Φεβρουαρίου 2019


bruno

Σαν σήμερα, 17 Φεβρουαρίου του 1600 οδηγήθηκε στην πυρά ίσως ο σημαντικότερος εκ των Μαρτύρων της Επιστήμης , αυτός που είχαν αποκαλέσει χλευαστικά “ιππότη της φιλοσοφίας” ο GIORDANO BRUNO . Προφητεύοντας το τέλος του είχε γράψει στο Il spaccio della bestiatriofante. :

Ο άνθρωπος αυτός, πολίτης και υπηρέτης του κόσμου τούτου,

τέκνο του Πατέρα Ηλίου και της Μάνας Γης, πρέπει,

επειδή αγαπά πολύ τον κόσμο, να μισηθεί, να λογοκριθεί,

να προπηλακισθεί και να εξαλειφθεί από αυτόν”

Ο Μπρούνο υποστήριξε πως όποια πίστη χωρίζει τον Θεό από τη Φύση απαρνείται ό,τι είναι φυσικό, επομένως και θείο, κατά συνέπεια δεν μπορεί παρά να είναι μια κατώτερη θρησκεία. Κατά τη άποψή του, «η Φύση είναι ο Θεός εν τοις πράγμασι», η ολοκληρωμένη εικόνα της πλήρους μορφής του Θεού, η μεγάλη, ζωντανή όμοια εικόνα του. Ο ίδιος ο Θεός όμως είναι η απόλυτη αρχή, χωρίς καμία ανθρώπινη ιδιότητα.

Έγραψε επίσης:

«Είναι αδύνατο να βρεθεί μισό έστω επιχείρημα που να εξηγεί γιατί θα πρέπει να υπάρχει όριο στο υλικό σύμπαν και, κατ’ επέκταση, γιατί τα αστέρια που περιέχονται σε αυτό θα πρέπει να είναι πεπερασμένα ως προς τον αριθμό τους».

Και ακόμα:

«Όταν σκεφτούμε βαθύτερα την οντότητα και την υπόσταση εκείνου στον οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να επιστρέψουμε, τότε θα διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει θάνατος. Γιατί τίποτε ουσιαστικά δεν καταστρέφεται, αλλά απλώς καθετί, κινούμενο μέσα σε έναν απέραντο χώρο, αλλάζει όψη».

Τον συνέλαβαν το 1591 στη Βενετία. Μετά από 8 χρόνια απομόνωσης και βασανιστηρίων, καταδικάστηκε ως αιρετικός, αποστάτης, βλάσφημος και άθεος στην «επιεικέστερη και άνευ αιματοχυσίας τιμωρία». Δηλαδή να καεί ζωντανός αφού πρώτα φρόντισαν και του έκοψαν τη γλώσσα για να πάψει να τους σκανδαλίζει με τα επιχειρήματα του. Και οδηγήθηκε στην πυρά στο Campo dei Fiori της Ρώμης την ίδια στιγμή που στο Βατικανό σε μια αντίστοιχη πυρά καίγονταν όλα τα βιβλία του.

Advertisements

Από την διάλεξη του Τεύκρου Μιχαηλίδη με τον Κύκλο των Φίλων στον Πολυχώρο  Αίτιον, 13 Φεβρουαρίου 2019.

20190213_20552220190213_21035720190213_224304

 

Αναδημοσίευση από το https://kyklostonfilon.wordpress.com/2019/02/15/από-την-διάλεξη-του-τεύκρου-μιχαηλίδη/

«Το πρόβλημα είναι ότι οι έξυπνοι άνθρωποι είναι γεμάτοι αμφιβολίες, ενώ οι ηλίθιοι είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση.». Αυτή είναι μια αγαπημένη μου φράση του Τσαρλς Μπουκόφσκι αλλά δεν ήξερα ότι είχε και … επιστημονικό υπόβαθρο γνωστό στους επαΐοντες ως το φαινόμενο Dunning-Kruger. Μου κοινοποίησε το σχετικό άρθρο ο φίλος Χρήστος Γάτος και τον ευχαριστώ πολύ. Το πρωτότυπο είναι εδώ https://ligiepistimi.wordpress.com/2018/07/14/xymos_lemoniou_se_kanei_aorato/

Ο χυμός λεμονιού σε κάνει αόρατο

 

Το πρωινό της 19/4/1995 στο Pittsburgh των ΗΠΑ, ο 44χρονος McArthur Wheeler ετοιμαζόταν να ληστέψει δύο τράπεζες. Δε σκόπευε να φορέσει μάσκα, αλλά είχε σχέδιο για να μην τον αναγνωρίσουν: Είχε καλύψει το πρόσωπό του με χυμό λεμονιού.

Ήξερε ότι ο χυμός λεμονιού μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αόρατη μελάνη, η οποία γίνεται ορατή όταν θερμανθεί (ωραίο κόλπο για κυνήγι θησαυρού). Συμπέρανε, λοιπόν, ότι θα έκανε το πρόσωπό του αόρατο. Για να βεβαιωθεί ότι το κόλπο θα δουλέψει, πριν ξεκινήσει για την πρώτη τράπεζα φωτογράφησε τον εαυτό του με μια Polaroid. Η φωτογραφία βγήκε λευκή. Συμπέρανε ότι το κόλπο δουλεύει.

Ξεκίνησε λοιπόν για την πρώτη τράπεζα, ενώ προσπαθούσε να καταλάβει γιατί κανείς άλλος δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα. Ίσως οι άλλοι ληστές δεν έβλεπαν κατασκοπευτικές ταινίες, ίσως δεν είχαν κάποιον θείο να τους δείξει το κόλπο με την αόρατη μελάνη, ίσως… Ποιος ξέρει; Αφού ολοκλήρωσε με επιτυχία τις ληστείες, επέστρεψε στο σπίτι, καθάρισε το χυμό λεμονιού κι έγινε πάλι ορατός.

