Οκτώβριος 2016


Στέφανος Ροζάνης , Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Ίδρυμα Θεοχαράκη 2016.

Advertisements

Στάθης Γκόνος, Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ,Ίδρυμα Θεοχαράκη 2016

 

Andreas Embirikos

Posted: October 19, 2016 by vequinox in Literature

10417606_665246363531093_7012922189412662430_n

ΑΦΡΟΣ

Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
‘Aλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
‘Οπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μες’ στον αφρό της θάλασσας.

 

SEAFROTH

 

Lust is a minaret firmly grounded

reflection of the muezzin on its top

flaring cries of the universe

fireflies in the drawers of girls

that live in seashores and villas

girls who ride bicycles in gardens

some naked some clad dressed and others

in decorated dresses and little boots

that shine day and night

like their breasts the time

they dive into the sea froth

~ Andreas Embirikos, translated by Manolis Aligizakis


Sometimes a door opens
where you least
expect it…

© 2016 S. Michaels
Ambrosia | micro Haiku

Από το https://englishlitgeek.wordpress.com/2016/10/20/portal/

Ο Ι   Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ   Τ Η Σ   Κ Ο Λ Α Σ Η Σ

   (Ε Π Ι Λ Ο Γ Η)

 

Οδήγησε το κάρο και τ’ αλέτρι σου πάνω απ’ τα κόκαλα των νεκρών.

Ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.

Η φρονιμάδα είναι μια πλούσια κι ασκημομούρα γεροντοκόρη που την κορτάρει  η Ανικανότητα.

Όποιος επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.

 

Henry Fuseli : Nightmares

 

Ο ανόητος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο με τον σοφό.

Αυτός που το πρόσωπό του δεν σκορπάει φως, ποτέ του δεν θα γίνει άστρο.

Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα του χρόνου.

Τις ώρες της ανοησίας τις μετρά το ρολόι αλλά τις ώρες της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.

Αν ο ανόητος επέμενε στην ανοησία του, θα γινόταν σοφός.

Η ανοησία είναι ο μανδύας της κατεργαριάς.

Η ντροπή είναι ο μανδύας της Υπεροψίας.

Οι Φυλακές είναι χτισμένες με πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με πλίνθους της Θρησκείας.

 

William Blake : From Europe: A Prophecy

 

Η έπαρση του παγωνιού είναι η δόξα του Θεού.

Η λαγνεία του τράγου είναι η αφθονία του Θεού.

Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.

Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.

 

Adolf Ulrik Wertmüller:

Danaë receiving Jupiter in a Shower of Gold

Οι χαρές γκαστρώνουν. Οι λύπες γεννάνε.

Το πουλί τη φωλιά, η αράχνη τον ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.

Η στέρνα περιέχει. Η πηγή ξεχειλίζει.

Μια σκέψη γεμίζει το αχανές

Πάντα λέγε λεύτερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφεύγει.

Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες απ’  τ’  άλογα της διδαχής.

Η μηλιά ποτέ δε ρωτάει την οξιά πώς να μεγαλώσει∙ ούτε το λιοντάρι το άλογο πώς να πιάσει τη λεία του.

Η ψυχή της γλυκιάς χαράς ποτέ δε λερώνεται.

 


William Blake: Oberon,_Titania and Puck with Fairies Dancing

 

 Όταν βλέπεις έναν Αετό, βλέπεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ψηλά το κεφάλι!

Η δημιουργία ενός μικρού λουλουδιού είναι το έργο αιώνων.

Το κεφάλι Θαυμαστό, η καρδιά Συγκίνηση, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.

Όπως ο αέρας για το πουλί ή η θάλασσα για το ψάρι, έτσι είναι η περιφρόνηση γι’ αυτόν που την αξίζει.

