διοργάνωσης.
Επιμελητές της εκδήλωσης “τουμαραθωνίουmarathonproject” είναι οι Hans Ulrich Obrist και Νάντια Αργυροπούλου και συμμετέχουν καλλιτέχνες, λογοτέχνες, ποιητές, φιλόσοφοι και επιστήμονες, από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το υλικό της εκδήλωσης θα εκδοθεί με τη μορφή βιβλίου με διεθνή διανομή.
Τo “τουμαραθωνίουmarathonproject” οργανώνει η μη κερδοσκοπική, πολιτιστική πρωτοβουλία ‘Σαπρόφυτα’.
Πραγματοποιείται με τη συμβολή του Ιδρύματος Σύγχρονης Τέχνης ΔΕΣΤΕ και τη συνεργασία του Μουσείου Ακρόπολης.
Τo “τουμαραθωνίουmarathonproject”  οργανώθηκε με την αιγίδα και υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.
Η υλοποίησή του έγινε δυνατή χάρη στην υποστήριξη της ΟΠΑΠ Α.Ε.
Κυριακή 31/10/2010,  ώρα έναρξης 16:00, Μουσείο Ακρόπολης. Ελεύθερη είσοδος
Πληροφορίες: saprofyta@gmail.com       http://saprofytablog.blogspot.com
Πρόγραμμα:
16:00 – 16:15
Welcome: Prof. Dimitris Pantermalis, president of the Acropolis Museum,
16:15 – 19:00
Christodoulos Panayiotou  (performer Nicolas Stylianou)
Julia Peyton Jones   (skype)
Nanos Valaoritis
Jeff Koons
Etel Adnan    (skype )
Panos Koutrouboussis
Natalia Mela
Huang Yiong Ping
Giorgos Koumendakis (music by Thodoris Patsalidis)
Zyranna Zateli (with Nikos Mpakounakis)
Nikolaus Hirsch
19.00 -22:00
Anna Boghiguian
Stelios Ramfos
Yorgos Tzirtzilakis
Sarah Morris
Dimitris Dimitriadis
Daniel Birnbaum     (skype)
Nairy Baghramian
Kostis Velonis
Leda Papakonstantinou
Angelos Papadimitriou
Simon Fujiwara
Athanasios Argianas   (theremin player- performer Thodoros Pistiolas)
22:00 – 1:30
Andreas Angelidakis
Armand Marie Leroi
Maria Papadimitriou
Vassilis Papavassiliou
Cristiana Soulou
Eva Stefani
Fivi Giannisi
Yiannis Varelas
Societe Realiste & Giorgos Papadopoulos
Vangelis Vlahos
Yiannis Papadakis
Yorgos Sapountzis
Antonis Liakos & Emilia Salvanou
Presentation throughout in monitors
Luigi Ontani (photo performance)
Iannis Xenakis (video interview)
Web + App
Angelo Plessas participates with the web work and an i-phone/i-pad application ‘zigzagmarathonphilosophy’   www.zigzagmarathonphilosophy.com
Τo “τουμαραθωνίουmarathonproject” οργανώνει η μη κερδοσκοπική, πολιτιστική πρωτοβουλία ‘Σαπρόφυτα’
Επιμελητές: Hans Ulrich Obrist, Nάντια Αργυροπούλου
Γενικός Συντονισμός: Μαρίνα Βρανοπούλου
Οργανωτική Ομάδα:
Νίκη Δημοπούλου, Παραγωγή
Αντωνία Χουβαρδά, Παραγωγή
Βοηθοί Παραγωγής:
Μαίρη Γιαννακοπούλου, Αντώνης Κοντρογιάννης, Πέτρος Κοσμάς, Γιοβάννα Λύκου, Μαρία Νοδαράκη, Κωνσταντίνος Τσέτσος
Βοηθοί έρευνας:
Mαλβίνα Παναγιωτίδη, Κώστας Στασινόπουλος, Εβίτα Τσοκαντά
Σχεδιασμός υλικού διοργάνωσης: Mouse Graphics
Μεταφράσεις: Στέφανος Bacigal

Oι 5 Εντολές, του Στιβ Τζομπς

Το απόσταγμα του επιχειρείν, από τον γκουρού της ψηφιακής έκρηξης

Image
  1. ΜΗΝ ΠΑΣ ΣΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ, ΓΙΝΕ ΠΕΙΡΑΤΗΣ!

