Δεκέμβριος 2015


Από τη Σκουφά ως τον Ευαγγελισμό

(Μια Χριστουγεννιάτική ιστορία της Άγγυ Βλαβιανού)

 

  Τό ΄ξερε πως την είχανε για λίγο αλλιώτικη –και καμιά φορά θύμωνε γι’ αυτό, έξαλλη γινόταν και τότε ούρλιαζε κι έσπαγε πράγματα, κομμάτια και θρύψαλλα, και κυλιόταν χάμω και χτύπαγε κι έγδερνε όποιον την πλησίαζε κι έκλαιγε και δεν τους ξαναμίλαγε- αλλά μήπως αλλιώτικος δεν είναι κάθε άνθρωπος; Κι αν ήταν αυτή αλλιώτικη, τότε όλοι οι άλλοι νομίζουν ότι είναι ίδιοι, αλλά τότε γιατί κορδώνονται και καμώνονται πως ο καθένας τους είναι ένας και μοναδικός, ο-ε-αυ-τός-του;

Παρίστανε πως κοιμόταν ακόμη, μέχρι που άκουσε την εξώπορτα να κλείνει και μετά ούτε κιχ. Ούτε το κλειδί είχε γυρίσει δυο φορές ούτε βήματα ούτε φωνή μέσα στο σπίτι. Μάντεψε μια θαυμάσια λιακάδα να έρχεται μέσα από τα παντζούρια του σαλονιού και πετάχτηκε από το κρεβάτι.

Να προλάβει.

athinaΠΗΓΗ φωτογραφίας: Eurokinissi από  http://www.paraskhnio.gr/

Όταν βγήκε στο δρόμο, όλα λάμπανε, μα κυρίως αυτή! Είχε φορέσει την πιο καλή της νυχτικιά, φούξια και γυαλιστερή, πραγματική τουαλέτα για γιορτή και για χορό. Κι από πάνω τη βιζόν τη μακριά την ξανθιά, της μητέρας που ταξίδευε από καιρό σε μέρη μακρινά κι ονειρεμένα. Και τις παντόφλες τις τυρκουάζ με τις πέρλες κεντημένες. Είχε βουρτσίσει τα φλογερά μαλλιά της καλά, να κάνουν μπούκλες απαλές γύρω από τον λαιμό της. Στις ομορφιές της ήταν και στα κέφια της τα μεγάλα και δεν την πείραζε πολύ που δεν είχε βρει κραγιόν να βάλει, όταν βγαίνει άλλωστε μια πραγματική κυρία πριν το μεσημέρι πρέπει να έχει φυσική ομορφιά, μόνο το βράδυ να φορά διαμάντια και μαργαριτάρια για να κλέβει τη λάμψη των άστρων και της σελήνης.

Ανηφόριζε αργά εκείνον το μαγικό δρόμο που θυμόταν από παιδί, τόσο όμορφα στολισμένο με μπιχλιμπίδια στις βιτρίνες και μουσικές χαρούμενες και γοητευτικές και θαύμαζε που οι συνωστισμένοι άνθρωποι τραβιόνταν σαν την αντίκριζαν να πλησιάζει. Όπως τα νερά που ανοίγονταν μπροστά στη σηκωμένη ράβδο του Μωυσή, την έβλεπαν να έρχεται πανέμορφη κι ακτινοβόλα και έσκυβαν το κεφάλι τους, έστρεφαν το βλέμμα τους αλλού θαμπωμένοι, κολλούσαν την πλάτη τους στον τοίχο, βιάζονταν να προχωρήσουν μην τυχόν και τους προλάβει και βαδίσει πλάι τους, σκιαγμένοι μην τυχόν και υποχρεωθούν να συγκριθούν με την υπέροχη παρουσία της.

Σε μια βιτρίνα πάνω είδε τη φιγούρα της και τη θαύμασε –πόσο όμορφη ήταν σε μια τόσο όμορφη μέρα!- κι ας τη φούσκωναν μερικά κιλά, ας όψονται τα χάπια που της έδιναν τόσα χρόνια όσοι το είχαν για κακό που ήταν λίγο αλλιώτικη.

