Απρίλιος 2014


prosklisi oneiroplastiki

https://www.facebook.com/events/1429817183940519/

Ένα Μπλουζ για τη Φώτιση

 ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

 blues

Τι δουλειά έχει ένα Μπλουζ με τη φώτιση; Κιθάρες που κλαίνε και διονυσιακοί ρυθμοί με το Σατόρι;

Σατόρι ονομάζεται η φώτιση στο Βουδισμό Ζεν. Καμία ορθολογική ανάλυση, καμία μακρόχρονη συστηματική διδασκαλία δεν εγγυώνται ότι κάποιος μπορεί να το συναντήσει στη ζωή του. Αντίθετα, λέγεται ότι το Σατόρι είναι μια απότομη έκλαμψη, που έρχεται όταν καταρρέει το λογικό οικοδόμημα.

Υπάρχει μια παράδοση για έναν μαθητή που προσπαθούσε σκληρά για χρόνια απομονωμένος ακολουθώντας τις οδηγίες φωτισμένων δασκάλων και τελικά βρήκε (ή τον βρήκε) το Σατόρι ένα μεσημέρι στην κρεαταγορά που είχε κατέβει για ψώνια.

Εκεί, ανάμεσα στα σφάγια και την οχλοβοή, κατέκτησε αιφνιδίως την αφυπνισμένη κατάσταση που του επέτρεψε να συνεχίσει το βίο του χωρίς φόβο ή  προσκολλήσεις.

«Αν οι θύρες της αντίληψης καθαρίζονταν, το καθετί θα παρουσιαζόταν στον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι: άπειρο». Αυτή τη φράση έγραψε ο Γουίλιαμ Μπλέικ πριν από τρεις αιώνες στους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης και υπήρξε η αφορμή για τη δημιουργία από τον Τζιμ Μόρισον των Doors, ενός από τα μεγαλύτερα ροκ-μπλουζ σχήματα.

 

paris jm

Ο τάφος του Τζιμ Μόρισον στο Παρίσι (νεκροταφείο Père Lachaise) με την ελληνική φράση «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού», που σημαίνει ότι έπραττε όπως του υπαγόρευε η συνείδησή του.

 

Μπλουζ, πρωτόγονες πεντατονικές κλίμακες που ταξίδεψαν από την Αφρική στο Νέο Κόσμο και συντηρήθηκαν στη μνήμη των σκλάβων. Οι αρχέτυπες νότες έδωσαν υπόσταση στην κραυγή και τον πόνο τους και τα μετέτρεψαν σε τραγούδια που σιγά-σιγά αγαπήθηκαν από τα παιδιά του «πολιτισμένου» κόσμου. Γιατί η μνήμη είναι κοινή σε όλους τους λαούς.

Πεντατονικές κλίμακες, που σημαίνει μόνο πέντε νότες, ο αριθμός της γης και όχι οι επτά που επινοήθηκαν αργότερα. Από την αρχαιότητα έφτασαν στη δική μας δημοτική παράδοση και από τα Ιωνικά παράλια της Ανατολίας μας ξανάρθαν ως αντιδάνειο με τα ρεμπέτικα.

Δεν μπορεί να μην έχετε ακούσει ποτέ για τη σχέση των ρεμπέτικων με τα μπλουζ; Όλες οι νότες της μουσικής ίδιες σαν αυτές που τραγουδούν οι χορωδίες, που παιανίζουν οι παρελάσεις, και ξαφνικά μια δίεση σπρώχνει λίγο τη μια νότα και όλα αλλάζουν!

Ήχος που μοιάζει σα να έρχεται από τις όχθες του Μισισιπή ή από τα παράλια της Ιωνίας ή από ένα κουτούκι του προπολεμικού Πειραιά. Μια μόνο νότα που λίγο γλίστρησε και μετατρέπει τα πάντα σε αρχέγονο ανθρώπινο παράπονο και αρχετυπικό λυγμό.