 

 

W  i  l  l  I  a  m    B  l  a  k  e

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   Νοε. 2011

Απο το https://pteroen.wordpress.com/category/%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B7%CE%BA-blake-william/?blogsub=confirming#subscribe-blog

Posted by Το κόσκινοOctober 17, 2016

troaditis

Συζήτηση με τον εξ Αυστραλίας ορμώμενο ποιητή-blogger Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διατηρεί το γνωστό ιστολόγιο http://tokoskino.me. “Συναντηθήκαμε” διαδικτυακά και συζητήσαμε για την ποίηση και για το πώς φαντάζει το ελληνικό ποιητικό τοπίο στα μάτια ενός ομογενή που ζει μόνιμα στην Αυστραλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πώς ορίζεις την προσωπική σου σχέση με την ποίηση, Δημήτρη;

Δημήτρης Τρωαδίτης: Η δική μου σχέση με την ποίηση είναι μια σχέση δούναι και λαβείν. Είναι μια σχέση που κρατά χρόνια, από την εφηβεία μέχρι σήμερα, αμείωτη και αμετάβλητη, μ’ έχει χαράξει, μ’ έχει σημαδέψει… Ζω και ανασαίνω όλα αυτά τα χρόνια με τους ποιητές, τις ποιήτριες και την ποίηση. Ακόμα και κάποια χρόνια που δεν έγραψα ούτε μια λέξη, διατηρούσα αυτή τη σχέση ως κόρη οφθαλμού, με την έννοια ότι ενημερωνόμουν όσο μπορούσα για την ποιητική εν γένει κίνηση, αγόραζα συλλογές, διάβαζα, πήγαινα σε ποιητικές αναγνώσεις, συνέλεγα λέξεις, έννοιες και στοχασμούς από δω κι από κει, σαν να ήθελα να υφάνω το δικό μου ιστό, να δημιουργήσω μια βάση πάνω στην οποία θα ήθελα να κινηθώ σε έναν χρόνο απροσδιόριστο, να βρω ένα απάγκειο, να πιαστώ σε δύσκολες, ίσως, ώρες…
Πράγμα που εξακολουθώ να κάνω.

Ήταν σαν να έδινα μια μάχη εκ του συστάδην, για να κερδίσω ακόμα και μια τόση δα φράση, ακόμα και μια λέξη, που όμως για μένα σημαίνει πολλά, ίσως και τα πάντα..

Ακόμα και όταν καταπιανόμουν ή καταπιάνομαι με άλλα είδη λόγου και έκφρασης, την ποίηση έχω ως αφετηρία και πάντα σ’ αυτήν επιστρέφω. Τη θεωρώ μάνα μου, αδελφή μου, τη θεωρώ σανίδα σωτηρίας, αντίδοτο στα όποια δεινά μας κατατρέχουν σήμερα.

Για μένα, η ποίηση είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον, που δεν είναι ξεκομμένα μεταξύ τους, αλλά οι διαφορετικές πτυχές, τα αναπόσπαστα στοιχεία ενός όλου, μιας τεράστιας εικόνας… Γιατί η ποίηση είναι εικόνα, ίσως διαφορετική από τους χρωστήρες και τα σχέδια, αλλά εικόνα λέξεων και εννοιών, συναισθημάτων και προσεγγίσεων.

Αυτή είναι η δική μου σχέση με την ποίηση και έτσι ορίζεται. Προσωπικά, “υπηρετώ” την ποίηση όλα αυτά τα χρόνια μέσα από αρκετά και διαφορετικά μετερίζια, του ποιητή, του μεταφραστή, του blogger, του οργανωτή ποιητικών εκδηλώσεων, του συμμετέχοντα σε αντίστοιχες εκδηλώσεις άλλων ποιητών, του αναγνώστη…

Χ.Λ.: Πώς βρέθηκες στην Αυστραλία;

Στην Αυστραλία, συγκεκριμένα στη Μελβούρνη, βρέθηκα κατά τα τέλη του 1992, μετά από απόφαση εμού και της συντρόφισσάς μου να εγκατασταθούμε εδώ. Εκείνη ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη εδώ, Ελληνοαυστραλή δεύτερης γενιάς. Εξετάσαμε το ενδεχόμενο να έρθει εκείνη και να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά υπερίσχυσε η Μελβούρνη και η Αυστραλία.