«Η καινοτομία είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον ηγέτη και σε όσους ακολουθούν από πίσω ασθμαίνοντας. Γιατί να καταταγείς στο Ναυτικό, αφού μπορείς να γίνεις πειρατής με το δικό σου πειρατικό καράβι;».

 

2.   ΜΗΝ ΠΟΥΛΑΣ ΖΑΧΑΡΟΝΕΡΟ ΜΙΑ ΖΩΗ…

«Θες να περάσεις τη ζωή σου πουλώντας ζαχαρόνερο ή προτιμάς να αλλάξεις τον κόσμο;». Είναι η μνημειώδης ερώτηση με την οποία ο Τζόμπς έπεισε το 1983 τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο της Pepsi Τζον Σκάλι να αναλάβει την Apple.

 

3.  ΘΥΜΗΣΟΥ: ΟΙ «ΤΡΕΛΟΙ» ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

«Αυτοί που αποκαλείτε «τρελούς», «απροσάρμοστους» και «επαναστάτες» πάνε μπροστά στο ανθρώπινο γένος. Αλλάζουν τον ρου της Ιστορίας με την καινοτόμο σκέψη και τις ριζοσπαστικές τους αποφάσεις

 

4. ΣΗΚΩ ΠΑΝΩ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

«Το καλύτερο που μου συνέβη ποτέ ήταν η απόλυσή μου από την Apple (το 1985). Αντικατέστησα το βάρος της επιτυχίας με το ανάλαφρο συναίσθημα του να αρχίσω ξανά τη ζωή μου από την αρχή, να καταπιαστώ με κάτι ολότελα καινούριο».

 

5. ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΣΟΥ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

«Τα πάντα, από την προσωπική μου περηφάνια ως τις επαγγελματικές μου προσδοκίες, χάθηκαν μπροστά στο ενδεχόμενο του θανάτου μου. Ήταν η καλύτερη απόδειξη οτι πρέπει πάντα να ακολουθείς την καρδιά σου και τα ονειρά σου».

http://www.lifo.gr/now/view/4226

The Lyrist and the Fairies ( Traditional Cretan folktale)
Από Sasha Chaitow

According to legend, anyone wanting to learn to play the lyre properly, goes to an empty crossroad at midnight, and carves a circle into the ground with a black-handled knife. He sits inside it and begins to play. Soon, fairies appear all around him. They do not mean well, because they want to silence him. Since they can’t enter the circle, they try to lure him out with sweet words and songs and every kind of temptation. But, if he is wise, he turns his heart to stone and keeps playing. «But you can’t play,» they say to him when they see their efforts going unrewarded. «Why are you wasting your time trying to play?»»That’s what I learned, that’s what I play,» replies the lyrist, «What do you care?»»Oh, but we don’t,» they chime, «we just want to teach you how to play properly, to play so that even the rocks will dance for you.» And they keep imploring him to leave the circle. He pays no attention. A little later, they ask him only for the lyre. He passes it to them, taking care not to let his hand or any other part of his body outside the circle, because it will be cut off, or he will go mad. Then one of the fairies takes the lyre, plays breathtakingly for a few moments, and returns it to him angrily. «Take it. You don’t trust us enough to leave the circle, and you expect us to teach you?»The lyrist ignores them, and keeps playing badly. The fairies keep trying to trick him into putting his hand outside the circle. Finally, when the cock crows, so that they not be caught by light of day, they ask him to give them anything he chooses, so that they can teach him to play. He pushes the tip of his little finger just past the border of the circle, and they cut it off right away.
But, they don’t trick him. In a few moments, they teach him to play just like then, and then they vanish.

That is why, when a good lyrist is paid a compliment, sometimes says: «Oh, you think? I learned to play at the crossroads….»


Traditional Cretan folktale. Source: http://www.stigmes.gr/gr/grpages/articles/stavrodromi.html%5D.