Λίγες ώρες μετά τις ληστείες, η αστυνομία δημοσιοποίησε βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας, ο Wheeler αναγνωρίστηκε αμέσως και το ίδιο βράδυ οι αστυνομικοί έφτασαν στην πόρτα του. Όταν ο Wheeler τους είδε είπε “Μα, φορούσα το χυμό!” Κατά την ανάκριση ήταν δύσπιστος με τους αστυνομικούς που του είπαν ότι το πρόσωπό του ήταν ορατό στις κάμερες.

Ίσως του έλεγαν ψέμματα για να του αποσπάσουν ομολογία. Κι αν έλεγαν αλήθεια… Ίσως ο ήλιος να ζέστανε το χυμό και να έγινε ορατός. Ίσως το πρόσωπό του να ήταν αρκετά ζεστό. Ίσως να ίδρωσε και ο χυμός να ξεπλύθηκε. Ή ίσως οι κάμερες να ήταν πιο εξελιγμένες από την Polaroid του.

Εξετάστηκε αιματολογικά και ψυχιατρικά: Δεν είχε πάρει ψυχοτρόπες ουσίες, δεν είχε παραισθήσεις και δεν έπασχε από κάποια ψυχιατρική διαταραχή. Απλά, έκανε λάθος. Η κατανόησή του για το πώς λειτουργούν ο χυμός λεμονιού και οι κάμερες ήταν τόσο λανθασμένη.

Δύο ψυχολόγοι, οι David Dunning και Justin Kruger (καθηγητής και μεταπτυχιακός φοιτητής αντίστοιχα στο Πανεπιστήμιο του Cornell), που έμαθαν την είδηση λίγο καιρό αργότεραμόλις συνήλθαν από τα γέλια, αποφάσισαν να ψάξουν το θέμα σε βάθος. Είχαν υπόψη τους κι άλλες παρόμοιες περιπτώσεις ανθρώπων που ήταν βέβαιοι για πράγματα για τα οποία δε γνώριζαν ουσιαστικά τίποτα. Από πού αντλούσαν αυτήν την αυτοπεποίθηση;

Έκαναν, λοιπόν, μια έρευνα –σε ποιον άλλον;- σε προπτυχιακούς φοιτητές ψυχολογίας. Τους ζήτησαν να συμπληρώσουν τεστ γραμματικής, λογικής και… χιούμορ. Επιπλέον, τους ζήτησαν να εκτιμήσουν τη βαθμολογία τους, όπως και το πώς τα πήγαν σε σύγκριση με τους υπολοίπους. Το αποτέλεσμα: Οι φοιτητές με τις χαμηλότερες βαθμολογίες υπερεκτίμησαν τους εαυτούς τους, τοποθετώντας τους πάνω από το μέσο όρο. Οι μαθητές με μεσαίες βαθμολογίες επίσης υπερεκτίμησαν τους εαυτούς τους, αλλά λιγότερο. Οι μαθητές με τις υψηλότερες βαθμολογίες υποτίμησαν ελαφρώς τους εαυτούς τους!

Η έρευνα δημοσιεύθηκε ως Unskilled and Unaware of It: How Difficulties in Recognizing One’s Own Incompetence Lead to Inflated Self-Assessments. Η περίληψή της σε ελεύθερη μετάφραση:

Οι άνθρωποι τείνουν να υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους σε πολλούς κοινωνικούς και διανοητικούς τομείς. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι αυτή η υπερεκτίμηση συμβαίνει, μερικώς, επειδή οι άνθρωποι που έχουν περιορισμένες ικανότητες σε αυτούς τους τομείς αντιμετωπίζουν μια διπλή δυσκολία: Όχι μόνο διατυπώνουν εσφαλμένα συμπεράσματα και κάνουν εσφαλμένες επιλογές, αλλά οι περιορισμένες ικανότητές τους τούς στερούν τη μεταγνωσιακή ικανότητα να το συνειδητοποιήσουν. Σε 4 μελέτες, οι συγγραφείς βρήκαν ότι οι συμμετέχοντες στο χαμηλότερο τεταρτημόριο βαθμολογιών στα τεστ χιούμορ, γραμματικής και λογικής υπερεκτίμησαν δεόντως τις επιδόσεις τους και τις ικανότητές τους. Παρ’ όλο που οι επιδόσεις τους βρίσκονται στο 12% της υψηλότερης βαθμολογίας, εκείνοι εκτίμησαν ότι βρίσκονται στο 62%. Αρκετές αναλύσεις συνέδεσαν αυτήν την λανθασμένη εκτίμηση με ελλείψεις στη μεταγνωσιaκήικανότητα ή στην ικανότητα διάκρισης μεταξύ σωστής και λανθασμένης απάντησης. Παραδόξως, η βελτίωση των ικανοτήτων των συμμετεχόντων και η συνακόλουθη βελτίωση της μεταγνωσιακής τους ικανότητας, τους βοήθησε να αναγνωρίσουν τα όρια των ικανοτήτων τους.

Το φαινόμενο έκτοτε έγινε γνωστό ως φαινόμενο Dunning-Kruger και αποτελεί μια γνωστική (ή κατ’ άλλους γνωσιακή)προκατάληψη. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι αρχάριοι σε κάποιον τομέα, συχνά υπερεκτιμούν τις γνώσεις και τις ικανότητές τους σε αυτόν τον τομέα, επειδή δε γνωρίζουν πόσο λίγα γνωρίζουν και πόσα ακόμα έχουν να μαθουν. (Χρειάζεται κάποιος να γνωρίζει γραμματική για να καταλάβει ένα γραμματικό σφάλμα και να εκτιμήσει τη σοβαρότητά του).