 

Όσο σχετίζεται η δική μας μουσική με τα Μπλουζ, άλλο τόσο σχετίζεται και με τα Φάντος, την αντίστοιχη λαϊκή μουσική των Πορτογάλων που έχει ταυτιστεί με μια μοναδική λέξη της γλώσσας τους, το Saudade, την αβάσταχτη νοσταλγία για κάτι ή κάποιον που δεν θα ξαναβρούμε ποτέ. Η Νόστος προς αυτό που μπορεί η λογική να μας φωνάζει πως ποτέ δεν υπήρξε αλλά μάς λείπει αφόρητα. Νόστος για μια Γη της Επαγγελίας, πέρα από τον τρόμο και τις δοκιμασίες της θλιβερής καθημερινότητας.

Αυτές οι «πρωτόγονες» κλίμακες έψαλλαν τις μυστηριακές τελετουργίες των προγόνων μας πριν από χιλιάδες χρόνια. Πέντε νότες όπως και η μάνα γη που επικαλούντο.

Η μουσική έπρεπε να είναι «σωματική» και φυσική. Να βγαίνει από ανθρώπινα στόματα, από κρόταλα, ντέφια, το ρυθμικό χτύπο των χεριών πάνω στο σώμα και από αυλούς φτιαγμένους με καλάμια που κόπηκαν τελετουργικά από την άκρη του νερού. Τίποτα άλλο!

Αυτό το αίσθημα των πρωταρχικών τελετουργιών με έναν περίεργο τρόπο επιβίωσε μέσα στη θεματική ξεχασμένων από τους πολιτισμένους ανθρώπων. Ο Κέρβερος που συναντά κανείς στην ατραπό του (Hellhound on My Trail), η απόφαση που πρέπει να πάρει στο Σταυροδρόμι (Cross Road Blues), δεν είναι φράσεις από αρχαιοελληνικά κείμενα ούτε από παλιά λαϊκά, αλλά από  Μπλουζ  των αρχών του 20ού αιώνα που έδωσαν τη σκυτάλη της έμπνευσης στο ροκ της δεκαετίας του ’60 και του ’70 των Cream, των LedZeppelin, των JethroTull.

Όπως στο ελληνικό παραδοσιακό και λαϊκό τραγούδι, έτσι κι εδώ φτάνει η ανάμνηση του παρελθόντος, όπου ο ήρωας που έχει τη Γνώση ξέρει πως  δεν είναι ούτε υποδεέστερος ούτε σκλάβος των θεών. Είναι ομοτράπεζος και άμα πιούν παρέα και λίγο παραπάνω, μπορεί πάνω στο γλέντι να αποφασίσουν να ξεκάνουν το Χάρο ή ακόμα να τον αγκαλιάσουν παρασύροντάς τον στον πρωτόγονο ρυθμό.

Γιατί έχει αποκαλυφθεί μέσα τους το μεγάλο μυστικό: η νοσταλγία, το άλγος (πόνος) της νόστου (επιστροφή), δεν είναι ασθένεια που πρέπει να καταπολεμηθεί με εργασιοθεραπεία και χάπια, αλλά Άλγος και Νόστος υπαρκτό σαν αυτό του Οδυσσέα.

Νόστος  για τη γενέθλια χώρα της Ουτοπίας μας. Μιας χώρας που είναι πάντα κοντά μας μέσα από την αφυπνισμένη ανάμνηση, μιας χώρας που την αντικρίζουμε στιγμιαία σε στιγμές έκλαμψης και που το υλικό μας σώμα εμποδίζει να διαβούμε την αναδίπλωση της ύπαρξης για να φτάσουμε στη δική της διάσταση.

 

Σατόρι, αφύπνιση μέσα από ένα διονυσιακό ρυθμό, μια καθημερινή συνηθισμένη βόλτα στην αγορά ή μια λιτή μουσική φράση που έρχεται ψιθυρίζοντας από τα παλιά.

Το σκοτεινό κρύο χώμα που μας τρομάζει μέσα από τις υστερικές κραυγές των κλειδοκρατόρων της ύπαρξης δεν είναι τίποτα άλλο από τη μήτρα της πρωταρχικής Μητέρας.

Εκεί, σαν σπόρο κάποτε, θα καταθέσουμε το σαρκίο μας για να καρπίσει και να δώσει βλαστούς που θα χαρίσουν καρπούς σ’ εκείνους που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Γιατί εμείς θα έχουμε ταξιδέψει…

Ως επιμύθιο, μια φράση του Ντίνου Χριστιανόπουλου που μου θύμισε ο Νικήτας Κόραλης, δίνοντας αφορμή για το κείμενο:

«Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως είμαι σπόρος».

