Σεπτεμβρίου 2015


κείμενο μου από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ- Εν Ιορδάνη

Ο Άγγελος της Ιστορίας (η Μνήμη και η Λήθη)

                          

Πού θα μάθω ποιος είμαι;

Όταν ξυπνήσω από τον εαυτό μου

και ονειρευτώ το ταραγμένο σχήμα της αβύσσου

Miguel de Barrios (1635-1701)

Η μνήμη και η λήθη είναι ένα από τα θέματα που με απασχολούν και κατά καιρούς έχω μοιραστεί ορισμένες σκέψεις μου, μεταξύ άλλων και σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο Bleeding Angels. Μου ξαναήρθε με μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχα με τον Μάνο Βαβαδάκη μετά την παράσταση Ο σεισμός στη Χιλή, στο Bios.

Τι μας έλεγε στο ποίημά του ο de Barrios πριν από τριακόσια χρόνια; Όταν ξυπνήσω από τον εαυτό μου και ονειρευτώ το ταραγμένο σχήμα της αβύσσου…

angelusnovus

Όταν δηλαδή ξεφύγω απ’ ό,τι θεωρεί η καθημερινή λογική μου δεδομένο ανοίγοντας τη θύρα – ποιας αβύσσου; Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αναφερόταν σε βύθιση στο σκοτεινό κόσμο του άγνωστου τότε ασυνειδήτου;

Κι αν είναι έτσι, τι είναι τo ασυνείδητο; Κατά τους Λακανιστές, ασυνείδητο δεν είναι η μνήμη που έχει χαθεί σε μια βυθισμένη «ήπειρο», αλλά το να μην θυμάσαι αυτό που ξέρεις.

Το να μην θυμάσαι αυτό που ξέρεις, υπονοεί χρονικό διάστημα. Κάποτε υπήρξε ένα γεγονός που η ανάμνησή του χάθηκε στη λήθη. Ενδεχομένως μπορεί να συνέβηκε πριν τη σημερινή ζωή μου. Στην περίπτωση αυτή όμως, πώς μπορώ να έχω την ανάμνηση;

Το ορθολογιστικό πνεύμα της Δύσης μάς έχει μπολιάσει με την ιδέα πως ο χρόνος και μαζί του η Ιστορία γίνονται αντιληπτά ως πορεία μιας ατμομηχανής που με σταθερό ρυθμό ταξιδεύει  χωρίς σταματημό πάνω στις ράγες της προόδου.

Επομένως, το παρελθόν δεν είναι παρά το σύνολο των γεγονότων και των αιτιών που λογικά οδηγούν στο παρόν κι από κει στο μέλλον. Είναι η στέρεα ιδέα που ανέπτυξε πριν μερικές δεκαετίες ένας φωστήρας και από τους πρώτους οικονομολόγους αστέρες των media, ο Φουκουγιάμα, διατυμπανίζοντας το τέλος της Ιστορίας. Η Ιστορία βεβαίως δεν τέλειωσε και οι ιδέες τους μας έχουν φέρει στη σημερινή παγκόσμια κρίση.

Αυτούς τους ανθρώπους και τις απόλυτες ορθολογικές απόψεις τους θυμάμαι διαβάζοντας για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν  και το δοκίμιό του Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας.

Ο φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν  (1892-1940) είχε καταφύγει στο Παρίσι μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Αρχές του 1940, νιώθοντας το σκοτάδι να τον πλησιάζει, αποφασίζει με μια ομάδα Εβραίων να φύγουν από τη Γαλλία, να διασχίσουν τα Πυρηναία για να φτάσουν στην Ισπανία, μετά στην ουδέτερη Πορτογαλία, και από εκεί να ταξιδέψουν στην Αμερική.