Αχ, να και κάτι καινούργιο στην άκρη της πολύβουης και κοσμικής πλατείας, εκεί που άλλοτε έβρισκε τις φιλενάδες της! Ένα δάσος – έλατα, ολόδροσα, στητά και μυρωδάτα! Τι θαύμα κι αυτό! Στάθηκε να απολαύσει χαϊδεύοντας τα φυλλώματα που τσιμπούσαν ανάλαφρα κι ο νους της πλημμύρισε από γιρλάντες και φωτάκια στο σαλόνι του σπιτιού της που χρόνια τώρα έμενε κατασκότεινο και σιωπηλό, κούκλες με δαντελένια φορέματα ανάμεσα σε μπάλες κόκκινες και χρυσές, έναν μικρό τυμπανιστή που τον κούρδιζε για να συνοδεύει το λίκνισμά της καβάλα στο ξύλινο αλογάκι της, το σύννεφο της άχνης πάνω από τα γλυκά που σηκωνόταν πάνω από το πελώριο τραπέζι σαν χιονοθύελλα κι έπεφτε έπειτα απαλά και με το δάχτυλό της να ζωγραφίζει πάνω στο ζαχαρένιο χιόνι καρδούλες, τον ήλιο, το φεγγάρι και το άστρο των Χριστουγέννων. «Αχ, Μαράκι, ζαβολιές πάλι κάνεις!» έλεγε η μητέρα.

Ένα χεράκι γλίστρησε μέσα στο δικό της κι εκείνη γύρισε να δει. Ένα αγοράκι, της χαμογελούσε, του λείπανε τα δυο πάνω δόντια, βρώμικο κάπως, άνιφτο κι αχτένιστο, σκαστό μάλλον κι αυτό από-ποιος-ξέρει-πού, ξυπόλητο. Με το ένα χέρι του μέσα στο δικό της, χάιδευε με το άλλο τις βελόνες των δέντρων και σιγοτραγουδούσε. Του χαμογέλασε. Στάθηκαν έτσι καμπόσο μαζί.

Τραβώντας την από το χέρι το αγοράκι την έκανε να ξεκινήσει ακολουθώντας το.

Πού τώρα; Για πού; Βόλτα, έτσι κι αλλιώς.

Για ώρες. Δίχως να μιλούν. Δεν της χρειαζόταν να μιλά μεθυσμένη από τέτοια ευτυχία. Κάπου κάπου άκουγε το αγοράκι να σιγοτραγουδά. Χέρι μέσα στο χέρι. Οι φωταγωγημένοι δρόμοι άνοιγαν πάντα στο πέρασμά τους, με προσοχή και σεβασμό, τα αυτοκίνητα σταματούσαν μονομιάς, οι κομψοί διαβάτες βιάζονταν ακόμη και μια μέρα γιορτής, ειδικά μόλις ο ήλιος πήρε να γέρνει, οι θαμώνες στα κατάμεστα καφέ και στα εστιατόρια γούρλωναν έκπληκτοι τα μάτια τους κι έπειτα κοίταζαν τα φλιτζάνια και τα πιάτα τους ή ψάχνοντας τον σερβιτόρο. Λογικό: δεν αντέχει κανείς να έρχεται αντιμέτωπος με τόση ευτυχία.