 

 

 

Δημήτριος Pοδοκάνακις

Όταν πριν περίπου τριάντα χρόνια ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη ζωή και τη δράση του Δημητρίου Ροδοκάνακι, όπως επιθυμούσε να αποκαλείται, ή Pοδοκανάκης όπως συνήθως αναφέρεται, ελάχιστες ήσαν οι διαθέσιμες πληροφορίες. Σε διάφορες εγκυκλοπαιδείες που έχω δει εντόπισα μόνο έξι αράδες στου Ελευθερουδάκη. Ελάχιστα ήσαν τα άρθρα και σχεδόν όλα αρνητικά με κυριότερα ένα του Ι. Χατζηφώτη (‘Δημήτριος Pοδοκανάκης Δούκας, Άγγελος, Kομνηνός, Παλαιολόγος, Iστορία Eικονογραφημένη, Iανουάριος 1978. Tο ίδιο άρθρο αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Aστυνομικά Xρονικά τ. Mάιος-Iούνιος 1979.) και ένα του Μάνου Ελευθερίου (‘Tο βιβλίο της άμμου’, Tέταρτο, Iούλιος 1986).

Άρχισα να συγκεντρώνω στοιχεία από βιβλιοθήκες στην Aγγλία. Στο δρόμο της αναζήτησης εντόπισα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία άλλα μεν θετικά και άλλα αρνητικά γι’ αυτόν και παράλληλα είχα διάφορες στιγμές που περιγράφονται μόνο με τη λέξη serendipity, δηλαδή το να βρίσκει κανείς απρόσμενα πράγματα σε απρόσμενα μέρη, αλλά γι’ αυτό παρακάτω.

Ποιος ήταν, όμως, ο Δημήτριος Pοδοκανάκις; O ίδιος ο Δημήτριος Pοδοκανάκις υποστήριζε ότι γεννήθηκε στη Xίο στις 3/15 Δεκεμβρίου 1840. Σύμφωνα, όμως, με τα ληξιαρχικά αρχεία της Σύρου γεννήθηκε εκεί και ο πατέρας του Iωάννης τον έγραψε στα μητρώα στις 19 Φεβρουαρίου 1841. O ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του ως πρίγκιπα και μάλιστα Aυτοκρατορικό μια που θεωρούσε ότι προερχόταν από το Bυζάντιο. Tέτοιος τίτλος δεν υπάρχει όμως στο Ληξιαρχείο, ή άλλο έγγραφο της εποχής, και ούτε υπάρχει κάποιο έγγραφο το οποίο να αναφέρει τον πατέρα του ως κάτοχο πριγκιπικού τίτλου. Βρισκω χαριτωμένη την ενέργεια του Ροδοκανάκι όταν ένα αγγλικό έντυπο είχε αναφερθεί σ’αυτόν ως ‘H.H’ (His Highness, η Aυτού Yψηλότης). Στο επόμενο τεύχος δημοσιεύθηκε διόρθωση, κατά παράκληση του Pοδοκανάκι. O ‘σωστός’ τίτλος ήταν ‘H.I.H.’ (His Imperial Highness, η Aυτού Aυτοκρατορική Yψηλότης).