 

του Αριστείδη Χατζή Vice Versa


Δεν είναι ψέμα, αν εσύ το πιστεύεις
George Costanza

Οι τρεις κυρίες που κάθονταν ακριβώς από πίσω μου στο θέατρο συζητούσαν στο διάλειμμα για τον συγγραφέα. Το έργο ήταν ο Θείος Βάνιας και ο συγγραφέας ο Άντον Τσέχωφ, ο οποίος, σύμφωνα με τη μία από τις κυρίες που φαινόταν να ξέρει πολλά, ήταν δημόσιος υπάλληλος. Η ίδια κυρία, με αφορμή τις γνώσεις της για τα επαγγελματικά του Τσέχωφ, συνέχισε να εντυπωσιάζει τις φίλες της κάνοντας μια σύντομη ανάλυση της σχέσης της τέχνης με την εργασία στο δημόσιο. Ο Τσέχωφ, όπως και οι υπόλοιποι λογοτέχνες-δημόσιοι υπάλληλοι, διοχέτευε στο έργο του την ανεκμετάλλευτη δημιουργικότητά του. Βέβαια, στην πραγματικότητα, ο Τσέχωφ ήταν γιατρός και αρκετά ευκατάστατος γαιοκτήμονας ώστε να προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του σε πολλές περιπτώσεις. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κυρία στην πίσω σειρά δεν το γνώριζε, το πρόβλημα είναι ότι κατασκεύασε μία ολόκληρη θεωρία για την ιστορία της λογοτεχνίας βασισμένη στις ελλιπείς της γνώσεις που όμως διέδιδε με μεγάλη αυτοπεποίθηση.

Στην περίφημη σκηνή του Νευρικού Εραστή (Annie Hall) του Γούντυ Άλλεν, ο πρωταγωνιστής (ο ίδιος ο Άλλεν) περιμένει σε μια μεγάλη ουρά μπροστά σε ένα κινηματογράφο μαζί με τη φίλη του (Νταϊάν Κίτον) και εκνευρίζεται καθώς αναγκάζεται να ακούει τις μπουρδολογίες για τον Φελίνι και τον Μπέκετ ενός τύπου που στέκεται ακριβώς από πίσω του στην ουρά: «Θα πάθω εγκεφαλικό!» λέει στην Κίτον. Ο τύπος όμως συνεχίζει τις μπαρουφο-αναλύσεις του για τον Μάρσαλ ΜακΛούαν μέχρι που ο Γούντυ αγανακτισμένος στρέφεται προς την κάμερα για να αναρωτηθεί τι θα πρέπει να κάνει όταν είναι αναγκασμένος να ανέχεται τις βλακείες κάποιου σε παρόμοιες περιστάσεις. Ο άλλος διαμαρτύρεται έντονα λέγοντας ότι έχει δικαίωμα να διατυπώνει την άποψή του και στο κάτω-κάτω διδάσκει ένα σχετικό μάθημα στο Πανεπιστήμιο Columbia και γνωρίζει πολύ καλά το έργο του ΜακΛούαν! «Α, ναι;» απαντάει ο Γούντυ, «ωραία, γιατί τυχαίνει να έχω εδώ τον ίδιο τον ΜακΛούαν!» Φυσικά εμφανίζεται ο ΜακΛούαν στην οθόνη και εξευτελίζει τον τύπο: «Δεν έχεις ιδέα για το έργο μου! Είναι εντυπωσιακό και μόνο το γεγονός ότι σε προσέλαβαν να διδάξεις οτιδήποτε..». Ο Γούντυ ξαναστρέφεται στην κάμερα και μονολογεί: «Μακάρι και η πραγματική ζωή να ήταν έτσι..»

Όμως η πραγματική ζωή δεν είναι έτσι. Ο Τσέχωφ δεν εμφανίστηκε στην κεντρική αίθουσα του Εθνικού Θεάτρου και η κυρία στην πίσω σειρά συνέχισε τη γεμάτη ανακρίβειες ανάλυσή της απολαμβάνοντας τον ανυπόκριτο θαυμασμό των άλλων κυριών που μάλλον αποστήθιζαν τη διάλεξη για να την μεταφέρουν στο δικό τους περιβάλλον με το ανάλογο τελετουργικό ύφος εγκυρότητας.