Από την άλλη, οι «προχωρημένοι» ή «ειδικοί» σε έναν τομέα, συχνά υποτιμούν τις γνώσεις τους και τις ικανότητές τους ή πιστεύουν ότι και οι άλλοι γύρω τους βρίσκονται σε παρόμοιο επίπεδο. Αυτό συμβαίνει επειδή όσο περισσότερα μαθαίνουν για ένα θέμα τόσο συνειδητοποιούν πόσο περίπλοκο είναι, πόσα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και πόσα πολλά έχουν ακόμα να μάθουν*. Όπως δείχνει η παρακάτω καμπύλη, η αυτοπεποίθηση επιστρέφει σταδιακά, όταν κανείς κατακτά σε βάθος ένα θέμα.

Dunning-Kruger.jpg

Σήμερα, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη δημοσίευση της έρευνας των Dunning και Kruger, αρκεί μια περιήγηση στα κοινωνικά δίκτυα για να βρούμε ομάδες ανθρώπων με ελάχιστες ως μηδενικές γνώσεις γύρω από ένα θέμα να βγάζουν με ακλόνητη αυτοπεποίθηση συμπεράσματα με τα οποία γελά όποιος γνωρίζει τα βασικά. Εκεί που μας κόβεται το γέλιο, είναι όταν άνθρωποι με ελλιπή κατανόηση των πιο θεμελιωδών εννοιών και αρχών των φυσικών επιστημών ή/και των μαθηματικών, υπερασπίζονται θέσεις ψευδοεπιστημών, αδυνατώντας πλήρως να καταλάβουν γιατί αυτό που υποστηρίζουν δε βγάζει νόημα (βλέπε αντιεμβολιαστές, επιπεδιστές, ομοιοπαθητική, αστρολογία, αεικίνητα κ.λπ.). Η σιγουριά τους είναι τεράστια, όπως και η άγνοιά τους.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όπως και ο Wheeler, κατά κανόνα δεν παίρνουν ναρκωτικά και δεν έχουν παραισθήσεις. Απλά κάνουν λάθος.

* Κάθε φορά που η Επιστήμη διευρύνει τα όρια της γνώσης μας απαντώντας κάποιο ερωτήματα, άλλα ερωτήματα εμφανίζονται ως συνέπεια της απάντησης! Στο πεδίο της Αγνωστολογίας (agnotology), ορίζεται ως άγνοια η διαφορά [ερωτήματα που διατυπώθηκαν] – [ερωτήματα που απαντήθηκαν]. Αυτή μεγαλώνει συνεχώς. Ο Αϊνστάιν έκανε μια πιο γραφική αναπαράσταση, θεωρώντας τη γνώση μας για τον κόσμο ως τη διάμετρο ενός κύκλου και την άγνοιά μας ως την περίμετρό του: Όσο μεγαλώνει η πρώτη μεγαλώνει και η δεύτερη. Επιπλέον, πολλές απαντήσεις μας αποδεικνύονται αργότερα λανθασμένες. Αυτό μπορεί να κάνει την προσπάθεια να φαίνεται μάταιη, όμως δεν είναι έτσι. Όλα δείχνουν ότι η προσπάθεια για την κατανόηση του Σύμπαντος δεν έχει τέλος, όμως η Επιστήμη μάς επιτρέπει να φτάνουμε σε όλο και βαθύτερες κατανοήσεις και να αντιλαμβανόμαστε τα όρια της άγνοιάς μας. Αυτό όμως είναι θέμα άλλου άρθρου.

Πηγές:

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Εμπειρίκος

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο Βελισάριος»

sous ses habits déchirés et pourdeux, effrangés par le temps, cardés par la misère… CASIMIR DALEVIGNE

σα βόγγαε η άγια αυτοκρατορία από τα δεινά όταν το έθνος λύγαε από τις επιθέσεις των Βαρβάρων κι η επικράτεια ολόκληρη γονάτιζε με τ’ αλλεπάλληλα των εχτρών χτυπήματα πάντα σ’ αυτόν προσφεύγαν για ν’ απαλλάξει τη χώρα από τα βάσανα απ’ αυτόν πάλι επροσδοκούσαν την απολύτρωση τη σωτηρία κι έπειτα; έπειτα; πού τον ξέραν πού τον είδανε; έτσι στους τελευταίους ακριβώς χρόνους της φθίνουσας περιόδου “του ’30” αναμεσίς στους φιλόδοξους με τ’ ακαθόριστα σχέδια τους άγρια λυσσαγμένους – παρ’ όλο το ισχνότατο των εφοδίων τους – για μιαν όσο μπορούσαν πλατύτερη επικράτηση τους άγουρους – σαλιάρηδες – διακονιαρέους και κλέφτες της δόξας ξεκίνησε νεότατος ο Βελισάριος παρέα με τον Ανδρέα τον Εμπειρίκο να δημιουργήσει και να ζήσει

Πηγή : Andro.gr

 

Ανδρέας Εμπειρίκο, Yψικάμινος. Εκδόσεις Άγρα :

…Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Yπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός. Εκδόσεις Άγρα :

… Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μεγάλο χάος, ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία, ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το Άκτιστον, το Μέγα Φως το Άπιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός – τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα, και επί της Γης και εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής – τουτέστιν ένας μεγάλος Άρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος;

 

“Η αλογομούρα κατσαριδούλα” – Ένα παραμύθι αυτοβελτίωσης για μεγάλους

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κατσαριδούλα. Δεν την έλεγαν Τερέζα. Δεν ήταν διάσημη και δεν είχε παίξει σε διαφημίσεις. Δεν ήταν σταρ της τηλεόρασης και δεν είχε δει ποτέ φωτογραφίες της σε εφημερίδες και περιοδικά.

‘‘Η ιστορία έχει ήδη ξεκινήσει κι έχεις πάει ένα βήμα μπροστά. Δεν είναι λίγο. Τα χέρια που σε κρατούν στη γη, λύνονται. Πήρες την απόφαση και μπήκες στο ταξίδι’’.