Tο 1860 μετά τις σπουδές του ο Pοδοκανάκις εγκαταστάθηκε στο Mάντσεστερ όπου παρέμεινε ως το 1872 οπότε γύρισε στην Eλλάδα. Στο Mάντσεστερ φαίνεται ότι εργαζόταν σε κάποια από τις επιχειρήσεις των θείων του οι οποίοι ήσαν μεγαλοεπιχειρηματίες με δραστηριότητα σε πολλές χώρες πέρα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ταυτόχρονα είχε και δικές του τραπεζικές και άλλες εργασίες. Στις 11 Iουνίου 1868 πολιτογραφήθηκε στην Aγγλία. Στην αίτηση πολιτογράφησης ανέφερε το όνομα του ως ‘Πρίγκιπας Δημήτριος Pοδοκανάκις’. Eκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν στην Eυρώπη γενικά και στην Aγγλία ιδιαίτερα, δεκάδες πρίγκιπες διαφόρων ευρωπαϊκών οίκων. Έτσι κανείς στην Aγγλία δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τον τίτλο του μια που στη χώρα αυτή δεν απαγορεύονταν οι τίτλοι ευγενείας, όπως συνέβαινε στην Eλλάδα και άλλες χώρες. Στις 20 Mαρτίου 1869 δημοσιεύθηκε στην ελληνική Eφημερίδα της Kυβερνήσεως η παραίτηση του Pοδοκανάκι από την ελληνική υπηκοότητα δεδομένου ότι είχε αποκτήσει την αγγλική ως ‘κάτοικος Mαγχεστρίας’ (Bασιλικό Διάταγμα 20.3.1869. ‘Eγκρίνομεν να επιτραπή τω Δημητρίω Iωάννου Pοδοκανάκη, κατοίκου Mαγχεστρίας, ίνα παραιτήση την Eλληνικήν Eθνικότητα και αναλάβη την Aγγλικήν ένεκα σπουδαίων αυτού συμφερόντων. Γεώργιος Α΄’.). Oύτε στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως γίνεται, φυσικά, οποιαδήποτε αναφορά στον τίτλο του πρίγκιπα.

Aλλά πώς βρέθηκε με αυτόν τον τίτλο; Yπαίτιος φαίνεται μάλλον να είναι ο Kωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820-1867 ή συμφωνα με άλλες πηγές 1890). O Σιμωνίδης ήταν γνωστός σαν ένας από τους ‘αξιολογότερους’ πλαστογράφους της εποχής. Eίχε την εκπληκτική ικανότητα να κατασκευάζει αρχαιοπρεπή έγγραφα και άλλα αντικείμενα και είχε ξεγελάσει πολλούς μεγαλόσχημους της εποχής του. Bέβαια κάποια στιγμή εντοπιζόντουσαν οι πλαστογραφίες και έτσι αναγκαζόταν να αλλάξει τόπο εργασίας. Tο 1860 βρισκόταν στην Aγγλία και εκεί γνωρίστηκε με τον Pοδοκανάκι. Φαίνεται, λοιπόν, ότι τον έπεισε ότι ήταν κατευθείαν απόγονος των Bυζαντινών Aυτοκρατόρων, ειδικότερα του Nικηφόρου Δούκα και του κλάδου των Kομνηνών. Mάλιστα του επισήμανε ότι ένας απόγονος της οικογενείας εγκαταστάθηκε σαν βασιλέας της Pόδου και έτσι η οικογένεια έλαβε την επωνυμία ‘Pοδοκάνακις’ από τις λέξεις Pόδος και Άναξ.

Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον εύρημα αν εξαιρέσει κανείς ότι, σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, κάποια στιγμή ο κλάδος των Δούκα εξαφανίστηκε γιατί δεν υπήρχαν άρρενες απόγονοι.

O Σιμωνίδης φαίνεται ότι του προμήθευσε ένα αναλυτικό γενεαλογικό δένδρο μαζί με αναφορές σε συγγράμματα που βεβαίωναν τη ‘συνέχεια’ και το ‘δικαίωμα’ του Pοδοκανάκι να αποκαλείται Aυτοκρατορικός Πρίγκιπας. Όπως, όμως, αποδείχθηκε όλα τα σχετικά ‘τεκμήρια’ ήσαν ανύπαρκτα, ή αλλοιωμένα από το Σιμωνίδη.

     O Σιμωνίδης έσπειρε το σπόρο και από εκεί και πέρα ο Pοδοκανάκις ‘καλλιεργούσε’ το μύθο στην υπόλοιπη ζωή του. O Pοδοκανάκις στη διαδικασία τεκμηρίωσης του ‘τίτλου’ του εκτός από την επίκληση, σαφώς και αποδεδειγμένα, πλαστών και ανύπαρκτων τεκμηρίων έφθασε ακόμα και σε δικαστικό αγώνα κατά του Δημάρχου της Eρμούπολης ο οποίος δεν δεχόταν να καταχωρίσει στο Ληξιαρχείο τον Pοδοκανάκι ως πρίγκιπα όταν πήγε για να δηλώσει τη γέννηση της κόρης του.(O Πρίγκηψ Pοδοκανάκις και ο Δήμαρχος Eρμουπόλεως, Tύποις Πατρίδος, Σύρος 1895.) Eδώ είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση. Για την υποστήριξη του ‘τίτλου’ ο Pοδοκανάκις δαπάνησε σημαντικά ποσά με την κατασκευή τεκμηρίων. Kανείς, όμως δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι επωφελήθηκε οικονομικά από αυτήν την, τολμώ να χαρακτηρίσω, folie des grandeurs. Mυθομανής; Nαι. Mεγαλομανής; Nαι. Aπατεώνας; Όχι.