Ήταν μεγάλη τύχη που κουράστηκαν κι οι δυο μαζί, και δεν χρειάστηκε λοιπόν να διαφωνήσουν, κι ακόμη μεγαλύτερη που είδαν αμέσως μπροστά τους έναν πανέμορφο κήπο, πυκνό και φωτισμένο όσο έπρεπε για να μην παραπατήσουν. Κούρνιασαν ανάμεσα στους θάμνους, τύλιξε το αγοράκι μέσα στη βιζόν της μητέρας και το έσφιξε στην αγκαλιά της. Σειρήνες ακούστηκαν από μακριά, σαν τότε που την είχαν πάρει από το σπίτι, αλλά δε νοιάστηκε. Ήταν όμορφα μέσα σ’ αυτή τη μικρή σπηλιά από πρασινάδες και κλαδιά, με το αγοράκι της στην αγκαλιά της, κι οι δυο τους ζεστοί από αγάπη μέσα σ’ αυτή την όμορφη, τη γαλήνια νύχτα. Κι όταν άκουσε την ανάσα του παιδιού να γίνεται όλο και πιο αργή και πιο βαθιά, έγειρε το κεφάλι της και σκέπασε με τα κόκκινα μαλλιά της το κεφαλάκι του. Το βουητό των δρόμων όλο και χανόταν. Αύριο ο Χρίστος της γιόρταζε, ένα κύμα φούσκωσε στην καρδιά της και τα μάτια της ξεχείλισαν. Τον έσφιξε λίγο παραπάνω και φίλησε τα ιδρωμένα μαλλάκια του.

 

Ένιωσε χέρια να τη σφίγγουν από παντού και βαριές ανάσες γύρω της. Πετάχτηκε αλαφιασμένη. Μέσα στο σκοτάδι κάποιος έπαιρνε το παιδί από την αγκαλιά της και κάποιος την τραβούσε κι από τα δύο της χέρια.

«Μη φοβάσαι, σε βρήκαμε τώρα».

Γιατί να τη βρουν; Δεν είχε χαθεί. Ούτε φοβόταν.

Δε μίλησε, δεν αντιστάθηκε. Την ήξερε τη διαδικασία. Μα το αγοράκι έκλαιγε, ούρλιαζε και τραβιόταν πέρα δώθε να ξεφύγει, κατάφερε να έρθει να πέσει πάνω της αγκαλιάζοντάς την. Αυτοί που τους τραβολογούσαν να τους χωρίσουν σταμάτησαν απότομα. Παραφυλούσαν. Κλαμμένο το προσωπάκι και τρομαγμένο, της χαμογελούσε. Έχωσε το χέρι του σε μια τσέπη του κι έβγαλε τη γροθιά του σφίγγοντας κάτι που γυάλιζε. Γύρεψε το χέρι της κι άφησε στην παλάμη της καραμέλες. Στρογγυλές. Ούζου και κανέλας που της άρεσαν, στα γυαλιστερά γαλάζια και κόκκινα χαρτάκια τους.

Κι έπειτα τους χώρισαν.

Αν ποτέ ανταμώσετε μια γυναίκα που περπατά στο δρόμο μονάχη απολαμβάνοντας την ομορφιά του κόσμου ή αν συναντήσετε ένα παιδί που γυρεύει συντροφιά, χαμογελάστε τους. Κι αν σας το ανταποδώσουν, μην ξαφνιαστείτε. Κι αν ακόμη, αν –λέμε τώρα- πιάσετε και κουβέντα μαζί τους, μην τους ρωτήσετε για τις ειδήσεις, για το τι σκέφτονται για το ένα και το άλλο της καθημερινής ζωής. Μπορεί και να μην τους νοιάζει. Ίσως να είναι προτιμότερο να τους ρωτήσετε από πού έρχονται και πού πηγαίνουν. Ή έστω, πού θα ήθελαν να πάνε. Κι έτσι να ακούσετε τη δική τους ιστορία. Κι έτσι ίσως να μπορέσετε να διηγηθείτε κι εσείς τη δική σας ιστορία. Επειδή πάντοτε ο καθένας μας είναι λιγάκι αλλιώτικος από τους άλλους.

 

 

 

Advertisements

Τον καινούργιο χρόνο,

 Ζήσε απλά

    Κάνε Μεγάλα Όνειρα έτσι που όταν το αναπόφευκτο ποτάμι της καθημερινότητας και του όχλου σε παρασύρουν αυτά να λάμπουν . 
Στον κόσμο του Ονείρου και της Ουτοπίας δεν υπάρχει χρόνος.

Αυτά που ονειρεύτηκες περιμένουν υπομονετικά λάμποντας σαν ακτινοβόλος αστέρας για να σου θυμίζουν τον δρόμο όταν και όποτε η νόστος σου δώσει τη δύναμη να σηκώσεις  το βλέμμα ψηλά , πάνω από τον ορίζοντα του τετριμμένου.