Όλοι κάνουμε λάθη και ο συγγραφέας αυτού του κειμένου έχει σίγουρα το μερίδιό του στα σφάλματα. Υποθέτω ότι θα συνεχίζω να κάνω λάθη και ελπίζω ότι θα βρίσκεται πάντα κάποιος ή κάποια να μου τα επισημαίνει.

Όμως το πρόβλημα δεν είναι το απλό λάθος που οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει αλλά το σοβαρό σφάλμα που μπορεί να διαπράξει εξαιτίας μιας ψευδοεπιστημονικής πλάνης. Είναι απαράδεκτο το 2011, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα να είναι τόσο δημοφιλείς στην Ελλάδα απόψεις που ταιριάζουν στο μεσαίωνα. Είναι αδιανόητο να περιτριγυρίζεσαι από θρησκείες και κινήματα που δεν τις έχει αγγίξει ο διαφωτισμός. Είναι σουρεαλιστικό να ακούς θεωρίες συνομωσίας που είναι τόσο ευφάνταστες και ταυτολογικές όσο λίγες ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Είναι ανατριχιαστικό να ακούς νέους ανθρώπους να απορρίπτουν την επιστήμη και να υπερασπίζονται τον τσαρλατανισμό. Είναι τραγικό να βλέπεις πόσο αδύναμη είναι πολλές φορές η γνώση απέναντι στην αυτοπεποίθηση της κτηνώδους άγνοιας.

Όποια ώρα κι αν ανοίξεις την τηλεόραση, όπου κι αν ψάξεις στο internet, όποια εφημερίδα κι αν διαβάσεις, θα πέσεις πάνω στους έμπορους της άγνοιας. Σε εκείνους δηλαδή που επιβιώνουν και ενίοτε πλουτίζουν, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια αυτών που τους εμπιστεύονται και βασιζόμενοι στις ελλιπείς γνώσεις που έχουν οι περισσότεροι για διάφορα ζητήματα (ιστορία, διεθνής πολιτική, οικονομικά, κλπ.). Καθώς είναι αρκετά δύσκολο να επενδύσει κάποιος στη συγκέντρωση των απαραίτητων πληροφοριών και να επιλέξει τις αξιόπιστες πηγές, γιατί δεν διαθέτει το χρόνο και τα απαραίτητα εργαλεία για να το κάνει, αναζητά κάτι απλό και εύπεπτο. Κάτι που να τον κάνει να αισθάνεται ειδήμων και έξυπνος με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια και το μικρότερο κόστος. Επιπλέον είναι παρηγορητικό να διαβάζεις θεωρίες συνωμοσίας, με καλούς, κακούς, ισχυρούς, αδύνατους, αδικημένους και δολοπλόκους. Η γοητεία αυτών των αφηγήσεων έγκειται στην απλοϊκότητά τους όσον αφορά στη δόμηση ενός κόσμου που μπορεί να κατανοηθεί από όσους δεν μπορούν να αντιληφθούν ή να ανεχθούν την πολυπλοκότητα.

Δόξα τω θεώ υπάρχουν αρκετοί επιτήδειοι που κάνουν ακριβώς αυτό: πουλάνε την επίφαση της γνώσης και ζουν εκμεταλλευόμενοι την άγνοια. Αντί να σπουδάσεις ιστορία για 4-5 χρόνια και να διαβάσεις 100-150 εγχειρίδια για να αποκτήσεις τις βασικές απλώς γνώσεις σε ένα τεράστιο αντικείμενο, βλέπεις το Zeitgeist και τα μαθαίνεις όλα αυτά σε λίγα λεπτά – ανήκεις μάλιστα σε μια «επίλεκτη» ομάδα ανθρώπων που γνωρίζουν πολύ περισσότερα από τους υπόλοιπους που μελετάνε τη «συμβατική ιστορία» («οι βλάκες!») χάνοντας τον χρόνο τους.

