Απρίλιος 2019


Ένας άνθρωπος ενδιαφερόταν πολύ να γνωρίσει τον εαυτό του και ν’ ανακαλύψει τις υπέρτατες αλήθειες της ζωής.
Σ’ όλη του τη ζωή αναζητούσε έναν φωτισμένο άνθρωπο που θα του έδινε κι εκείνου τα φώτα του.
Πήγαινε απ’ τον ένα δάσκαλο στον άλλον, όμως, έμενε στην ίδια κατάσταση.
Πέρασαν πολλά χρόνια αναζήτησης, κι ο άνθρωπος ήταν πια κουρασμένος· εξαντλημένος.
Τότε, μια μέρα, ένας γέροντας από ένα μικρό ορεινό χωριό, του είπε:
«Αν στ’ αλήθεια θέλεις να βρεις το δάσκαλό σου, πρέπει να πας στο Νεπάλ. Εκεί ζει ένας άνθρωπος που έχει φήμη μεγάλου σοφού. Κανένας δεν ξέρει πού ακριβώς βρίσκεται – είναι μυστήριο. Θα πρέπει να τον βρεις μόνος σου, αλλά ένα είναι το σίγουρο: δεν θα είναι εύκολο. Όσοι τον αναζήτησαν είπαν ότι όταν κάποιος πλησίαζε τον τόπο του, εκείνος έφευγε και χωνόταν ακόμα πιο βαθιά μέσα στα βουνά.
Ο άνθρωπος ένιωθε να γερνά, όμως οπλίστηκε με θάρρος και ξεκίνησε.
Δύο χρόνια ταξίδευε με καμήλες, με άλογα, και τελικά με τα πόδια, ώσπου να φτάσει στο σημείο εκείνο, στη βάση του βραχώδους όγκου του Νεπάλ.
Κι από πού να ξεκινήσει το ψάξιμο;
Ο κόσμος του έλεγε:
«Ναι, τον γνωρίζουμε τον γέροντα. Είναι τόσο γέρος…»
«Αδύνατο να καταλάβεις την ηλικία του. Μπορεί να είναι τριακοσίων ετών, πεντακοσίων… Κανείς δεν ξέρει.»
«Ζει κάπου εδώ, πράγματι, όμως δεν ξέρουμε ακριβώς το μέρος… Κανένας δεν ξέρει με ακρίβεια.»
«Κάπου εδώ θα τριγυρίζει. Αν ψάξεις συστηματικά θα τον βρεις».
Ο άνθρωπος έψαχνε, έψαχνε, έψαχνε…
Δύο ολόκληρα χρόνια τριγυρνούσε στο Νεπάλ κατάκοπος, αδυνατισμένος, τρώγοντας άγρια φρούτα, φύλλα και αγριόχορτα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Θα ήταν πολύ ήπιο αν λέγαμε ότι έχασε «πολλά», γιατί μάλλον τα είχε χάσει «όλα». Ωστόσο, ήταν αποφασισμένος να βρει εκείνον τον άνθρωπο.
Για να πάρει θάρρος έλεγε με το νου του ότι για να είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί κάποιος, σίγουρα θ’ αξίζει τον κόπο.
«Ακόμα κι αν σου κοστίσει τη ζωή σου;» τον ρώτησε ένα απόγευμα κάποιος χωρικός.
«Ακόμα κι έτσι» απάντησε.
«Είσαι τρελός» είπε ο χωρικός, «αλλά αν αυτό θέλεις… Λένε ότι υπάρχει ένας πολύ σοφός δάσκαλος που ζει σε μια καλύβα πάνω σ’ εκείνο το βουνό… Λένε ακόμα ότι η ανάβαση είναι θανατηφόρα.»
Μάζεψε τις τελευταίες του δυνάμεις και σκαρφάλωσε στην κορυφή. Παλεύοντας με τα βράχια, με κουρελιασμένα και τα τελευταία απομεινάρια των ρούχων του, σκελετωμένος, διψασμένος, βρόμικος και πληγιασμένος έφτασε σ’ ένα μικρό αχυρένιο καλύβι.
Έρποντας σχεδόν, έσπρωξε τη σαραβαλιασμένη πόρτα…
Τότε είδε πεσμένο στο έδαφος το ακίνητο σώμα ενός γέροντα.
Πλησίασε και κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο δάσκαλος…
Όμως, είχε φτάσει αργά. Ο γέρος ήταν νεκρός.
Ο άνθρωπος κατέρρευσε κυριολεκτικά δίπλα στο παγωμένο σώμα του φωτισμένου δασκάλου, τσακισμένος από την κούραση, τον πόνο, την απογοήτευση.
Δυο μέρες και δυο νύχτες έκλαιγε χωρίς να κουνηθεί από εκεί, και την τρίτη μέρα σηκώθηκε και βγήκε να πιει λίγο νερό.
Στάθηκε κάτω από τον ήλιο κι ανάσανε τον δροσερό αέρα των βουνών.
Οι σκέψεις είχαν εξαφανιστεί χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Δεν είχε κάνει τίποτα, δεν είχε πετύχει τίποτα και δεν του έμενε τίποτα να κάνει.
Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένιωσε ανακουφισμένος, γαλήνιος, χωρίς επείγουσες ανάγκες…
Κι ένιωσε ξάφνου να γεμίζει με φως η ψυχή του.
Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια ευτυχία!
Ένας μικρός, ανεπαίσθητος θόρυβος του έδωσε να καταλάβει ότι δεν ήταν μόνος.
Καθώς στράφηκε, τον είδε.
Πίσω του στεκόταν ο γέρος δάσκαλος. Ο φωτισμένος. Τον κοίταζε χαμογελώντας.
Ύστερα από λίγο του είπε:
«Ώστε έφτασες τελικά. Θέλεις να με ρωτήσεις κάτι;»
Και ο άνθρωπος που τόσο τον είχε αναζητήσει, απάντησε:
«Όχι».
Και γέλασαν και οι δυο τους με γέλια τρανταχτά που αντηχούσαν στα φαράγγια.