Και ακόμα,

Δίνε απλόχερα την αγάπη

Να είσαι ευγνώμων για  ότι αποκτάς

Και μην ξεχνάς

Να γελάς, να γελάς όσο περισσότερο γίνεται.

Με τις καλύτερες ευχές μας για Χρόνια Πολλά με Υγεία, Χαρά και Ευημερία σε εσάς και τους αγαπημένους σας.

 Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το 2016.

 

 

Χειμερινό Ηλιοστάσιο. Ο Ήλιος σταματά τη βύθιση για τρεις μέρες. Μαζί στέκεται και ο χρόνος. Η ώρα του τελείωσε. Σε λίγο ξεκινά ο νέος ενιαυτός.

Στο ενδιάμεσο διάστημα όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές και διαθέσιμες στην ανθρώπινη Επιλογή και Πράξη.

Χρόνια μας Πολλά

wsa1

Το Όνειρο των Ιθαγενών και οι Γερμανοί

κείμενο μου από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ- Εν Ιορδάνη

Κάποιο πρωινό ο Θεός κάπνιζε παίζοντας ρυθμούς στο τύμπανό του και σιγοτραγουδώντας ονειρεύτηκε τους ανθρώπους. Έτσι πίστευαν οι Ινδιάνοι πως δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Σε ένα άλλο όνειρό τους μια ταλαιπωρημένη από τους νάνους νεαρή γυναίκα έφτιαξε το φεγγάρι και το ουράνιο τόξο. «Όποιος δεν με αναγνωρίζει καθώς θα βλέπει την ομορφιά μου στο στερέωμα θα τιμωρείται» είπε  και σκαρφάλωσε για πάντα  στον ουρανό.

Όταν είδε το ουράνιο τόξο ένας άνδρας αναρωτήθηκε, «τι περίεργο πράγμα είναι αυτό» και αμέσως κεραυνοβολήθηκε. Ήταν ο πρώτος νεκρός άνθρωπος.

Ύστερα ο κόσμος των Ινδιάνων της Αμερικής αναπτύχθηκε. Φυλές κυριάρχησαν πάνω σε άλλες φυλές φτιάχνοντας βασίλεια και αυτοκρατορίες.

Η γλώσσα αυτού του Παράδεισου του Νότου ήταν περίεργη και περιγραφική. Αυτό που λέμε φίλος ήταν γι’ αυτούς η άλλη μου καρδιά, η ψυχή ήταν ο ήλιος στο στήθος, ο ουρανός ήταν η πάνω θάλασσα και για να συγχωρήσουν έλεγαν απλά ξέχασα.

indians

Αυτόν τον κόσμο ανακάλυψε τυχαία κάποιος Κολόμβος. Μέχρι που πέθανε το 1506 δεν είχε μπορέσει να χωνέψει ότι δεν  είχε ανακαλύψει ένα συντομότερο δρόμο για τις Ινδίες αλλά μια νέα ήπειρο.

Οι άνθρωποι που κάνουν δουλειές όμως δεν χάνουν χρόνο με τέτοιες μικρολεπτομέρειες. Ήδη από το 1493 ο Πάπας Αλέξανδρος Στ’, ο διάσημος Βοργίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή κατά μήκος του 53ου μεσημβρινού, χώρισε και παρέδωσε τον Ατλαντικό στις δυο πιστές του χώρες,  Ισπανία και Πορτογαλία, ώστε να κατακτούν  να λεηλατούν και να εμπορεύονται όπου νομίζουν δίνοντας τη δεκάτη υπέρ του Κυρίου.