Αντί να καθίσεις να μελετήσεις οικονομικά (ένα πολύ δύσκολο και τεχνικό αντικείμενο), βλέπεις την ταινία του Michael Moore ή ένα κλιπάκι της συμφοράς στο internet και έχεις καταλάβει πώς λειτουργεί ο παγκόσμιος καπιταλισμός, ποιος κατευθύνει την παγκοσμιοποίηση και ποιος παγίδεψε την Ελλάδα στο σατανικό σχέδιο του μνημονίου. Αντί να αντιμετωπίσεις τα πραγματικά προβλήματα με αποτελεσματικά μέσα αναζητάς τον Dr. Evil.

Δυστυχώς ή ευτυχώς για την κατάκτηση της γνώσης υπάρχει ένας μόνο δρόμος, κι αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος που προσφέρει η επιστήμη. Οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια να κατανοήσεις τον κόσμο με άλλα εργαλεία είναι το αντίστοιχο του να προσπαθήσεις να μάθεις αστρονομία διαβάζοντας το ωροσκόπιο στην εφημερίδα.

Όμως η άγνοια δεν είναι προνόμιο αυτών που δεν είχαν την τύχη να συναντηθούν με την επιστήμη, ούτε η γνώση συνδέεται απαραίτητα με τα τυπικά πτυχία αλλά περισσότερο με την ουσιαστική ικανότητα να διακρίνεις τους έγκυρους τρόπους απόκτησης της γνώσης. Η ικανότητα αυτή όμως αποκτάται μετά από χρονοβόρα και ιδιαίτερα απαιτητική επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η ψευδαίσθηση της γνώσης δεν περιορίζεται στο πνευματικό προλεταριάτο. Πρόσφατα διάβασα τρία διαφορετικά κείμενα καθηγητών Νομικής για την οικονομική κρίση. Οι τρεις αυτοί συγγραφείς είναι καλοί νομικοί, διακεκριμένοι στον τομέα τους και με πολλά χρόνια σπουδών. Όμως αποφάσισαν να ασχοληθούν με ένα οικονομικό φαινόμενο και να ασκήσουν κριτική στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης (καθόλα θεμιτό καθώς η πολιτική αυτή σηκώνει πολλή κριτική). Όμως διαβάζοντας τις αναλύσεις και τα επιχειρήματά τους, ακόμα και ένας πρωτοετής φοιτητής οικονομικού τμήματος θα εντόπιζε με μεγάλη ευκολία τα λάθη και τις ανακολουθίες. Γιατί όμως ένας σοβαρός επιστήμονας να ασχοληθεί με κάτι που δεν γνωρίζει ή μάλλον γιατί να νομίζει ότι γνωρίζει κάτι για το οποίο δεν έχει προφανώς ιδέα; Στη θεωρία του δικαίου το φαινόμενο αυτό ονομάζεται νομικός φορμαλισμός: η ψευδαίσθηση που έχουν πολλοί νομικοί ότι σε όλα τα ερωτήματα αρκούν για την απάντηση τα αναλυτικά εργαλεία και οι έννοιες της νομικής επιστήμης – οι άλλες επιστήμες είναι περιττές.

Ο νομικός φορμαλισμός δεν περιορίζεται στην άγνοια των οικονομικών. Εκτός από τους νομικούς που εκφράζουν μερκαντιλιστικές απόψεις του 16ου αιώνα στα άρθρα τους, έχουμε και τους νομικούς που ασχολούνται με τη φύση του γενετικού υλικού (είναι «πράγμα» ή «στοιχείο της προσωπικότητας») θεωρώντας απόλυτα φυσικό να μην κάνουν καμία αναφορά σε θεωρίες βιοηθικής και κυρίως τους νομικούς που ασχολούνται με τη ρύθμιση μιας κοινωνίας που δεν γνωρίζουν, γιατί δεν θεωρούν απαραίτητο να χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία των εμπειρικών κοινωνικών επιστημών για να την κατανοήσουν. Φυσικά δεν είναι μόνο νομικοί αυτοί που διακρίνονται για την επίδειξη της αυτάρεσκης ημιμάθειάς τους αλλά και πολλοί άλλοι. Η καλή γνώση μιας επιστήμης δεν σου δίνει αυτόματα την αυθεντία και σε όλες τις άλλες.