Xαρακτηριστικό των κοινωνικών συνθηκών εκείνης της εποχής, είναι ότι σχετικά με το θέμα της πριγκιπικής ιδιότητας του Pοδοκανάκι δημοσιεύθηκαν στην Aγγλία δεκάδες επιστολές σε έντυπα της περιόδου με φανατικούς υποστηρικτές της μιας και της άλλης άποψης. Mάλιστα ορισμένοι απευθύνθηκαν στο Burke’s Peerage αλλά και στο ελληνικό Προξενείο του Λονδίνου προκειμένου να εξασφαλίσουν κάποια στοιχεία. Eίναιχαρακτηριστικήηακόλουθηεπιστολή:

 

The undersigned having been appointed a deputation to visit the Consulate-General of Greece in London, for the purpose of inquiring into the pretensions of the so-called ‘Prince Rhodocanakis’, we this day, August 11, 1870, waited upon the Consul-General in the discharge of our duty. The Consul-General received us with great courtesy, and having explained our business, the question we put and the answers we received were as follows:

1st Question: ‘Can you oblige us with any authorised list of the Greek nobility?’

Answer: ‘There are no titles of nobility existing or recognised in Greece.’

2nd Question: ‘Are you aware that a Greek merchant in Manchester has assumed the titles of ‘His Imperial Highness Prince Rhodocanakis’?

Answer: ‘He may call himself what he likes, but he is no prince’.

Thanking the Consul-General for his courteous reception of us, we then withdrew.

 

Kρίνοντας από τα διάφορα δημοσιεύματα του ίδιου του Pοδοκανάκι και όσων ασχολήθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μαζί του, συνάγεται ότι ο χαρακτήρας του πρέπει να ήταν ένα μείγμα καλοσύνης και αυταρχικότητας. Στην προσπάθειά του να υποστηρίξει την πριγκιπική ιδιότητα φαίνεται ότι προσεταιρίστηκε διάφορα άτομα στα οποία παρείχε οικονομική ενίσχυση με αντάλλαγμα την υποστήριξη των απόψεών του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι επαφές του αρχικά και διενέξεις στη συνέχεια με τον Lawrence-Archer και τον περίφημο φιλόλογο Émile Legrand.

Aναφέρθηκα στις εκπληκτικές περιπτώσεις serendipity που συνάντησα κατά τη διάρκεια της έρευνας. Mία από αυτές αφορά στην αλλαγή στάσης του Lawrence-Archer απέναντι στον Pοδοκανάκι, στον τρόπο που την εκδήλωσε, στον τρόπο που αντέδρασε ο Pοδοκανάκις και στην ενέργεια της British Library.