Κατά τη διάρκεια του τρομακτικού αυτού χρονικού διαστήματος για τη ζωή του, γράφει τις σύντομες Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Δεν είναι ένα συνηθισμένο φιλοσοφικό έργο επηρεασμένο από την κρισιμότητα της εποχής, με μαρξιστικές ή άλλες επαναστατικές θέσεις. Αντίθετα, προκαλεί εντύπωση ότι στο πολύ μικρό αλλά σπουδαίο αυτό σύγγραμμα είναι παρούσες η εβραϊκή μυστική παράδοση αλλά και η χριστιανική…

Καθώς όμως η ομάδα διασχίζει τα Πυρηναία, το φθινόπωρο του 1940, συλλαμβάνεται από την Ισπανική συνοριοφυλακή. Πριν τους παραδώσουν στους Ναζί, ο Μπένγιαμιν αυτοκτονεί με χάπια μορφίνης.

Στο βιβλίο του, ωστόσο, έχει προλάβει να περιγράψει συνοπτικά με μια εικόνα, την πορεία της Ιστορίας:

«Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με τον τίτλο Angelus Novus. Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος, που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι που μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Διάπλατα τα μάτια του, ανοικτό το στόμα και τεντωμένες οι φτερούγες του. Έτσι πρέπει να είναι και ο Άγγελος της Ιστορίας. Στραμμένο το πρόσωπό του προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός  βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα..

»Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παραδείσου κι αδράχνει τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Τον ωθεί αυτή η θύελλα ασταμάτητα προς το μέλλον, στο οποίο στρέφει την πλάτη, ενώ ο σωρός από ερείπια φτάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Ό,τι αποκαλούμε εμείς πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα».

Μέσα σε αυτό το σωρό ερειπίων που παρατηρεί ο άγγελος,  η μνήμη δεν διασώζεται σε μια λογική συνεχή πορεία αλλά με μια έκλαμψη ή ένα όραμα «με τρόπο που προσομοιάζει σε ιεροφάνεια ή στο ποιητικό άγγιγμα της μούσας».

Η ατμομηχανή της Ιστορίας που μας έχουν επιβάλλει, είναι ένα όχημα που κανείς δεν γνωρίζει τον οδηγό του και τρέχει ασυγκράτητο προς ένα άγνωστο προορισμό. Το πολυδιαφημισμένο μέλλον των επόμενων γενιών, είναι μια μαγική εικόνα μπροστά στην οποία οι υπνοβατούντες επιβάτες έμαθαν να λησμονούν τόσο το παρελθόν, όσο –και κυρίως– το παρόν.

«Η αυθεντική εικόνα του παρελθόντος γλιστρά φευγαλέα. Το παρελθόν μπορεί να συλληφθεί μόνο σαν εικόνα που αστράφτει τη στιγμή ακριβώς της αναγνώρισής της και μετά χάνεται μια για πάντα». Για να συλλάβεις τη στιγμή, πρέπει να είσαι συνειδητός κάθε λεπτό του τώρα της ύπαρξής σου.

Το παρόν μας έχει εγγενώς τη δυνατότητα να λυτρώσει το παρελθόν. Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του «με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά», αλλά (σημαίνει) «το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου». Κινδύνου που απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του, τους ανθρώπους του παρόντος μας.

Θέτοντας όμως σε αμφισβήτηση τη γραμμική αντίληψη του κόσμου, για ποια μνήμη μιλάμε;

Κατά την πάγια αντίληψη, μνήμη είναι η σχέση του υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού, με το παρελθόν του. Ένα παρελθόν δεδομένο και αναλλοίωτο, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης.

Για τους  Έλληνες, μνήμη είναι η α-λήθεια, η μη-λήθη του όντος.

Για τους Εβραίους, αλήθεια είναι η άρνηση του θανάτου. Ας θυμηθούμε το μεσαιωνικό μύθο του Γκόλεμ. Ένας ραβίνος έπλασε το πλάσμα αυτό από πηλό, το οποίο απέκτησε ζωή όταν χάραξε τη λέξη αλήθεια, emet, στο μέτωπό του. Και κατέρρευσε όταν αφαίρεσε το πρώτο γράμμα, και απέμεινε το met, το νεκρό, η λήθη…

Ξεχασμενο μέσα στον εαυτό του στον μεγάλο ύπνο έχοντας λησμονήσει πως κάποτε ονειρεύτηκε το ταραγμένο σχήμα της αβύσσου

Πηγές

Σάββας Μιχαήλ, Μορφές του Μεσσιανικού, Άγρα

«Χρόνος και Μνήμη στις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Walter Benjamin και το παράδειγμα μιας περφόρμανς από την ομάδα Nova Melancholia», Βασίλης Νούλας (pdf)

Το πλήρες κείμενο του Walter Benjamin Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο http://www.sarajevomag.gr/vivliothiki/benjamin.html

Advertisements

ΑΖΑ ΤΖ..

