Ιουλίου 2015


Το Δαχτυλίδι

ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

   Τέλη της δεκαετίας του ’70. Προσπαθείς να μάθεις αρχές μάνατζμεντ σε κάποιο αμερικανικό κολέγιο. Ο καθηγητής ρεαλιστικά παραθέτει τα όπλα του καλού επαγγελματία και στο τέλος αποκαλύπτει το κορυφαίο: αν όλα τα άλλα αποτύχουν, να θυμάστε ότι κάθε άνθρωπος έχει την τιμή του. Το πρόβλημα δεν είναι αν θα δεχτεί μια προσφορά, το πρόβλημα είναι αν έχει κάποια ιδέα για την αξία του ή, το χειρότερο, αν υπερεκτιμά παράλογα τον εαυτό του. Αυτό  μπορεί να ανεβάσει το κόστος μιας επένδυσης σε απαγορευτικά όρια. Το καλό στην ιστορία είναι ότι συνήθως οι άνθρωποι δεν ξέρουν ούτε την πραγματική τους αξία,  ούτε και την πραγματική αιτία της αποτίμησης τους. Και αυτό τους καθιστά ευάλωτους, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Με παρόμοιες λογικές κύλησε ο χρόνος με ανάπτυξη και πρόοδο στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο τα επόμενα σαράντα τόσα χρόνια. Εμάς βέβαια μας απασχολεί λιγάκι περισσότερο το τι συμβαίνει στον δικό μας χώρο. Η διαφθορά, η αλαζονεία (η ξιπασιά και η ματαιοδοξία) έκαναν πάρτι, το έχουμε ακούσει κατά κόρον και έχουμε βαρεθεί να το ακούμε.

Ας εστιαστούμε λοιπόν στο μικρόκοσμο της αναζήτησης. Πολλοί βγαίνουν στα μονοπάτια της για να καλύψουν κάποιες από τις παραπάνω ελλείψεις τους, που μπορούν για λόγους οικονομίας να συνταχτούν κάτω από το παραδοσιακό θανάσιμο αμάρτημα: τη ματαιοδοξία.

Για την ικανοποίηση όλων αυτών δεν είναι παράλογο ότι τις τελευταίες δεκαετίες είχε ξεπηδήσει ένας απίστευτος αριθμός για τα μέτρα της Ελλάδας πνευματικών «δασκάλων», οργανώσεων και στοών κάθε απόχρωσης, όπως επίσης πλήθος σεμιναρίων για έλεγχο του στρες, του νου, του συναισθήματος, του άλλου φύλου, του χρηματιστηριακού δείκτη και ό,τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου.

Όλο αυτοί οι καλοί άνθρωποι –πολλούς εκ των οποίων αν τους γνώριζες τυχαία θα απέφευγες να ανταλλάξεις έστω και χειραψία– έζησαν και αναπτύχθηκαν προσφέροντας πραμάτεια κατάλληλη για να ικανοποιεί κάθε τύπου ματαιοδοξία. Κι έτσι όλοι ανέπτυξαν, όχι περιέργως, αρμονική μεταξύ τους σχέση.

Ο ταλαιπωρημένος όμως άνθρωπος που αναζητά έναν πνευματικό δρόμο, τι μπορεί να κάνει άραγε;

Κινδυνεύοντας για μια ακόμα φορά να στενοχωρήσω γνωστούς και αγνώστους μου και διευκρινίζοντας μέσα στον αφηγηματικό τρόπο της διήγησής μου πως βεβαίως και δεν είναι όλοι ίδιοι, θα σας διηγηθώ μια παλιά, παραδοσιακή ιστορία.

portrait_old_man

   Ήταν κάποτε  ένας νεαρός που ένιωθε ασήμαντος. Όλοι του έλεγαν πως δεν αξίζει τίποτα, ότι δεν κάνει τίποτα σωστά κοκ. Μια μέρα ακολούθησε ένα μονοπάτι που τον έφερε στην πόρτα ενός γέρο-σοφού στον οποίο είπε τον πόνο του.

«Πώς μπορώ να βελτιωθώ δάσκαλε;» ρώτησε, «τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν οι άλλοι περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, σχεδόν αδιάφορος και χωρίς  καν να τον κοιτάξει, του είπε: «Λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα έχω να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Αν τελειώσω, μετά, ίσως…»

Μετά από μια μικρή παύση, σαν μόλις τότε να αντιλήφθηκε το νεαρό, γύρισε και του είπε: «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω με τη σειρά μου».

«Μετά χαράς δάσκαλε», είπε διστακτικά εκείνος, νιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία», συνέχισε ο σοφός. Μετά, έβγαλε το δαχτυλίδι από το  χέρι του, το έδωσε στο αγόρι και του είπε: «Πάρε το άλογό μου και πήγαινε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς, και με κανένα τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί».

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να δείχνει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, μέχρι που άκουγαν τι ζητούσε γι’ αυτό.

Μόλις τον άκουγαν να λέει «ένα χρυσό φλουρί», άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν την πλάτη, και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Εντέλει, μη καταφέρνοντας να βρει αγοραστή που θα έδινε ένα χρυσό φλουρί, ο νεαρός παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.