Ήταν κακομούτσουνη με μακρύ πρόσωπο κι οι άλλες κατσαρίδες αλλά και τα υπόλοιπα πλάσματα που φιλοξενούνταν στο ίδιο κομμάτι του σωλήνα της οικιακής αποχέτευσης την φώναζαν “αλογομούρα”. Είχε μακρύ πρόσωπο με τραβηχτό πηγούνι το οποίο την έκανε να γράφει μακριές σκιές στις γωνίες και της προπορευόταν, σκιάζοντας τα κουνουπάκια του κρασιού και τις μύγες των βόθρων, τα οποία απομακρύνονταν με φρίκη, βουίζοντας. Άλλοτε άκουγε να της το ψιθυρίζουν πίσω από την πλάτη και ένοιωθε το περίπαιγμα ως ανατριχίλα. Άλλοτε της το ‘λεγαν κατάφατσα, πράγμα που της δημιουργούσε μια έκφραση πόνου και απελπισίας, χειρότερη ίσως από εκείνη εντομοκτόνου. Λοιπόν, αυτή η κατσαριδούλα είχε φτερά. Κι όπως όλες οι κατσαρίδες με φτερά μάλλον ήταν από την Αμερική. Λένε, χωρίς όμως να έχει πιστοποιηθεί επιστημονικά, ότι οι αμερικανίδες είναι ασχημούτσικες και άγαρμπες και έχουν βαρύ σκελετό που τις κάνει να συγγενεύουν με την οικογενειακή κατηγορία των φορτηγατζήδων. Δεν ξέρει πως ακριβώς, και μετά από ποιες περιπέτειες κατέληξε οι ίδια και το σόι της στην Αθήνα. Κι η ίδια δεν γνώριζε αγγλικά αλλά μασούσε με τη προβοσκίδα της, κάνοντας ρυτίδες, όπως σωλήνας ηλεκτρικής σκούπας, τα βασικά ελληνικά και λίγα ρώσικα, από τα συστατικά που διάβαζε της ρώσικης σαλάτας, την οποία λάτρευε. Και στις δυο γλώσσες δεν γνώριζε πάνω από χίλιες λέξεις όλες κι όλες.

Λοιπόν η Mary, όποτε έβγαινε από τον υπόνομο, αργά τα βράδια, και σύχναζε πίσω από το περίπτερο της Διονυσίου Αεροπαγίτου, κάτω από το ψυγείο με τα αναψυκτικά έπιανε κουβέντα με ένα γρύλλο, που είχε ένα πόδι και μισό δοξάρι.

‘‘Η ιστορία τσουλάει σε λέξεις που ‘χουν ρόδες κι έχει πάει δυο βήματα μπροστά κι εσύ βρίσκεσαι δυο μέτρα πάνω από το έδαφος, δυο εκατοστά πάνω από το πιο ψηλό κυπαρίσσι αυτού του κόσμου.’’

Η φιλία τους γεννήθηκε έναν πολύ βροχερό Σεπτέμβρη, όταν ο γρύλλος, σε ένα γάμο δύο γκέι μυρμηγκιών, που τον είχαν καλέσει να παίξει μπασαβιόλα, γλίστρησε από τη στενή σκαλωσιά που είχαν στήσει με δυο ακρίδες για την μπάντα, και πέφτοντας, χτύπησε στο ένα πλευρό του, στη μαντεμένια εσχάρα του υπονόμου. Κανείς δεν πήρε χαμπάρι πως ο γρύλλος είχε πέσει από το  πρόχειρα στημένα πάλκο, καθώς όλα τα έντομα, περασμένα μεσάνυχτα, είχαν όλα μεθύσει και μισά από αυτά κοιμόντουσαν κατάχαμα, βγάζοντας σάλια από το ανοιχτό τους στόμα. Εξάλλου η μπασαβιόλα που κάλυπτε τον ήχο που έβγαζαν τα βιολιά, τους την έδινε στα νεύρα και τα ενοχλούσε. Τώρα που δεν ακουγόταν πια ήταν για τα περισσότερα μια ευχάριστη ανακούφιση και σε δυο λεπτά τους είχε πάρει ένας ύπνος βαθύς κι έβλεπαν το τρίτο πια όνειρο. Κι όλα αυτά γίνονταν επάνω στην επιφάνεια του κόσμου. Αλλά, όπως κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες, έτσι δεν μπορεί να αρνηθεί και ότι κάτω από τη γη υπάρχει άλλος κόσμος. Στους υπονόμους και στους βόθρους, στα υπόγεια νερά της βροχής, στις στρώσεις χώμα ανάμεσα στις ρίζες, ζουν οργανισμοί που έχουν αναπτύξει άλλες συνήθειες και άλλες κουλτούρες. Στα σκοτάδια τα βλέπουν τελικά πιο φωτεινά από εμάς που μας καίει ο ήλιος.

‘‘Η ιστορία έχει ήδη πάει τέσσερα βήματα πιο πέρα κι εσύ αγγίζεις τη σελήνη. Αναπνέεις τώρα με την ίδια σου την εκπνοή. Με τα μπουκώματα αέρα που είχες τόσο καιρό στη γη μαζέψει μέσα σου, ενώ δεν το γνώριζες. Καις καύσιμα από όνειρα. Τα όνειρα είναι τριάντα τοις εκατό αέρας, για να ‘ναι ελαφριά και να σηκώνονται ψηλά’’.