Από την άγνοια στη σοφία
ΧΟΡΚΕ ΜΠΟΥΚΑΪ

Από το https://www.lecturesbureau.gr

Advertisements

becket

Τι γνωρίζω σχετικά με την ανθρώπινη μοίρα; Θα μπορούσα να σας πω περισσότερα σχετικά με τα ραδίκια!

Κάθε λέξη είναι ένας άχρηστος λεκές στη σιωπή και στο τίποτα.

Πάντα προσπάθεια. Πάντα αποτυχία. Δεν πειράζει. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα

Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά. Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει. Έχεις δίκιο! Αλλά αναρωτιέμαι: Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια; Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;

Ναι, στη ζωή μου, αφού πρέπει να τη λέω έτσι, υπήρχαν τρία πράγματα, η ανικανότητα να μιλήσω, η ανικανότητα να σωπάσω, και η μοναξιά, μ’ αυτά έπρεπε να τα βγάλω πέρα.

…σαφές τελικά σε εμένα πως το σκοτάδι που πάντα πάλευα να κατανικήσω είναι στην πραγματικότητα ο καλύτερός μου σύμμαχος…

Θα πάψετε επιτέλους να με βασανίζετε με τον καταραμένο τον χρόνο σας! Είναι απάνθρωπο! Πότε! Πότε! Μια μέρα! Δεν σας φτάνει αυτό; Μια μέρα σαν τις άλλες, μια μέρα μουγγάθηκε, μια μέρα τυφλώθηκα, μια μέρα θα κουφαθούμε, μια μέρα γεννηθήκαμε, μια μέρα θα πεθάνουμε, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή, δε σας φτάνει αυτό; Ξεγεννάνε καβάλα σ’ ένα τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή, κι ύστερα πάλι σκοτάδι.

Είσαι στη Γη. Δεν υπάρχει θεραπεία γι’ αυτό.

 

O Σάμιουελ Μπέκετ  ήταν Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Το έργο του είναι βασικά μινιμαλιστικό, και σύμφωνα με ορισμένους ερμηνευτές, βαθιά απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση. Η απαισιοδοξία αυτή αντανακλάται από την εκτενή και περίεργη αίσθηση του χιούμορ στο έργο του, καθώς και από το γεγονός ότι η περιγραφή των εμποδίων στην ανθρώπινη ζωή εξυπηρετεί την επιθυμία του Μπέκετ να δείξει ότι το ταξίδι είναι που αξίζει, παρά τις δυσκολίες του.

Το 1969, τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.. (πληροφορίες από την wikipedia)