Το πρόβλημα με τους διανοούμενους (με και χωρίς εισαγωγικά) που εκφράζουν δημόσια τις απόψεις τους είναι ότι δεν υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να ελέγξει το κοινό την ποιότητά τους. Μπορούν να λένε ό,τι θέλουν. Από τον Michael Moore, τον Max Keiser, το Zeitgeist και τη Naomi Klein μέχρι τους εγχώριους μεταπράτες των θεωριών συνωμοσίας, τους αμόρφωτους δημοσιογράφους και τους διανοούμενους της συμφοράς, οι διαφορές είναι ελάχιστες. Η ομοιότητα όμως είναι μία και σημαντική: θα προωθήσουν τη δική τους ατζέντα σπεκουλάροντας στη δική μας άγνοια. Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να τους εμποδίσουμε παρά μόνο η περισσότερη γνώση, η ευρύτερη πληροφόρηση και φυσικά η επιστήμη – το καλύτερο όπλο απέναντι στην πλάνη.

Ο Αριστείδης Χατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα διαβάσει με ενδιαφέρον τα σχόλιά σας που θα στείλετε στο ahatzis@phs.uoa.gr. Μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του για περισσότερα. Τη σκηνή από το Νευρικό Εραστή θα τη βρείτε εδώ. Περισσότερα και πολύ ενδιαφέροντα για το θέμα θα διαβάσετε στο εξαιρετικό άρθρο του Michael Shermer στο Scientific American και ειδικά για το Zeitgeist σ’ αυτό το κείμενο από το Skeptic Magazine. Στο Skeptic Magazine γράφουν μερικοί από τους μεγαλύτερες επιστήμονες διεθνώς με σκοπό να απαξιώνουν τις εκάστοτε ψευδοεπιστημονικές αντιλήψεις. Τέλος, αρκετοί έλληνες νομικοί γνωρίζουν πολύ καλά οικονομικά. Σας συστήνω ενδεικτικά τα κείμενα των Πέτρου Γέμτου, Παναγιώτη Γκλαβίνη, Γιώργου Δελλή και Ιωάννη Ληξουριώτη.

Εδώ θα βρείτε το δημοσιευμένο κείμενο σε PDF

http://www.economicanalysisoflaw.org/2011/01/blog-post.html

Από το http://www.realpolitics.gr/index.php/archives/31922

Κηδεύουμε έναν Θέμελη και έχει πολύ κόσμο. Άσε με τώρα. Είναι εδώ ο Παπανδρέου, ο Σημίτης… Θα σε πάρω εγώ, μόλις ξεμπερδέψουμε». Έτσι βιαστικά έκλεισε ο ψάλτης το τηλέφωνο του. Από την εκκλησία ακούγονταν τα τελευταία κυρ Ελέησον και πίσω από το ιερό επικρατούσε ένταση. «Εσείς οι 6 να πάτε μέσα για το φέρετρο, οι υπόλοιποι φορτώστε τα στεφάνια». Η μαύρη καρότσα του φορτηγού άρχιζε να ασπρίζει. Άσπρα γαρύφαλλα, άσπρα κρίνα, άσπρες κορδέλες, «Στον αγαπητό μας Νίκο», «Στον φίλο μας Νίκο», «Στον Νίκο μας»… Και να σκεφθεί κανείς ότι ο «αγαπητός τους φίλος» δεν ήθελε στεφάνια και η λεβέντισσα γυναίκα του είχε ζητήσει δημοσίως αντί για λουλούδια μιας ώρας να κατατεθούν προσφορές στην Action Aid. Αλλά εδώ που τα λέμε, τον Νίκο δεν τον άκουγαν ζωντανό, «τώρα» θα τον άκουγαν;

«Να ξεκινήσει το φορτηγό να πάει στον τάφο να περιμένει».

Ο Σημίτης είχε αρχίσει να μιλάει. «Τον Νίκο τον γνώρισα το 1981». Ήταν άραγε πολιτικός ο Θέμελης; Όχι δεν ήταν. Τριάντα χρόνια μέσα στην πολιτική και δεν πήρε τίποτε. Ούτε καν δόξες και τιμές. Το μόνο του κέρδος ίσως, ήταν ότι γνώρισε τόσο καλά τους πολιτικούς που τους περιόρισε σε κομπάρσους στα βιβλία του.