Κάτω στα υπόγεια, λοιπόν, της Αθήνας, μισολιπόθυμο τον μάζεψε η κατσαριδούλα, η οποία – κοίτα τώρα πως συμβαίνουν τα θαύματα – είχε πάρει μόλις το δίπλωμα της Ερυθροσταυρίτισσας. Και η σύμπτωση δεν τελειώνει φυσικά εδώ. Συνεχίζεται ακόμα παραπέρα και ακόμα πιο πέρα από το παραπέρα και ξετυλίγεται σε χιλιόμετρα. Δεδομένου ότι η κατσαριδούλα είχε κλειστεί στον εαυτό της από τις επιλογές των άλλων και είχε γίνει κάπως αντικοινωνική και “απροσάρμοστη”, το ‘χε ρίξει στην μελέτη για να τρώει τις ελεύθερες ώρες της στον υπόνομο. Είχε δείξει λοιπόν ιδιαίτερο ζήλο στα σεμινάρια παθολογίας και ανατομίας και είχε μάθει όλες τις φόρμουλες και τις ιατρικές τεχνικές για να λύνει και να δένει σκελετούς από όλα τα έντομα και τα θηλαστικά. Κάνοντας καθημερινά πρακτική εξάσκηση σε μια γριά μέλισσα που τα είχε χαμένα από Αλτσχάιμερ και δεν αντιστεκόταν ιδιαίτερα στα παρακαλετά της να κάθεται ακίνητη να την επιδέσει για να περνάει τις εξεταστικές, είχε γίνει μία εξπέρ τραυματολόγος. Τελικά κατάφερε να πάρει το δίπλωμά της με έπαινο και ο πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού της είχε αποδώσει, ως βραβείο καλής θέλησης, το κιτ της καλής Ερυθροσταυρίτισσας: μια καρφίτσα τσίγκινη, μια κάτασπρη στολή, ένα ζευγάρι γόβες με χαμηλά τετράγωνα τακούνια κι ένα ζευγάρι στρογγυλά αυτοκόλλητα με τον κόκκινο σταυρό, τα οποία κατά τη διάρκεια της τελετής ο Πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού, της τα κόλλησε στα φτερά κι η κατσαριδούλα έμοιαζε σαν στούκας. Βγήκε περιχαρής με μάτια που έλαμπαν κρατώντας στα χέρια το κιτ των πρώτων βοηθειών το οποίο περιείχε οξυζενέ, ιώδιο, καμφορά για εντριβές, επιδέσμους, γάζες αποστειρωμένες, λογιών – λογιών πενικιλίνες και αντίδοτα για εντομοκτόνα, καθώς τα έντομα παθαίνουν συχνά – πυκνά διάφορα ατυχήματα από δαύτα.

Βγαίνοντας λοιπόν σε ένα υπόγειο ξέφωτο του υπονόμου, σε μία διασταύρωση που ενώνονται τα λύματα, έχοντας πιασμένα τα χέρια της με τα δώρα που της είχαν απονεμηθεί, και στο στόμα της μία κούτα από μελωμένους λουκουμάδες, για να την πάει δώρο στη μέλισσα που την είχε βοηθήσει, πήρε μία γλίστρα σε κάτι τηγανόλαδα που μόλις είχαν ξεχυθεί από μία ταβέρνα στην Πλάκα. Τέτοια ώρα οι υπόνομοι είναι καθαροί γιατί όλοι έχουν κάνει τις ανάγκες τους κι έχουν από ώρα τραβήξει καζανάκια και πώματα από τους νεροχύτες αλλά η εν λόγω ταβέρνα εκτάκτως είχε μείνει ανοιχτά μέχρι αργά, καθώς η πτήση του γκρουπ των Γιαπωνέζων από το Τόκυο είχε καθυστερήσει να έρθει, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχαν αρχίσει τα σερβιρίσματα και η κουζίνα είχε πάρει φωτιά. Τα χυμένα λίπη την έκαναν να χάσει ισορροπία και πατινάροντας με τα δυο πισινά πόδια, φορτωμένη με όλα τα πράγματα, έπεσε πάνω στον γρύλλο.

“Δεν το έχεις πάρει καν χαμπάρι, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές αλλά τα βήματα έχουν γίνει χίλια. Χίλια είναι μαγική λέξη και την αγαπούν ιδιαίτερα οι παραμυθάδες. Πια δεν γυρίζεις πίσω. Μόνο μπροστά κοίτα, για να μην χάσεις βαρύτητα και ισορροπία.”

Το φως της δημοτικής λάμπας άστραφτε πάνω στα μάτια της και στα φτερά της. Του περιποιήθηκε τα τραύματα και στο κομμένο πόδι του έβαλε μια προθήκη από οδοντογλυφίδα από καναπεδάκια που είχε παρασύρει το σιφόνι μαζί με τις λίγδες, σαπούνια και ψίχουλα. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε μια φιλία πολύ στενή. Τόσο στενή για την κατσαριδούλα που στις πολυλογίες της του είχε εκμυστηρευτεί τους φόβους της κι ένα όνειρο: να μπορούσε, λέει, να γυρίσει όλον τον κόσμο, γιατροπορεύοντας όλα τα έντομα που βρίσκονται εγκλωβισμένα σε εμπόλεμες χώρες στον πλανήτη. Κανείς μέχρι τώρα δεν είχε σκεφτεί να βοηθήσει τους άμαχους πληθυσμούς από κατσαρίδες και άλλα ζωύφια που κατά τύχη είχαν βρεθεί στα μέτωπα των πολεμικών συρράξεων. Ο γρύλλος ξετρελάθηκε με την ιδέα και φώναζε συνεχώς «γιούπι!» «γιούπι!», γράφοντας κύκλους σα διαβήτης γύρω από την κατσαριδούλα με την ξύλινη προθήκη που του είχε κατασκευάσει. Βέβαια το όνειρο θα έπρεπε να περιμένει και η πραγματοποίησή του να μετακινηθεί σε χρόνο μέλλοντα και απροσδιόριστο, πρώτον γιατί δεν υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια, και δεύτερον γιατί τα δυο αλογάκια της Παναγίας που εκδήλωσαν κάποια προθυμία να κάνουν τους οδηγούς του αυτοσχέδιου ασθενοφόρου από κουτί προφυλακτικών, ζητούσαν κανονικό μισθό κατά τα προβλεπόμενα του κλάδου τους συν τα εκτός έδρας. Στο άκουσμα των απαιτήσεων του γρύλλου του έφυγε η προθήκη και σωριάστηκε στα πλακάκια ενώ της κατσαρίδας χαλάρωσε τόσο η προβοσκίδα της που έμοιαζε ελέφαντα και έκανε τη μούρη της πιο αλογομούρα από ποτέ.