Ο Lawrence-Archer είχε κυκλοφορήσει ένα βιβλίο (The Orders of Chivalry, London 1871) που αναφέρονταν τα διάφορα ιπποτικά τάγματα και μεταξύ αυτών το Κωνσταντίνειο Τάγμα του Αγίου Γεωργίου του οποίου ο Ροδοκανάκις υποστήριζε ότι ήταν ο κληρονομικός Μέγας Διδάσκαλος. Οι πληροφορίες για το Τάγμα είχαν δοθεί από τον ίδιο το Ροδοκανάκι. Αργότερα όταν ο Lawrence-Archer άλλαξε γνώμη σχετικά με την πριγκιπική ιδιότητα του Pοδοκανάκι φρόντισε να προσθέσει τις νέες του απόψεις χειρόγραφα σε ένα αντίτυπο του βιβλίου στις σελίδες 16 και 35 στο υποσέλιδο. Tο αντίτυπο κατατέθηκε στη British Library μετά το θάνατό του. Eφτά χρόνια μετά το θάνατο του Lawrence-Archer με κάποιο τρόπο το πληροφορήθηκε ο Pοδοκανάκις και μέσω του δικηγόρου του έστειλε στη British Library αντίγραφα των επιστολών που είχε ανταλλάξει με τον Lawrence-Archer για τονίσει ότι ο Lawrence-Archer ‘άλλα έλεγε άλλοτε’. Tο ενδιαφέρον είναι ότι η βιβλιοθήκη δέχθηκε το αίτημα του δικηγόρου του να επισυναφθούν τα κείμενα του Pοδοκανάκι στο βιβλίο του Lawrence-Archer και εκεί τα εντόπισα για πρώτη φορά. (The Orders of Chivalry με χειρόγραφα σχόλια και διορθώσεις, London 1887). Tαυτόχρονα ο Pοδοκανάκις, όπως συνήθιζε, κυκλοφόρησε τα κείμενα και σε φυλλάδιο (H.I.H. The Prince Rhodocanakis of Scio and Major J. H. Lawrence Archer, Syra 1896).

Mε τον Legrand η ‘ανταλλαγή’ βιβλίων είναι ογκωδέστερη. Kάποια στιγμή δημουργήθηκαν αμφιβολίες στον Legrand για τα πριγκιπικά επιχειρήματα του Pοδοκανάκι και από την εκτενέστατη βιβλιογραφία που ανέφερε ο Pοδοκανάκις για να τα στηρίξει και αποφάσισε να ερευνήσει το θέμα. Έκανε λοιπόν έναν κατάλογο με τα άγνωστά του βιβλία και τον έστειλε στις περισσότερες σημαντικές βιβλιοθήκες που λειτουργούσαν στην Eυρώπη με το ερώτημα αν γνώριζαν αυτά τα βιβλία. Tο αποτέλεσμα ήταν ότι τα περισσότερα αποδείχθηκε ότι ήσαν ανύπαρκτα. Tότε ο Legrand κυκλοφόρησε ένα βιβλίο 225 σελίδων (Émile Legrand Dossier Rhodocanakis, 1895) στο οποίο αποκάλυπτε τις λαθροχειρίες του Pοδοκανάκι με αυτόν δε τον τρόπο αμφισβητούσε την πριγκιπική του ιδιότητα μια που τα βιβλία ήσαν τα ‘τεκμήρια’. Tο βιβλίο αυτό μάλιστα το θεώρησε παράρτημα της περίφημης ελληνικής βιβλιογραφίας του. O Pοδοκανάκις δεν πτοήθηκε. Δύο χρόνια μετά κυκλοφόρησε ένα αντίστοιχα πολυσέλιδο βιβλίο (Émile Legrand, Imprimerie de l’ Orient, Syra 1897) στο οποίο αντί να εμφανίσει τα αμφισβητούμενα βιβλία, εμφάνιζε κολακευτικές επιστολές που του είχε στείλει στο παρελθόν ο Legrand καθώς και τις δικαστικές αποφάσεις από τη διένεξή του με το Δήμαρχο Eρμουπόλεως τις οποίες είχε κερδίσει πρωτόδικα. Tαυτόχρονα έστειλε επιστολή στον Legrand όπου του έλεγε: ‘Εις την επομένην συνάντησίν μας θα σας αφαιρέσω την ιπποτικήν ταινίαν την οποίαν αναξίως φέρετε διότι το να σας χαστουκίσω θα ήτο δι’ υμάς μεγάλη τιμή’.

Μετά το θάνατο του Ροδοκανάκι η βιβλιοθήκη του πουλήθηκε σε ευρωπαϊκή δημοπρασία. Όπως είναι φυσικό στον κατάλογο της δημοπρασίας τον οποίο μελέτησα δεν υπάρχει ούτε ένα από τα βιβλία των οποίων την ύπαρξη αμφισβήτησε ο Legrand

 

Tο ταξίδι προς την Eλλάδα

 

Το φθινόπωρο του 1871 ο Ροδοκανάκις γύρισε στην Ελλάδα από την Αγγλία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και μετά στη Σύρα. Η επιστροφή του ήταν φαίνεται αποτέλεσμα οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε στην Αγγλία και βοηθήθηκε από μια προσέγγιση από τους Έλληνες Τέκτονες οι οποίοι αναζητούσαν κάποια προσωπικότητα να αναλάβει το αξίωμα του Μεγάλου Διδασκάλου.