Αν και η φυγή μου από την Ελλάδα δεν είχε να κάνει με οικονομικούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους, για να πω την αλήθεια, ήθελα να φύγω. Υπήρχαν ορισμένα πράγματα που με έπνιγαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Από την άλλη, δεν είχα καμία πρόσβαση ή κάτι παρόμοιο στην επαρχία. Έτσι ήθελα να φύγω, να αποδράσω, να δω άλλους τόπους, ανθρώπους, πολιτισμούς και συνήθειες, να ταυτιστώ μαζί τους ή και να τους απορρίψω. ‘Ηταν μια μεγάλη, αλλά όχι δύσκολη, απόφαση. Ήταν ένα μεγάλο βήμα, που βέβαια εμπεριείχε πολλά ρίσκα, τα οποία αποφάσισα σε στυλ “εδώ και τώρα” να τ’ αναλάβω. Και αυτό έκανα και εξακολουθώ να το κάνω.

Σήμερα κοντεύοντας 25 χρόνια εκτός Ελλάδας (με εξαίρεση 7 περίπου μηνών παραμονής μας στην Ελλάδα το 2002 και 2-3 ακόμα επισκέψεων λίγων βδομάδων), δεν μπορώ να πω ότι μετάνιωσα. Το αντίθετο, η Αυστραλία μου άνοιξε πολλά μέτωπα αλλά και ορίζοντες -και όχι μόνο στην ποίηση- στα οποία βάδισα και βαδίζω…

Χ.Λ.: Πώς βλέπεις το ελληνικό ποιητικό τοπίο από εκεί;

Δ.Τ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, μια ανθολογία-ορόσημο για την τωρινή ελληνική ποίηση. Μιλώ για την πρόσφατη, δίγλωσση (αγγλικά και ελληνικά) έκδοση της ανθολογίας “Austerity Measures – The New Greek Poetry” σε επιμέλεια Karen Van Dyck (η οποία -να πω πληροφοριακά- έχει εργαστεί και εδώ στη Μελβούρνη αρκετά χρόνια και έχει σχετιστεί με ποιητές της ελληνικής διασποράς) με ανθολόγηση ποιημάτων στην αγγλική και στην ελληνική.

Η ανθολογία αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα τεράστιο βήμα κοινωνικοποίησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, της ελλαδικής ποιητικής σκηνής, τουλάχιστον ενός ικανού αριθμού ποιητών και ποιητριών και του έως τώρα έργου τους, το οποίο είναι εμβληματικό.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ καλούς ποιητές και ποιήτριες. Αυτοί οι ποιητές και οι ποιήτριες έχουν κατά βάση μερικά κοινά γνωρίσματα/χαρακτηριστικά: είναι νέοι, ίσως οι περισσότεροι διανύουν την τρίτη και/ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, και ξέρουν πολύ καλά για ποια πράγματα γράφουν και μιλούν.

Δεν ξέρω εάν είναι σωστό να τους ορίσουμε ως ποιητές της κρίσης, γιατί αρκετοί από αυτούς άρχισαν να γράφουν πριν ξεσπάσει η λεγόμενη κρίση, ούτε συνηγορώ στο ότι ίσως θα πρέπει να τους “ταξινομίσουμε” σε μια σχολή/γενιά (π.χ. η γενιά του ’90, του ’00 κ.ο.κ.).