“Δέκα χιλιάδες βήματα. Κοιτάς τον ήλιο. Μπροστά σου ο Ερμής, πίσω η γη. Δεν ανήκεις εδώ. Πάντα το ήξερες. Ξεκολλούν φλούδες από πάνω σου όλα όσα σε πίκραναν και σε καθήλωναν. Τελευταία μανούβρα.”

Έτσι, λοιπόν, αυτό το παράξενο ζευγάρι φίλων έστηναν ένα τελάρο στις γωνίες των υπονόμων, τακτοποιούσαν με σειρά πάνω του τα ιατρικά σύνεργα της κατσαριδούλας, φορούσαν τα λευκά καπελάκια τους και περίμεναν να τους πλησιάσει οποιοδήποτε έντομο είχε ανάγκη από γιατροπόρεμα: κάποιο σπασμένο ώμο ή δύσπνοια από ατμούς εντομοκτόνου. Κανένα όμως έντομο δεν τα πλησίαζε ούτε για θωρακική ακρόαση ούτε καν, από περιέργεια για μια καλημέρα. Η κατσαριδούλα, μέρα με την ημέρα μαράζωνε και κατηγορούσε την ιδιαιτερότητά της για την αποτυχία της. Ήξερε βαθιά μέσα της πως ότι κι αν είχε κάνει στη ζωή, ακόμα και τα αριστεία και οι σπουδές της ήταν για να γίνει αποδεκτή από τους άλλους. Όπως κάποιος ακριβώς για να γίνει θελκτικός στολίζεται, παρφουμαρίζεται και πηγαίνει στο γυμναστήριο.

– «Ίσως αν ήμασταν όμορφοι» πέταξε σε μια στιγμή η κατσαριδούλα «να ήταν όλα πιο απλά. Ο κόσμος να μας πλησίαζε και να μας εμπιστευόταν. Ίσως να μην είχαμε καν την ανάγκη να ασχοληθούμε ούτε με τη μουσική εσύ, ούτε εγώ να κάνω τον αποτυχημένο Σωτήρα του κόσμου. Να μην ήμουν η αλογομούρα, ούτε εσύ ο κουτσός γρύλλος». Κι αμέσως μάζεψε τις λέξεις και την προβοσκίδα της, σαν να είπε κάτι που δεν έπρεπε.

– «Κι όμως εμείς είμαστε σε αυτή την πανοτυπία του κόσμου, κάτι το ξεχωριστό. Οι ατέλειές μας είναι οι προσωπικές μας ιστορίες. Δεν μπορούν να τις αγαπήσουν όλοι. Κι η ατέλεια είναι σαν τον κάλο. Έχει παρελθόν και ρίζα. Η εκτομή προϋποθέτει έμπειρο χειρουργικό χέρι. Είμαι γεμάτος ατέλειες, εγώ. Άλλες που φαίνονται, να το κουτσό μου πόδι παραδείγματος χάρη, κι άλλες που είναι κρυμμένες από τα ρούχα μου και είναι έκθετες μόνο όταν είμαι γυμνός. Αυτές με δυσκολία τις φανερώνω και δεν τις βλέπουν όλοι».

«Αν ήμασταν όμως διαφορετικοί, όπως οι Πολλοί, όπως το πλήθος που περνάει μπροστά μας… Οι άνθρωποι αγαπούν αυτό που τους μοιάζει. Νοιώθουν οικειότητα μαζί του και σιγουριά, ακόμα κι αν είναι διαφορετικό. Τους καθησυχάζει όμως. Τουλάχιστον στην αρχή. Κι η αρχή στις σχέσεις μας είναι σημαντική. Άσχετα βέβαια πως θα εξελιχθεί αργότερα. Το ξεκίνημα έχει ήδη γίνει. Να, τώρα κοίτα αυτούς τους δύο χρυσαφένιους μπούμπουρες πως μοιάζουν μεταξύ τους. Σχεδόν φωτοτυπία. Ακόμα και το ίδιο κούρεμα κάνουν. Κάποιος περαστικός θα μπορούσε να πει πως είναι δίδυμοι.»

“Εκατό χιλιάδες βήματα. Ένα σάλτο για το εκατομμυριοστό. Έγινες όνειρο. Μη δειλιάζεις. Σου ανήκει το άπειρο.”

Ο γρύλλος γύρισε το κεφάλι και είδε τους μπούμπουρες να περπατάνε χέρι – χέρι από μπροστά του. Ήσαν όμοιοι, όπως δύο σταγόνες νερό. Δεν εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα και συνέχισε λέγοντας : «Μοιάζουν. Έχεις δίκιο. Αλλά πιο πολύ μοιάζει η προσωπική τους ιστορία. Παρατήρησε όμως κάπως καλύτερα πως περπατούν με καμάρι και σιγουριά. Πόσο στημένα στέκονται στο πλήθος, σαν να πρόκειται κάποιος να τους βγάλει φωτογραφία, με το καλλίγραμμο φροντισμένο σώμα, τους τετράγωνους ώμους, τις προσεγμένα περασμένες από μηχανή φαβορίτες. Σίγουρα αφιερώνουν χρόνο σε αυτό που δείχνουν στους άλλους. Θαρρείς είναι τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους που κάλλιστα ο ένας θα μπορούσε να ζήσει χωριστά από τον άλλον. Εγώ κι εσύ, όμως, είμαστε διαφορετικοί στον κόσμο. Ερχόμαστε από αλλού κι είναι άλλες οι ανάγκες μας.»

– «Πόσο διαφορετικοί μπορεί να είμαστε εμείς; Για ποιο λόγο το λες; Και γιατί δεν είναι διαφορετικοί οι άλλοι σε σχέση με εμάς; Ίσως γιατί είμαστε λίγοι;» ρώτησε η αλογομούρα κατσαριδούλα χαλαρώνοντας ακόμα περισσότερο  την προβοσκίδα της.