Όταν βγήκε η «Αναζήτηση» ο Θέμελης το δικαιολόγησε με ένα ψέμα. «Έτυχε και το έγραψα, δεν θα γράψω άλλο». Καλά πότε, πως; «Το βράδυ το υπαγόρευα στα κορίτσια του γραφείου». Η εξομολόγηση του, απέκτησε αμέσως εικόνα. Τα φώτα στις μαρμάρινες σκάλες του Μαξίμου σβηστά, η επίσημη πόρτα κλειδωμένη και αυτός στη πίσω μεριά, στο γραφείο του, να φτιάχνει ιστορίες με τις σημειώσεις του. Αν έστηνες αυτί ίσως και να τον άκουγες. Μαζί με το τραντζιστοράκι του Λοχαγού των Ευζώνων.

Κάθε φορά που έβγαζε ένα βιβλίο έλεγε το ίδιο ψέμα. «Το τελευταίο μου είναι. Δεν θα γράψω άλλο». Παράλληλα αρνιόταν ότι τα βιβλία του είναι πολιτικά. «Ο τυφλός εθνικισμός, ο επεκτατισμός, η μεγαλομανία είχαν οδηγήσει στις μείζονες καταστροφές», έγραφε στην «Αναλαμπή». «Αυτό τι είναι, δεν είναι πολιτική;» τον ρώτησα. «Μα που την βλέπεις την πολιτική», επέμενε. Κανένας βέβαια δεν το πίστευε. Ο λογοτέχνης Θέμελης απέκτησε εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες που πίσω από τις γραμμές αναζητούσαν λύσεις. «Τα βιβλία του ήταν τα μανιφέστα του εκσυγχρονισμού». Το είπε και ο Σημίτης στον επικήδειο. Όχι στον πολιτικάντικο  εκσυγχρονισμό με τους πράσινους, ροζ και γαλάζιους κόκκους, αλλά στον άλλο του Διαφωτισμού. «Ο Θέμελης πίστευε ότι πολιτική είναι να λες την αλήθεια και όχι ανεύθυνες υποσχέσεις». Σε αυτό το σημείο του επικήδειου κανένας από τους πολιτικούς – τους υπουργούς και τους πρώην υπουργούς – δεν χαμήλωσε το βλέμμα.

«Θα σε δω καθόλου» τον ρώτησα αρχές Ιουλίου. Τον είχα αναζητήσει δυο φορές στο γραφείο της Ακαδημίας, απουσίαζε και είχα αναγκαστεί να τηλεφωνήσω στο σπίτι. «Δεν είμαι καλά και δεν θέλω να βγαίνω». Πριν 8-9 χρόνια που είχε μαθευτεί η αρρώστια, μου το είχε διαψεύσει. «Μια περιπέτεια ήταν και πέρασε». «Δεν αφήνεις τα ψέματα», πέρασα στην αντεπίθεση, «πάλι κλείνεσαι μέσα για να γράψεις;». «Μπα τελείωσαν τα ψέματα δεν γράφω άλλο. Πονάω».

Η «έξοδος του» από την εκκλησία πνίγεται σε χειροκροτήματα. Πολλές γυναίκες κλαίνε. «Παραμερίστε παρακαλώ, παραμερίστε». Η εντολή δίνεται μάλλον από συνήθεια γιατί όλοι από μόνοι τους υποχωρούν για να περάσει.

Τα παιδιά του γραφείου τελετών αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα με την ανηφόρα και φορτώνουν τη σωρό στην νεκροφόρα. Οι περισσότεροι πολιτικοί βιάζονται να γυρίσουν στις δουλειές τους, κάνουν μεταβολή και παίρνουν την κατηφόρα. Οι παπάδες στην κορυφή αρχίζουν τα Χριστός Ανέστη – μαζί τους και ο ψάλτης που συνεχίζει να αναρωτιέται «ποιος είναι αυτός ο Θέμελης» που έχει τόσους φίλους.

του Σταύρου Θεοδωράκη

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=8446

Επόμενη σελίδα: »