Ο άγιος Πατέρας όμως όφειλε να κατοχυρώσει και τα δικαιώματα ακόμη και των απειθών ιθαγενών σε αυτό το ιδιότυπο «Μνημόνιο». Πολλές δεκαετίες πριν, ο Άγιος Αυγουστίνος είχε επιτρέψει τον πόλεμο εναντίον εκείνων που κάνουν κατάχρηση της ελευθερίας, γιατί με την ελευθερία καταντούν ανυπάκουοι στο Θέλημα. Σωστό! Και όπως είχε πει ο Άγιος  Ισίδωρος, ένας πόλεμος για να είναι δίκαιος πρέπει πρώτα να έχει ανακοινωθεί. Αν οι αντίπαλοι δεν αποδεχτούν τους όρους τότε η μάχη είναι ευλογημένη.

Έτσι οι Κονκισταδόρες περίμεναν μέσα στις λαμπερές τους πανοπλίες να διαβαστεί μεγαλόφωνα η ανακοίνωση που προέτρεπε τους Ινδιάνους να ακούσουν το λόγο του Θεού και να υποταχθούν πληρώνοντας τους φόρους που είχε ευλογήσει  ο Βοργίας.

Τώρα, αν οι «άγριοι» δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη λατινική, που ως γνωστό είναι η γλώσσα του Θεού, δικό τους  πρόβλημα. Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε η ανάγνωση, ξεκίνησε η επίθεση μπροστά στ’ απορημένα βλέμματα των «αγρίων».

Και όταν κάποιος φουκαράς, όπως ο αυτοκράτορας των Ίνκας Αταχουάλπα, δέχτηκε να βαφτιστεί για να επιβιώσει από τη σφαγή, αντιμετώπισε για πρώτη φορά το ιδιαίτερο χιούμορ των Ευρωπαίων. Ο Πισάρο τον έβαλε να φιλήσει το σταυρό, και στη συνέχεια διέταξε να τον στραγγαλίσουν…

Αλλά και οι απλοί Ινδιάνοι που ασπάστηκαν το χριστιανισμό για να μοιάσουν τους δυτικούς, δεν είχαν καλύτερη τύχη. Οι πέντε πρώτοι οδηγήθηκαν στην πυρά ως αιρετικοί. Ο αβάς δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει ότι πίστεψαν τόσο πολύ στη δύναμη της Παναγίας και των αγίων ώστε –όπως έκαναν με τα δικά τους ιερά– είχαν θάψει τις εικόνες στα χωράφια τους για να έχουν πλούσια συγκομιδή.

Και όλα αυτά έγιναν με τις εντολές ενός ανθρώπου που ονειρεύτηκε και πέτυχε να φτιάξει μια ενωμένη Ευρώπη, της οποίας η κυριαρχία εκτεινόταν από τις Κάτω Χώρες του μακρινού βορρά μέχρι την Αμερική και την Αφρική.

Γνωστός και με τον πρώτο του τίτλο ως Κάρολος Α’ (1500-1555) της Ισπανίας, απόγονος από τύχη των ισχυρότερων βασιλικών οίκων της Ευρώπης,  διεκδίκησε και έλαβε την κληρονομιά του Καρλομάγνου και τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως Κάρολος Ε’.

Οι πρίγκιπες που τον επέλεξαν μεταξύ των τριών υποψηφίων ορκίστηκαν πρώτα στη Βίβλο ότι η ψήφος τους θα είναι τίμια. Στη συνέχεια και για να είναι σίγουροι ότι δεν θα υπάρξει παρεξήγηση, ζήτησαν να μπουν με μουλάρια τα 850.000 φιορίνια για να τα μετρήσουν και να τα μοιράσουν πριν καθαρογράψουν την απόφαση.

Ο νεαρός τότε Κάρολος δεν είχε βέβαια τόσα χρήματα. Φρόντισαν όμως να τον δανείσουν οι Γερμανοί τραπεζίτες Φύγκερ και Βέλζερ. Ο Κάρολος δεν σκέφτηκε να ξεκαθαρίσει τους όρους του μνημονίου που υπέγραψε και το άφησε για αργότερα. Λάθος του!

Όλη η ηρωική εποποιία του στη συνέχεια –νίκησε τους Γάλλους, τους Ιταλούς, σταμάτησε τους Τούρκους στη Βιέννη και εδραίωσε τις κατακτήσεις στην Αμερική– δεν ήταν παρά μια προσπάθεια να ικανοποιήσει τους δανειστές του.