Άσα Τζένινγκς , λίγοι στην Ελλάδα και την Τουρκία γνωρίζουν το όνομά του,ο άνθρωπος που έσωσε πάνω από το 15% του πληθυσμού της Ελλάδας.
.Σεπτέμβρης του 1922. Τελειώνει ο πόλεμος της Ελλάδας με την Τουρκία. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο ελληνικός στρατός εγκαταλείπει την πόλη και οι Τούρκοι μπαίνουν στη Σμύρνη,
Αρχίζουν πογκρόμ, ληστείες και δολοφονίες, στις οποίες παίρνουν ενεργό μέρος και οι ντόπιοι Μουσουλμάνοι. Στις 13 Σεπτεμβρίου ξεκινά πυρκαγιά, την φωτιά κατευθύνουν προς τις χριστιανικές συνοικίες, φτιάχνοντας διάδρομο με εύφλεκτα υγρά. Στην προσπάθεια να σωθούν από την πύρινη λαίλαπα, οι περισσότεροι Χριστιανοί στοιβάζονται στην προκυμαία. Οι Τούρκοι στρατιώτες περικυκλώνουν την παραλία, αφήνοντας τον κόσμο χωρίς νερό και τροφή. Πολλοί από αυτούς πέθαναν από την πείνα και την δίψα, άλλοι αυτοκτόνησαν, πέφτοντας στη θάλασσα.

Οι φόνοι, οι εμπρησμοί, οι λεηλασίες και οι βανδαλισμοί γίνονταν κάτω από την μύτη των «συμμάχων», που παρακολουθούσαν αδιάφοροι από μακριά τον «συνωστισμό στην αποβάθρα». Φωτογράφιζαν απαθέστατοι το «show», πετώντας μάλιστα πίσω στην θάλασσα τους απεγνωσμένους που έφταναν ως τα πλοία. Προδομένοι από τους ξένους αλλά -το χειρότερο- και από τους Έλληνες, όσοι τελικά σώθηκαν, το κατάφεραν ύστερα από την ανθρωπιστική παρέμβαση του Αμερικανού Άσα Τζένιγκς που μεσολάβησε και τελικά ύστερα από δύο ημέρες δόθηκε η δυνατότητα σε χιλιάδες πρόσφυγες να βρουν καταφύγιο στα «Πλοία της Συμπόνιας» και να καταλήξουν στην Ελλάδα.

Προπομπός του Τζένιγκς και φωτεινή εξαίρεση της διεθνούς απάθειας μπροστά στο έγκλημα ήταν ένας άγνωστος Ιάπωνας πλοίαρχος που τις ώρες της μεγάλης σφαγής μόνος αυτός και το πλήρωμα του άδειασαν στην θάλασσα το φορτίο τους για να μαζέψουν όσον το δυνατόν περισσότερες κυνηγημένες ψυχές.