Αλλά από την σχεδόν σε καθημερινή βάση επαφή μου με μέρος του έργου αρκετών ποιητών και ποιητριών από τον ελλαδικό χώρο -και, φυσικά, από αυτούς ποιήματα των οποίων φέρνω στην επιφάνεια ή αναδημοσιεύω στο ιστολόγιό μου (στο http://tokoskino.me)-, πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που έχει ήδη προσφέρει στην ελληνική σύγχρονη ποίηση, εξακολουθεί να προσφέρει, παρά τα όποια εμπόδια, και ευελιστώ ότι θα συνεχίσει να το κάνει με την ίδια ζέση και αποφασιστικότητα, την ίδια αμεσότητα και αγριάδα -ας μου επιτραπεί η λέξη-, αλλά και την ίδια έντεχνη υφή και στοχαστικότητα του λόγου που βγάζει προς τα έξω.

Κατά 90%, η ποίηση αυτή με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, με γοητεύει, μου αρέσει και γι’ αυτό την αναδημοσιεύω.

Εκείνο για το οποίο στεναχωρούμαι είναι το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ποιητές και ποιήτριες -όπως γίνεται και με άλλα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης, τη μουσική, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο κλπ.-, δεν τυχαίνουν καμίας απολύτως στήριξης από το κράτος, την “οργανωμένη” πολιτεία και τους φορείς (αν και αυτοί καταργήθηκαν ή περιέπεσαν σε αδράνεια) και φαίνεται ότι τα πρώτα θύματα της όποιας κρίσης, εκτός από τους εργαζόμενους και τα αδύνατα οικονομικά στρώματα, είναι και ο λόγος και η τέχνη.

Χ.Λ.: Μιλάς όμως, Δημήτρη, για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Έχεις υπόψη σου ότι τα τελευταία χρόνια κατατίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 κατά μέσο όρο ποιητικές συλλογές κάθε χρόνο, σε συνθήκες κρίσης; Εδώ έχουμε ένα νέο φαινόμενο που απάδει της ρομαντικής άποψης περί ποιήσεως που μπορεί να έχουμε εσύ κι εγώ. Μιλάμε για εξαγορά, ουσιαστικά, του τίτλου του ποιητή. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Δ.Τ.: Ναι, έχω επίγνωση του ότι μιλώ για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ελλαδικής ποιητικής παραγωγής ή, τουλάχιστον, της ποίησης με την οποία ασχολούμαι εγώ. Γιατί είναι φύσει αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με το σύνολό της ή με το μεγαλύτερο μέρος της.

Έχω, επίσης, επίγνωση αυτού που αποκαλείς εξαγορά -που δεν θα το έλεγα έτσι- του τίτλου του ποιητή, αλλά του τι ακριβώς και ποιος πρέπει να λογίζεται ως ποιητής τη σημερινή εποχή. Με λύπη μου, βλέπω ότι έχουν πλέον “ανοίξει”, έχουν επεκταθεί τα “όρια”, τα “στενά πλαίσια” με βάση τα οποία ίσως “νομιμοποιούμασταν” έως τώρα να ορίσουμε κάποιον ως ποιητή. Φαντάζει σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει ένα λεγόμενο “κλειστό” επάγγελμα, κατά την έννοια ότι αφού όλοι μπορούν να είναι φαρμακοποιοί, φορτηγατζήδες ή οτιδήποτε άλλο γιατί να μην είναι όλοι ποιητές… Οπότε, ίσως, μπορούμε να μιλήσουμε για κατάχρηση…

Εγώ πιστεύω ότι σε αυτό έχει βάλει αρκετά το χέρι της και η τεχνολογία, κυρίως τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αρκεί σε πολλούς να βάζουν μερικές σκέψεις στην οθόνη, να τα ονομάζουν ποίηση ή κάτι παρόμοιο και να παίρνουν κάποια likes. Δεν αντιτίθεμαι στην ποίηση στο διαδίκτυο, στα ηλεκτρονικά βιβλία και τα παρόμοια -άλλωστε, είμαι και εγώ ένας από αυτούς που ασχολούνται σε καθημερινή βάση με την ποίηση στο διαδίκτυο- ή δεν αντιτίθεμαι στο δικαίωμα του καθένα να εκφραστεί όπως θέλει, όμως, κάποια πράγματα έχουν και τα όριά τους.