Έφτασε στο σπίτι του γέρο-σοφού, μπήκε μέσα και του είπε: «Λυπάμαι, είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια φλουριά, όμως δεν μπορώ να ξεγελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού».

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό νεαρέ μου φίλε», απάντησε χαμογελώντας ο σοφός. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Πάρε λοιπόν πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη, στο κέντρο της παλιάς πόλης. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει. Μην του το πουλήσεις όμως, όσα κι αν σου προσφέρει. Θέλω να γυρίσεις πίσω με το δαχτυλίδι».

Πράγματι, ο νεαρός έφτασε στην παλιά πόλη. Ο κοσμηματοπώλης τον άκουσε με προσοχή, στη συνέχεια εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και του είπε: «Πες στον δάσκαλο,  ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά»

«Πενήντα οχτώ χρυσά;» επανέλαβε φωναχτά ο νεαρός, μη μπορώντας να κρύψει την έκπληξή του.

«Ναι», απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια, με λίγη υπομονή μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά. Όμως αν είναι επείγον…»

Το αγόρι έφυγε τρέχοντας και τρέμοντας από συγκίνηση μπήκε στο σπίτι του δασκάλου και του διηγήθηκε τι είχε συμβεί.

«Κάθισε», του είπε εκείνος αφού τον άκουσε. «Εσύ που ήρθες μέχρι εδώ και αναρωτιόσουν για την αξία σου, είσαι ακριβώς σαν αυτό το δαχτυλίδι. Ένα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σε εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός.

Γιατί περιφέρεσαι λοιπόν εδώ κι εκεί περιμένοντας  να εκτιμήσει ο κάθε άσχετος την πραγματική σου αξία;»

Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού και σιώπησε…

* Την ιστορία με το δαχτυλίδι μου τη διηγήθηκε πριν λίγο καιρό ο Τάσος Βικάτος.Τον ευχαριστώ από καρδιάς.

Advertisements

Μια επιλογή εικόνων και των φράσεων που τα συνοδεύουν από το έργο του Gabriel Rollenhagen (1583- 1619) Nucleus emblematum selectissimorum (1611) και Emblematum centuria secunda (1613).

 

Caecus Nil Luce Iuvatur

Καμία λάμψη δεν μπορεί να δει ο Τυφλός

Caecus nil facibus nil lychni luce iuvatur
Nec videt in media noctua stulta die.
Hee that is blind, will nothing see
What light soe’re about him bee.

Caecus Nil Luce

 

Cetera Mortis Erunt; Vivitur Ingenio

Όλα τα άλλα ανήκουν στο θάνατο. Μόνο η Γνώση (ιδιοφυΐα) σημαίνει ζωή,

 Disce bonas artes, et opes contemne caducas.
Vivitur ingenio; cetera mortis erunt.
By Knowledge onely, Life wee gaine,
All other things to Death pertaine.

Cetera Mortis

In Se Sua Per Vestigia Volvitur

ΕΝΙΑΥΤΟΣ. Όλα επιστρέφουν σπειροειδώς στα προηγούμενα χνάρια τους

 Sic in se, sua per vestigia, volvitur annus,
Motibus aeternis tempora continuans.

Through many spaces, Time doth run
And, endeth, where it first begun.

In Se Sua Per Vestigia Volvitur

Labore Et Constantia

Δουλειά και επιμονή

Omnia perficies constante labore, nec ullum
Difficile est, illi qui bene pergit, opus.

Good Hopes, we best accomplish may
By lab’ring in a constant-Way.

labore

Mors Vitae Initium

Ο θάνατος είναι αρχή της ζωής

Grana velut putrefacta novas meditantur aristas;
Sic vitae mors est haec quoque principium.

Death is no Losse, but rather, Gaine;
For wee by Dying, Life attaine  Mors Vitae Initium

Paulatim, Non Impetu

Βαθμιαία, σταδιακά και όχι με ορμή.

Paulatim leni decurrit arenula lapsu
Non impetu delabitur.

What cannot be by Force attain’d,
By Leisure, and Degrees, is gain’d

Paulatim, Non Impetu

Pro Lege Et Pro Grege

Για τον Νόμο και για τον Λαό
Dux, vitam, bonus, et pro lege, et pro grege ponit,
Haec veluti pullos sanguine spargit avis.

Our Pelican, by bleeding, thus
Fulfill’d the Law, and cured Vs.

Pro Lege Et Pro Grege

Prudente Simplicitate

Συνετή απλότητα
Vitam quod faciat beatiorem
Prudens simplicitas, pie putamus.

Man’s life, no Temper, more doth blesse
Then Simple-prudent-harmelessenesse.

prutence

Quocumque Ferar

Όπου κι αν υπάρξω ( θα εμφανίζομαι σαν να είμαι ο ίδιος)
Non refert quocumque ferar; ferar unus et idem,
Cum similis semper totus ubique mihi.

On whether side soe’re I am
I, still, appeare to be the same.