Από τις προκυμαίες έφευγαν οι βάρκες γεμάτες με Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες, κατευθύνονταν προς τα ξένα πλοία, που παρέμεναν για να υπερασπιστούν και να δεχτούν τους συμπατριώτες τους, αλλά δεν είχαν διαταγές να δεχτούν τους ντόπιους για να μην προσβάλουν τους Τούρκους. Όταν οι βάρκες προσάραζαν στα βρετανικά πολεμικά πλοία και προσπαθούσαν να δέσουν, οι ναύτες έκοβαν τα σκοινιά. Μερικές βάρκες καταποντίστηκαν, τους ανθρώπους τους έριχναν στη θάλασσα και από την προκυμαία άλλοι προτιμούσαν να πνιγούν κι από μόνοι τους. Κάποιοι προσπαθούσαν να ανέβουν στα πλοία αλλά οι Άγγλοι τους έλουζαν με καυτό νερό. Οι Ιταλοί, που έμειναν στη θάλασσα της Σμύρνης περισσότερο από τους άλλους, δέχονταν στα πλοία όσους κατάφεραν να τους πλησιάσουν. Οι Γάλλοι δέχονταν μόνο όσους μπορούσαν να προφέρουν στα γαλλικά έστω με κακή προφορά «Είμαι Γάλλος, όλα τα χαρτιά μου κάηκαν.» Σε λίγο τους Αρμένιους καθηγητές περικύκλωσαν πιτσιρίκια και προσπαθούσαν να μάθουν αυτή τη μαγική φράση.
Ο πλοίαρχος του αμερικάνικου αντιτορπιλικού έδιωχνε τα παιδιά, φωνάζοντας: «Μόνο Αμερικάνοι!» Στα πολεμικά πλοία οι ξένοι ναυτικοί παρακολουθούσαν με τα κιάλια τη σφαγή και φωτογράφιζαν. Αργότερα άρχισαν να παίζουν οι μπάντες, στραμμένες προς την προκυμαία. Δεν άντεχαν να ακούνε τον κόσμο να σφάζεται.

Όμως ο Τζένινγκς δεν ήταν από τους ανθρώπους, που θεωρούσε, ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Ούτε από εκείνους, που ξεχώριζε τους ανθρώπους σύμφωνα με το θρησκευτικό τους «πιστεύω». Σύμφωνα με μια αρμενική παροιμία, «μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου κοιμάται ένα λιοντάρι.»

Όταν ο ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τη Σμύρνη, είχε οργανώσει την Επιτροπή Σωτηρίας και παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια στον πληθυσμό. Μετά από την πυρκαγιά η έλλειψη νερού, καυσίμων και γενικώς – της τάξης ταλαιπωρούσε τον κόσμο, και ο Τζένινγκς πήγε στο τουρκικό στρατόπεδο για να συναντήσει τον Κεμάλ. Οι Τούρκοι έδωσαν στον πάστορα επτά ημέρες για να φυγαδέψει από την πόλη τον κόσμο, εκτός τους άνδρες 17-45 ετών, τους οποίους τους περίμεναν τα στρατόπεδα εργασίας προκειμένου να εργασθούν για να επανορθώσουν τις ζημιές που έγιναν από την ελληνική εκστρατεία.