Όσον αφορά τον αριθμό συλλογών που κατατίθενται ετησίως στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όχι δεν τον ήξερα, αλλά διαβεβαιώ ότι το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και εδώ στην Αυστραλία, μάλλον και αλλού. Μέσω της χρόνιας τριβής και ενασχόλησής μου, έχω δει ότι αρκετός κόσμος γράφει ποίηση, πηγαίνει σε αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναζητεί τρόπους δημοσιοποίησής της και ένας από τους τρόπους αυτούς είναι βέβαια και η έκδοση συλλογών, από τις οποίες ο πιο μεγάλος αριθμός κατατίθεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας, στις Πολιτειακές Βιβλιοθήκες (State Libraries) αλλά και στις πανεπιστημιακές – αν και οι εδώ Βιβλιοθήκες ζητούν, κυρίως, οι ίδιες αντίτυπα. Ο δε πληθυσμός της Αυστραλίας, όπως ίσως θα ξέρεις, φτάνει σχεδόν στα 24 εκατομμύρια, δηλαδή ο διπλός και πλέον από αυτόν της Ελλάδας. Δεν έχω ακριβή εικόνα του αριθμού των ποιητικών συλλογών που κατατίθενται στις εδώ επίσημες Βιβλιοθήκες, αλλά σίγουρα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της Ελλάδας. Και, σίγουρα, αυτό γίνεται σε, κατά βάση, παγκόσμια κλίμακα και δεν είναι μόνο ελλαδική ή αυστραλιανή υπόθεση.

Χ.Λ.: Αλλά εκεί είναι Αυστραλία, εδώ Ελλάδα. Όταν είχε έρθει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν για την παρουσίαση της ανθολογίας του που μετέφρασα, «Φόρεσέ με», μου ζήτησε να τον πάω στο Μουσείο του Γιάννη Ρίτσου. Του απάντησα ότι δεν υπάρχει τέτοιο Μουσείο, ούτε καν Μουσείο για την ποίηση γενικότερα και τότε συνειδητοποίησα το όνειδος αυτής της έλλειψης για μια χώρα με δυο νομπελίστες ποιητές, που έχει εκφραστεί μέσω της ποίησης ήδη από την αρχαιότητα.

Δ.Τ.: Ούτε και εδώ υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο Μουσείο ποίησης. Υπάρχει όμως τεράστια μέριμνα, τόσο κρατική όσο και εκ μέρους άλλων φορέων, για τη διάσωση και διατήρηση της ποιητικής ιστορίας της χώρας, όλων όσον αφορούν μεγάλους ποιητές και ποιήτριες στην Αυστραλία, αλλά και γενικά ό,τι έχει σχέση με την ποίηση και την προώθησή της.

Υπάρχει πανεθνικός φορέας με την επωνυμία Australian Poetry, με βάση τη Μελβούρνη, που επιχορηγείται και παρουσιάζει συγκεκριμένο έργο σε ετήσια βάση, με εκδόσεις, οργάνωση σεμιναρίων και διαφόρων εκδηλώσεων, με διαγωνισμούς, δημιουργία βάσεων δεδομένων κ.λπ.

Υπάρχουν, επίσης, διάφοροι άλλοι φορείς -όπως το Melbourne Poets Union- που ασχολούνται με τη γενικότερη λογοτεχνία, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και η ποίηση και με σχεδόν παρεμφερή δράση όπως αυτή του Australian Poetry – όπως το Writer Victoria και άλλα.

Υπάρχουν, τουλάχιστον στη Μελβούρνη όπου ζω, πάρα πολλές ποιητικές “σκηνές”, ομάδες, παρέες, με δράση (και μια από αυτές είναι οι ποιητικές αναγνώσεις που οργανώνω σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση και εγώ στη Βιβλιοθήκη Emerald στο South Melbourne).