Quocumque Ferar

Vive Memor Lethi; Fugit Hora

Πάντα να έχεις επίγνωση του Θανάτου. Ο Χρόνος τρέχει
Vive memor lethi; fugit hora; memento salutis
Dum licet et vitam, ceu moriturus, age.

Live, ever mindfull of thy dying
For, Time is alwayes from thee flying.

http://distichalatina.blogspot.gr/2010/12/rollenhagen-and-wither.html

«Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα, όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας».

«Όταν θα ’ρθει η Άνοιξη αν θα ’μαι πια νεκρός τα λουλούδια θ’ ανθίσουν με τον ίδιο τρόπο και τα δέντρα δεν θα ’ναι λιγότερο πράσινα απ’ ό,τι την άνοιξη την περασμένη. Η πραγματικότητα δεν μ’ έχει ανάγκη».
Σήμερα, ποιητή μου, δεν ξέρω αν θα μπορούσες να πεις το ίδιο. Μάλλον όχι.
Συνομιλώντας με τους Αλμπέρτο Καέιρο και Φερνάντο Πεσσόα, Συγγραφέας: Μαρία Αθανασοπούλου , Εκδόσεις Γκοβόστη

altan-dexios

al1

al4

al6

al16

altan2

altan9

altan_peri

«…σαν μισιούνται ανάμεσα τους δεν τους πρέπει ελευθεριά»

(Διονύσιος ΣολωμόςΎμνος εις την Ελευθερία, δηλαδή ο Εθνικός μας Ύμνος)

 «Η παραγωγή βλακών δεν είναι «ταξική». Η πονηρά φύσις δεν έδωκε εις ορισμένη τινά κοινωνικήν τάξιν το επίζηλον τούτο προνόμιο.»
(Ευάγγελος Λεμπέσης)

Η παγίδα του μίσους είναι ότι σε δένει με τον χειρότερο εχθρό σου. (Albert Camus)

Πατριωτισμός είναι όταν η αγάπη για τους δικούς σου ανθρώπους έρχεται πρώτη. Εθνικισμός είναι όταν το μίσος για τους άλλους έρχεται πρώτο. (Σαρλ Ντε Γκωλ)

Οι Έλληνες δεν έχουν συνηθίσει να συζητούν, γι’ αυτό αλληλοσφάζονται. (Ιωσήφ Στάλιν)

Ο φανατισμός είναι η μόνη μορφή θέλησης που μπορεί να διαπνέει τους αδύναμους και τους ντροπαλούς. (Νίτσε)

 Βοήθα Θεέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας. (Κ.Χ. Μύρης)

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμα σου να το λες». (Βολταίρος)

Ψυχραιμία αδέλφια, δεν αξίζει η διχόνοια για κανένα Πούστη (αγνώστου)

Τραγούδι του Θοδωρή Αναστασίου που αποδίδει στα ελληνικά ποίημα του Μπρασένς.  Κάθε σύνδεση με την καθημερινότητα μας είναι απλά αναπόφευκτη.

Σαν είναι νέοι και σκάνε μύτη, από τις φάκες, από το σπίτι
βρίζουν, καπνίζουν και βλαστημάνε, στα καφενεία κωλοβαράνε

Φρέσκοι μαλάκες, νέοι κι ωραίοι, ζητάνε δόξα, γυρεύουν κλέη
γέροι μαλάκες, ανοίξτε δρόμο , τώρα οι νέοι, έχουν το λόγο

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα λίγο σκληρό, που δεν θ’ αρέσει:

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας είναι μαλάκας…

 

 

…Νέοι αθώοι, γέροι με πείρα, μ’ άδειο κεφάλι, με σκέψη στείρα
μη μου τσακώνεστε, μη μου λυπάστε , όλοι με βούλα, μαλάκες θα ‘στε

Όμως εγώ που ισορροπώ κι είμαι στη μέση
έχω ένα μήνυμα πιο θετικό, θα σας αρέσει:

Πάρτε τα πλοία, τ’ αεροπλάνα, διακοπές κάντε για πάντα
τσάμπα κρασί, φαΐ και ξάπλες, τσάμπα γυναίκες που θέλουν βλάκες

Πληρώνω εγώ και κάτι φίλοι, μ’ ό,τι λεφτά μας έχουν μείνει
κι αν δεν μας βγαίνουν τα έξοδά μας , θα δανειστούμε για τη χαρά μας

Μόνοι στην πόλη, δίχως μαλάκες θα είναι ωραία
καλό κρασί, πέντ’-έξι φίλοι και λίγη θέα

Μα η χαρά μας, δεν πιάνει τόπο, γιατί οι μαλάκες έχουν τον τρόπο
Από τη στάχτη ξαναγεννιούνται κι όλους εμάς δεν μας λυπούνται

Δεν παίζει ο χρόνος κανένα ρόλο, για τον μαλάκα που κάνει σόλο,
είτε 20άρης, είτε 80άρης, ένας μαλάκας, είναι μαλάκας

Λίγο κι εγώ ανησυχώ μήπως τους μοιάσω
αν το τραγούδι μου το συνεχίσω και σας κουράσω