Να πως καταγράφει τα σχετικά γεγονότα ο εγγονός του Ασα Τζένιγκς , Roger

«Αφού έγινε η συμφωνία με τον Κεμάλ ο Asa ζήτησε και έλαβε μια βάρκα με πηδαλιούχο από το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Πρώτον, πήγε στο γαλλικό εμπορικό πλοίο Pierre Loti. Το πλοίο είχε άφθονο χώρο για να αναλάβει τους πρόσφυγες για την ασφάλεια τους σε ένα κοντινό ελληνικό νησί. Ο γάλλος καπετάνιος δεν ήθελε να εμπλακεί, και απέπλευσε με ένα άδειο πλοίο, ενώ χιλιάδες ικέτευαν να διασωθούν. Μακρύτερα στο λιμάνι ήταν ένα ιταλικό πλοίο, η Κωνσταντινούπολη. Ο Ιταλός καπετάνιος του πλοίου συμφώνησε να αναλάβει 2000 άτομα, αλλά πρώτα έπρεπε να λάβει ένα ποσό O Asa, το θεώρησε ρεαλιστικό και πλήρωσε το τίμημα- δωροδοκία και επιβιβάσθηκαν τα 2000 άτομα. Στη συνέχεια ο Ιταλός καπετάνιος απαίτησε μια αύξηση της δωροδοκίας. Όταν τους προκάλεσε ο Jennings, οι Ιταλοί είπαν ότι οι Έλληνες μπορεί να μην αφήσουν τους πρόσφυγες να αποβιβασθούν. Ο Asa απάντησε ότι θα πήγαινε μαζί στο ταξίδι προς το λιμάνι της Μυτιλήνης και θα αναλάβει την ευθύνη για την αποβίβαση.
Όταν το πλοίο έφθασε στην Μυτιλήνη ο Asa Κ. Jennings είδε με έκπληξη Έλληνες στρατιώτες παντού και τα πλοία να βρίσκονται αγκυροβολημένα. Δεν υπήρχαν προβλήματα να βγουν οι πρόσφυγες από το πλοίο και Asa πήγε στο ελληνικό αρχηγείο του Στρατού. Επανειλημμένα ζήτησε από τον Έλληνα στρατηγό Φράγκου τα πλοία για την απομάκρυνση των προσφύγων από τη Σμύρνη. Οι Τούρκοι είχαν εγγυηθεί την ασφαλή διέλευση, καθώς και το Ναυτικό των ΗΠΑ είχε υποσχεθεί προστασία των ελληνικών εμπορικών πλοίων. Ο Στρατηγός επανειλημμένα αρνήθηκε να θέσει στην διάθεση του τα πλοία και ο Asa ήταν πολύ απογοητευμένος με τον στρατηγό Φράγκου, έναν Έλληνα ο οποίος ήταν απρόθυμος να σώσει 300.000 από τους συμπατριώτες του. Ωστόσο, Jennings δεν γνώριζε εκείνη την ώρα ότι ο στρατηγός ήταν μέρος μιας ομάδας Ελλήνων αξιωματικών που σχεδίαζαν πραξικόπημα εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης. Οι αξιωματούχοι χρειάζονταν τα πλοία και τους στρατιώτες για να κερδίσουν την εξουσία και ήταν πιο σημαντικό γι “αυτούς από τις ζωές τόσων ανθρώπων.
Καθώς ο Asa, εξαγριωμένος, βγήκε από μια νωρίς το πρωί συνάντηση με τον στρατηγό είδε ένα θωρηκτό να μπαίνει στο λιμάνι. Ο Asa Jennings επιβιβάστηκε στο ελληνικό θωρηκτό Κιλκίς. Ο καπετάνιος του, Θεοφανίδης, ήταν πολύ πρόθυμος να βοηθήσει παρά το γεγονός ότι ένας ανώτερος στρατιωτικός είχε απορρίψει τον Asa. Ο Asa στη συνέχεια προχώρησε σε μια σειρά από μηνύματα για τον Έλληνα Πρωθυπουργό, τα οποία ο καπετάνιος Θεοφανίδης μετάφραζε στα ελληνικά. Τα μηνύματα αστάλησαν από την αίθουσα ραδιόφωνου (ασυρμάτου) ως κωδικοποιημένα μηνύματα για ασφάλεια.