Άλλωστε, η Μελβούρνη από το 2008 είναι η δεύτερη Πόλη Λογοτεχνίας στον κόσμο μετά το Εδιμβούργο. (Περισσότερα για τη γενικότερη λογοτεχνία στη Μελβούρνη, εδώ:http://www.cityofliterature.com/cities-of-literature/cities-of-literature/melbourne/)

Χ.Λ.: Κυκλοφόρησε πρόσφατα, εδώ στην Ελλάδα, ένα νέο βιβλίο σου, σωστά;

Δ.Τ.: Ναι, εξέδωσα πριν λίγες βδομάδες από τις εκδόσεις Οδός Πανός, την ποιητική συλλογή “Η μοναξιά του χρόνου”. Η συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες: “η μοναξιά του χρόνου” και “υπολήψεις-απόπειρες” και αρχικά είχε γίνει ηλεκτρονική μόνο έκδοσή τους. Τα ποιήματα της πρώτης ενότητας έχουν γραφτεί το διάστημα 2008-2009 και της δεύτερης το 2012. Τα δημοσιεύω μαζί γιατί θεωρώ αυτές τις δύο ενότητες ποιημάτων αλληλένδετες μεταξύ τους, τη μια ενότητα συνέχεια της άλλης. Στην πρώτη ενότητα ασχολούμαι με το χρόνο που προχωρά και φεύγει, μόνος, ακαταμάχητος και αλώβητος, χωρίς να μας δίνει σημασία, χωρίς να τον ενδιαφέρει η κάθε μας δραστηριότητα και τι κάνουμε για να τον ξεγελάσουμε. Είναι σκέψεις που γυροφέρνουν στο μυαλό μου συχνά, πολύ συχνά, και πηγάζουν κυρίως από τις εντρυφύσεις μου στις φιλοσοφικές πτυχές και παρορμήσεις περί χρόνου. Ωστόσο, στη δεύτερη ενότητα τα ποιήματα πατούν μεν πάνω στα ζητήματα του χρόνου, αλλά έχουν να κάνουν με προσωπικές καθημερινές στάσεις, κυρίως με το πώς εγώ ο ίδιος παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου να αντιδρά στις σημερινές συνθήκες ζωής και να οργανώνει τη ζωή του. Φυσικά, σε όλα αυτά εισέρχεται και η πολιτική πτυχή των πραγμάτων, μιας και η ποίησή μου είναι πρωτίστως πολιτική και κραυγή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και λέγοντας αυτό, να πω ότι μέχρι το τέλος του χρόνου (ευελπιστώ) θα εκδοθεί και μια άλλη συλλογή μου με τίτλο “Με μια κόκκινη ανάταση” η οποία είναι κατ’ εξοχήν πολιτική ποίηση.

Χ.Λ.: Καλοτάξιδο λοιπόν το βιβλίο και καλή ευόδωση στα σχέδιά σου, Δημήτρη. Σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση.

Δ.Τ.: Ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την ευκαιρία που μου δόθηκε μέσα από το Στίγμα Λόγου να πω αυτά τα λίγα, σχετικά με την ποίηση κ.λπ. Θα ήθελα να ευχηθώ καλές εμπνεύσεις στους ποιητές και ποιήτριες στην Ελλάδα και, επίσης, να δουν κατάματα την πραγματικότητα και να οργανωθούν οι ίδιοι για τα δικά τους συμφέροντα, ώστε να αποτελέσουν μια διακριτή οντότητα αντίστασης σε ένα ζοφερό τοπίο, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα.

*Η συζήτηση δημοσιεύεται εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blogger.html

Ενός λεπτού σιγή

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Ενός λεπτού σιγή από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996)

Από το : https://authormanolis.wordpress.com/2016/10/19/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B9-4/#like-9110

Επόμενη σελίδα: »