– «Είναι γιατί εμείς γεννηθήκαμε πολεμιστές σε αντιξοότητες. Γιατί εμείς, με διαφορά από τους υπόλοιπους, είχαμε αφετηρία πιο πίσω από τους άλλους. Ξεκινήσαμε πιο αργά και στο επιτραπέζιο παιχνίδι μας έκλεψαν γύρους. Το ξεκίνημα δεν ήταν επί ίσοις όροις. Κι ο κανόνας του παιχνιδιού προέβλεπε πως αν στην πορεία πολεμήσεις, αν αντισταθείς, αν φέρεις εξάρες, θα έχεις επιπτώσεις, κάποια τραύματα, κάποιες γρατζουνιές. Οι άλλοι παίχτες δεν είναι διατεθειμένοι να σε αφήσουν να περάσεις μπροστά. Κι είναι οι αμυχές οι αναμνήσεις μας. Η προσωπική μας ιστορία. Ο προσωπικός μας αγώνας. Οι ήττες μας σε μάχες που τώρα φαίνεται να κερδίζουμε έδαφος σε κάθε απειλή και τον πόλεμο.

Οι «κακοτεχνίες» στο σώμα μας, να ξέρεις, φέρνουν πάντα κάτι από το παρελθόν. Γράφονται όπως στους κορμούς των δέντρων χαράζεται ο ηλιακός χρόνος. Τα παραπανίσια κιλά όταν πέρασες εκείνη τη δύσκολη στρεσογόνο κατάσταση του χωρισμού, μια ουλή από τραύμα απροσεξίας, όταν για μήνες κακομεταχειριζόσουν τον εαυτό σου και ήσουν λιγότερο φροντιστικός, λιγότερο δοτικός και περισσότερο απαιτητικός. Τότε που έχασες τα μαλλιά σου, όταν η κατάθλιψη έπαιρνε το πάνω χέρι πάνω σου.

Έτσι λοιπόν εγώ θέλω οι άλλοι να αγαπήσουν τις ατέλειές μου, γιατί είναι οι προσωπικές μου ιστορίες. Για να με μάθουν να τις αγαπήσω κι εγώ κάπως περισσότερο, απ’ όσο τις αγαπάω. Γιατί πια τις έχω αποδεχτεί. Κι έχω κάνει τα ελαττώματα προτερήματα. Κάτι το σπάνιο και κάτι το ξεχωριστό για κάποιον ξεχωριστό και σπάνιο.

 

Και τώρα που αφέθηκες στο ταξίδι, μην ξαναγυρίσεις πίσω. Αν για κάποιο λόγο, βουτήξεις στη γη ή σε εξαναγκαστική προσγείωση βρεθείς να πάρεις κάτι από χώμα, από χρώματα καθημερινά, ξαναδιάβασε το παραμύθι.

 

Αφιερώνεται στη Μαίρη Σακελλαρίου, με αφορμή μια συζήτησή μας τον περασμένο Αύγουστο. Ένα διήγημα άνευ επιστημονικής βιβλιογραφίας.

© Copyright 2018 Σούκουλης Δημήτρης – All Rights Reserved

Το κείμενο αυτό προέρχεται από το https://nosensewords.wordpress.com

fa99701603913e1fdfe41708f2e5a6ea

Αν πλήττεις, αν φοβάσαι, αν δεν σ’αρέσει το σκηνικό σου, άνοιξε την πόρτα και φύγε!

Ποιος είπε, ότι πρέπει να μείνεις εδώ; Όσο η καρδιά και το μυαλό σου δουλεύουν και το ηθικό είναι ακμαίο, μπορείς να μπεις σε όποιο σκηνικό θελήσεις.

Μπορείς να φτιάξεις το δικό σου. Να δημιουργήσεις ένα νέο. Από αύριο κιόλας τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Κάνε τα διαφορετικά γιατί μόνο η πράξη αλλάζει. Οι κουβέντες είναι καλές μόνο στην αρχή. Η συνειδητοποίηση είναι μόνο η μισή λύση. Τα υπόλοιπα είναι πράξη…

Διάλεξε το δρόμο της ζωής. Διάλεξε το δρόμο της αγάπης. Διάλεξε τον δρόμο του ενδιαφέροντος. Διάλεξε το δρόμο της ελπίδας. Διάλεξε το δρόμο της πίστης στο αύριο. Διάλεξε το δρόμο της εμπιστοσύνης. Διάλεξε το δρόμο της καλοσύνης. Από εσένα εξαρτάται. Εσύ θα διαλέξεις.

Μπορείς να διαλέξεις την απελπισία, την δυστυχία. Μπορείς να κάνεις τη ζωή δύσκολη για τους άλλους. Μπορείς να διαλέξεις την θρησκοληψία. Γιατι όμως; Δεν έχει νόημα. Είναι και πάλι αυτομαστίγωμα.

Σε προειδοποιώ όμως ότι, αν αποφασίσεις να πάρεις την πλήρη ευθύνη για τη ζωή σου, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα και θα πρέπει να μάθεις ξανά να ρισκάρεις. Το ρισκάρισμα – αυτό είναι το κλειδί για την αλλαγή.

«Όταν γελάς, διακινδυνεύεις να περάσεις για ηλίθιος»

Και λοιπόν; Και λοιπόν; Συχνά λέω πως ο κόσμος βλέπει τον Μπουσκάλια σαν ενα είδος τρελού. Είναι πραγματικά τρελό! Εγώ όμως το γλεντάω αφάνταστα,ενώ χιλιάδες γνωστικοί πεθαίνουν από ανία.

«Όταν κλαις, κινδυνεύεις να περάσεις για συναισθηματικός»

Δε φοβάμαι να κλάψω. Κλαίω συχνά. Κλαίω από, από απελπισία. Μερικές φορές κλαίω διαβάζοντας τις εργασίες των μαθητών μου. Κλαίω όταν βλέπω ευτυχισμένους ανθρώπους. Κλαίω όταν βλέπω ανθρώπους να αγαπιούνται. Δε με νοιάζει μήπως φανώ συναισθηματικός. Δεν πειράζει. Μ’αρέσει. Μου καθαρίζει τα μάτια.