Στην αρχή η απάντηση ήταν ο πρωθυπουργός κοιμόταν. Ο Asa ζήτησε ο πρωθυπουργός να ξυπνήσει. Στη συνέχεια, ο πρωθυπουργός ήθελε μια συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Αγγελιοφόροι έπρεπε να σταλούν σε όλη την Αθήνα για να αφυπνίσουν τους υπουργούς να παραστούν στη συνεδρίαση. Ο Asa είχε μια επταήμερη προθεσμία και βρισκόταν αντιμέτωπος με κυβερνητικούς αξιωματούχους που δεν συμμερίζονται την αίσθηση του επείγοντος. Τέλος, ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του, απάντησε λέγοντας ότι δεν θα μπορούσαν τα πλοία να πάνε στη Σμύρνη. Φοβόντουσαν ότι οι Τούρκοι θα συλλαμβάνανε τα πλοία και θα εισέβαλαν στην συνέχεια στα ελληνικά νησιά.
Ύστερα από αυτό ο Asa έστειλε τελεσίγραφο. Εάν τα πλοία δεν διατίθεντο για τη διάσωση των Ελλήνων και άλλων στη Σμύρνη, το επόμενο μήνυμα του Asa δεν θα ήταν σε κώδικα. Το μήνυμα θα σταλεί ανοιχτά έτσι ώστε ο κόσμος θα γνωρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε τους Τούρκους να σκοτώσουν 300.000 Έλληνες πολίτες. Ο εκβιασμός λειτούργησε. Όλα τα πλοία στην περιοχή τέθηκαν υπό έλεγχο Asa, καθιστώντας τον προσωπικά υπεύθυνος για κάθε πλοίο που θα χανόταν. Οι καπετάνιοι των εμπορικών πλοίων ενημερώθηκαν ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε επιτάξει τα πλοία τους και άρχισαν να σηκώνουν ατμό για την Σμύρνη. Οι καπετάνιοι φοβόντουσαν να μπούνε σε ένα τουρκικό λιμάνι. Κάποιοι είπαν ότι τα πλοία τους είχαν μηχανικά προβλήματα και δεν θα είναι σε θέση να κάνουν το ταξίδι. Ο καπετάνιος Θεοφανίδης διέταξε τους καπετάνιους των εμπορικών πλοίων για μια συνάντηση στο θωρηκτό Κιλκίς. Ενημέρωσε τους καπετάνιους των εμπορικών πλοίων ότι θα αντιμετωπίσουν στρατοδικείο εάν τα πλοία τους δεν ήταν έτοιμοι να φύγουν από τα μεσάνυχτα. Όλα τα πλοία έπλεαν τα μεσάνυχτα με τον Asa στο πρώτο πλοίο.»
Όλα τα πλοία στο Αιγαίο τίθενται στη διάθεσή σας για την απομάκρυνση των προσφύγων της Σμύρνης. Του παραχώρησαν 26 πλοία, με τα οποία κατάφερε να βγάλει πάνω από 350.000 άτομα (οι Τούρκοι έδωσαν παράταση μέχρι 11 ημέρες). Ταυτόχρονα έφτασαν εκκλήσεις για βοήθεια και από άλλα λιμάνια, και η ελληνική κυβέρνηση αύξησε τον αριθμό των πλοίων σε 55.
Όταν η απομάκρυνση των προσφύγων από την Σμύρνη ολοκληρώθηκε οι Τούρκοι αξιωματούχοι επέτρέψαν τον Asa να πάει τα πλοία σε όλα τα λιμάνια από την Μαύρη Θάλασσα ως τη Συρία

Ένας άγνωστος, ένα παιδί για τα θελήματα στην Χριστιανική Ένωση, ο πιο ασυνήθιστος «ναύαρχος» στην ιστορία, ο 44χρονος Αμερικανός Άσα Τζένινγκς (1877-1933), καμπούρης με 1.60 μπόι, μεθοδιστής πάστορας, έγινε διοικητής όλου του ελληνικού στόλου. Κάνοντας δυο δρομολόγια, ο Τζένινγκς φυγάδεψε 58.000 άτομα. Τα πλοία του αμερικανικού και αγγλικού στόλου άρχισαν επίσης να μεταφέρουν κόσμο, και προς τα τέλη του Οκτώβρη την Τουρκία εγκατέλειψαν 200.000 άτομα.

Μέχρι το Δεκέμβριο 500.000 άνθρωποι είχαν σωθεί. Ο Πατριάρχης της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας ανέφερε ότι 1.250.000 άνθρωποι απομακρύνθηκαν με ασφάλεια μέχρι η επιχείρηση διάσωσης ολοκληρωθεί..
Η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζοντας ότι Asa Κ. Jennings απέκτησε το σεβασμό, τη φιλία και την εμπιστοσύνη του Μουσταφά Κεμάλ και της τουρκικής κυβέρνησης τον διόρισε να είναι ο διπλωμάτης που εκπροσωπεί την Ελλάδα για τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων πολέμου στη Συνθήκη της Λωζάννης.

Για την υπηρεσία του στην Ελλάδα, στον Asa Jennings Κ. απονεμήθηκε το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο στην Ελλάδα, το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας και η υψηλότερο πολιτική διάκριση Αυτή ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που ένα άτομο έλαβε τις υψηλότερες στρατιωτικές και μη στρατιωτικές διακρίσεις ταυτόχρονα.

Ο Άσα Τζένινγκς πέθανε το 1933. Λίγοι στην Ελλάδα και την Τουρκία γνωρίζουν το όνομά του. Και δεν υπάρχει ούτε ένα μνημείο, αφιερωμένο στον άνθρωπο, που έσωσε πάνω από το 15% του πληθυσμού της Ελλάδας

Από το http://enosivourlioton.gr/?p=356