Ενδιάμεσα η γηραιά ήπειρος θα πληροφορείτο πως δεν υπήρξε ποτέ κανένα Ελντοράντο, πως η Αμερική δεν ήταν η Ινδία αλλά μια νέα ήπειρος και πως οι γηγενείς που μετά από 50 χρόνια είχαν σχεδόν εξαλειφθεί, με τη Βούλα του Πάπα Παύλου Γ’ αναγνωρίζονταν ως ανθρώπινες υπάρξεις που διαθέτουν μυαλό και ψυχή.

Είχε προηγηθεί  ένας καλός ιερέας, ο Βαρθολομαίος ντε λα Κάσας, που δεν άντεχε να βλέπει τους ιθαγενείς να πεθαίνουν και τις κόρες τους να γεμίζουν τα χαρέμια των αποίκων και να πωλούνται για λίγα νομίσματα.

Πρότεινε λοιπόν για να σωθούν όσοι είχαν επιζήσει, να επιτραπεί να φέρνουν σκλάβους νέγρους της Αφρικής και μουσουλμάνους που ήταν αποδεδειγμένα άθεοι. Έτσι ο καλός αυτός παπάς θέλοντας να βοηθήσει τους Ινδιάνους ευλόγησε το μεγαλύτερο εμπόριο σκλάβων στην ανθρώπινη ιστορία, επιβεβαιώνοντας το τετριμμένο, ότι ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις.

Η Νότια Αμερική έδωσε στους Ευρωπαίους ό,τι μπορούσε από πρώτες ύλες και φτηνό ανθρώπινο δυναμικό, αλλά δεν ήταν αρκετά. Οι Ευρωπαίοι πρίγκιπες και βασιλιάδες ήταν ανικανοποίητοι και το όνειρό τους ήταν να έχουν μεγαλύτερο κομμάτι κυριαρχίας στην ειρηνική αυτοκρατορία  που εξουσίαζε το μισό πλανήτη.

Ο ίδιος ο Κάρολος  ονειρεύτηκε μια πιο απλή ζωή. Του άρεσαν, λένε, οι τέχνες και οι επιστήμες. Στο τέλος της ζωής του έκανε κάτι που κανείς δεν είχε κάνει ποτέ: παραιτήθηκε χαρίζοντας την αυτοκρατορία του στο γιο του και τον αδελφό του και αποσύρθηκε στον κόσμο των δικών του ονείρων.

Στην τέχνη επέζησε ως μυθική φιγούρα στον Δόκτορα Φάουστ και σε διάφορες όπερες μεταξύ των οποίων και ως γέρο ερημίτης στο Ντον Κάρλο του Βέρντι.

Σε όλο αυτό το ονειρικό τοπίο υπήρχαν και κάποιοι, ελάχιστοι, που συνεχώς παρότρυναν τον Κάρολο να επεκταθεί, υποδείκνυαν στόχους και συνέπρατταν στις συμφωνίες και στις συνθήκες,  κερδίζοντας συνεχώς, χωρίς ποτέ να εκτεθούν.

Ήταν οι Γερμανοί τραπεζίτες  Βέλζερ από το Άουγκσμπουργκ. Και όταν όλα τα χρήματα της Αυτοκρατορίας δεν τους έφταναν, απαίτησαν και πήραν την εκμετάλλευση της  Βενεζουέλας.

Για τους ανθρώπους του Νότου ο Θεός δημιουργεί ονειρευόμενος καθώς καπνίζει, παίζει μουσική και σιγοτραγουδά. Στο μακρινό Βορρά αποτιμούν πρακτικά τη ζωή. Άλλωστε ο Θεός τους δεν καπνίζει, ούτε ονειρεύεται, είναι φτιαγμένος κατεικόνα και ομοίωσή τους ….

 

Υ.Γ. Οι ιστορίες του κειμένου περιέχονται στο τρίτομο έργο του Eduardo Galeano, Μνήμη της Φωτιάς.