«Όταν ανοίγεσαι στους άλλους, κινδυνεύεις να μπλεχτείς»

Και τι πιο σημαντικό υπάρχει στην ζωή; Δεν έχω καμιά διάθεση να ζήσω μόνος μου σ’ενα νησί. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε μαζί εσείς και εγώ, σημαίνει πως έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Ας βρούμε τρόπους να κάνουμε την κατάσταση αυτή μια ευκαιρία χαράς.

«Όταν δείχνεις τα συναισθήματα σου, κινδυνεύεις να αποκαλύψεις την ανθρωπιά σου»

Εγώ χαίρομαι να αποκαλύπτω την ανθρωπιά μου. Μπορείς να αποκαλύψεις πολύ χειρότερα πράγματα απο την ανθρωπιά σου.

«Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου στο κόσμο, κινδυνεύεις να τα χάσεις»
Τι να γίνει. Δεν μπορείς να κερδίζεις τα πάντα. Κι ούτε είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι. Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα πει «Είναι απατεώνας. ‘Ελα ,Μέιμπελ,αρκετά ακούσαμε. Πάμε σπίτι ». Κι αυτό είναι πολύ καλό, ξέρετε, και σωστό. Δεν είναι δυνατόν να σε αγαπούν όλοι.

«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου»

Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για να αγαπάς, και όχι για να πάρεις ανταπόκριση – αυτό δεν είναι αγάπη.

«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις» και «’Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις»

Κι όμως πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μην ρισκάρεις τίποτε. ‘Οποιος δεν ρισκάρει τίποτε δεν κάνει τίποτε, δεν έχει τίποτε και δεν είναι τίποτε. Μπορεί ν’αποφεύγει τον πόνο και την λύπη, άλλα δεν μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δεν ζεί και δεν αγαπά.

Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. ‘Εχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι ελεύθερος.

Το να κρατάς κρυμμένο τον εαυτό σου, να τον χάνεις με τις αυτομειωτικές σου ιδέες, είναι θάνατος. Μην αφήσεις να σου συμβεί αυτό. Η μεγαλύτερή σου υποχρέωση σου είναι να γίνεις όλα όσα είσαι όχι μόνο για δικό σου όφελος, άλλα και για δικό μου…

Το κείμενο αυτό προέρχεται από το https://thoughtswords.home.blog/

the-thinker-in-the-gates-of-hell

Ο Κύκλος των Φίλων το 2019 συζητά για το ταξίδι μύθων, ιδεών και παραδόσεων που μέσα από τον συμβολισμό τους καθόρισαν την εικόνα και την αντίληψη του ανθρώπου για τον κόσμο ο οποίος τον περιβάλλει . Και για το έργο εκείνων που στάθηκαν κριτικά και αμφισβήτησαν παγιωμένες αντιλήψεις και ιδεοληψίες ζητώντας να ερμηνεύσουν και να γνωρίσουν, αναλαμβάνοντας και το κόστος των επιλογών τους.
Από την εποχή των μύθων στην επιστήμη αιχμής και τα μυθικά επιτεύγματά της.

Σας προσκαλούμε την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου στο Αίτιον Πολυχώρος,
στη διάλεξη του μαθηματικού και συγγραφέα Τεύκρου Μιχαηλίδη με θέμα Μύθος και Επιστήμη.

Τεύκρος Μιχαηλίδης

Ο κύριος Τεύκρος Μιχαηλίδης είναι διδάκτωρ των μαθηματικών του Πανεπιστημίου Pierre et Marie Curie. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες σχετικά με τη διδακτική των μαθηματικών, την εισαγωγή της πληροφορικής στην εκπαίδευση και τη χρήση της αφήγησης και της ιστορίας στη διδασκαλία των μαθηματικών. Έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με τις εφημερίδες «Τα Νέα», «Ελευθεροτυπία», «Ελεύθερος Τύπος» και «Καθημερινή». Έχει μεταφράσει από τα αγγλικά και τα γαλλικά 28 βιβλία, λογοτεχνικά και επιστημονικά, σχετικά μετά μαθηματικά και την ιστορία των επιστημών. Είναι ιδρυτικό μέλος της ομάδας Θαλής+Φίλοι και της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» («Πόλις» 2006) έχει μεταφραστεί σε 6 γλώσσες -ιταλικά, ισπανικά, αγγλικά, κορεάτικα, κινέζικα, γαλλικά, ενώ για το «Αχμές, ο γιος του φεγγαριού» («Πόλις» 2013) του έχει απονεμηθεί το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συμμετείχε με διηγήματα του στους συλλογικούς τόμους «Ελληνικά Εγκλήματα» 2, 3 και 4 των εκδόσεων «Καστανιώτη», «Είσοδος Κινδύνου» των εκδόσεων Μεταίχμιο, και στη σειρά «Κλέφτες και Αστυνόμοι» του ραδιοσταθμού «902 Αριστερά στα FΜ». Το 2006 η γαλλική κυβέρνηση του απένειμε τον τίτλο τού Chevalier dans l’ Ordre des Palmes Academiques.

Website: https://tefcrosmichaelidesen.wordpress.com/ και

https://tefcrosmichaelides.wordpress.com/

Μαζί του συζητούν ο Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Στάθης Γκόνος και ο σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού ΑΒΑΤΟΝ Ιορδάνης Πουλκούρας.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου στο Αίτιον Πολυχώρος, Τζιραίων 8-10, Μακρυγιάννη, Αθήνα (Σταθμός Μετρό: Ακρόπολη) Τηλ.: 2130 256666, http://www.aition-kinima.org/

Είσοδος Ελεύθερη. Ώρα έναρξης 19.00

Την εκδήλωση υποστηρίζει το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ.

Αναδημοσίευση από το https://kyklostonfilon.wordpress.com