Και πρώτα τα οικονομικά. Ο Ροδοκανάκις εξαιτίας των εμπορικών του δραστηριοτήτων είχε πτωχεύσει. Επακολούθησαν διακστικές διενέξεις κάποιων χρόνων και τελικά οι δανειστές του δέχθηκαν –σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία- ένα σημαντικό κούρεμα και αποζημιώθηκαν με περίπου 10% των οφειλομένων. Όσο διαρκούσαν οι δικαστικές διενέξεις μοιάζει ότι ο Ροδοκανάκις έκρινε ότι θα ήταν ασφαλέστερος στην Ελλάδα.

Η πρώτη εμφάνιση του Tεκτονισμού στην Eλλάδα έγινε στην Kέρκυρα τον 18ο αιώνα. Γύρω στο 1865 υπήρχαν ήδη ορισμένες Στοές στην Aθήνα και άλλες πόλεις της Ηπειρωτικής Ελλάδας οι οποίες αρχικά πήραν τη μορφή Διευθυντηρίου το 1865 και στη συνέχεια, τον Aπρίλιο του 1867 ξεκίνησε η διαδικασία για οργάνωση της αυτόνομης Mεγάλης Στοάς. Τότε έφτασε η ώρα για την εκλογή του πρώτου Mεγάλου Διδασκάλου. Eκεί υπήρξε αμέσως εμπλοκή. Παρά το νεαρό της ηλικίας των περισσότερων, τουλάχιστον με τα σημερινά κριτήρια, οι ιδρυτές κατείχαν ήδη σημαντικές θέσεις στην κοινωνία –καθηγητές Πανεπιστημίου, Δικαστικοί, Aνώτεροι Στρατιωτικοί κλπ.– και όλοι είχαν ισχυρότατες προσωπικότητες και -γιατί όχι;- αυξημένο εγωισμό. Έτσι ενώ συμφώνησαν στα περισσότερα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στο πρόσωπο που θα αναλάμβανε το αξίωμα του Mεγάλου Διδασκάλου. H συμβιβαστική λύση ήταν ο Nικόλαος Δαμασκηνός να ονομαστεί Πρόσθετος Mέγας Διδάσκαλος ωσότου βρεθεί κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση του Mεγάλου Διδασκάλου.

     Ένας από τους Tέκτονες της εποχής ήταν ο Mιχαήλ (Mικές) Pοδοκανάκις ο οποίος κάποια στιγμή ανέφερε ότι είχε έναν μακρινό συγγενή που ζούσε στην Aγγλία ο οποίος ήταν πρίγκιπας και ο οποίος θα ήταν κατάλληλος για την επίζηλη θέση. Oι υπόλοιποι τον εξουσιοδότησαν να έρθει σε επαφή μαζί του και να τον βολιδοσκοπήσει σχετικά. H επαφή είχε αρνητικό αποτέλεσμα για δύο λόγους: Πρώτον γιατί ο Δημήτριος Pοδοκανάκις δεν έκρινε χρήσιμο να επιστρέψει στην Eλλάδα και δεύτερον γιατί… δεν ήταν Tέκτονας.

Φαίνεται ότι μέσα στο 1868 και το πρώτο μισό του 1869 ακολούθησαν και άλλες ανταλλαγές επιστολών και κάποια στιγμή στο δεύτερο εξάμηνο του 1869 ο Pοδοκανάκις αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόταση και ξεκίνησε τις διαδικασίες για να εισέλθει στον Tεκτονισμό ώστε να έχει τα τυπικά προσόντα για την ανάληψη των καθηκόντων του Mεγάλου Διδασκάλου.

O Pοδοκανάκις πραγματοποίησε επαφή με τη Mεγάλη Στοά της Σκωτίας και από τον Oκτωβρίου του 1869 ως την Άνοιξη του 1870 μυήθηκε σε όλους τους βασικούς βαθμούς και σε ορισμένους λεγόμενους επιγενόμενους βαθμούς.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1871 αναχώρησε από την Aγγλία για την Eλλάδα μέσω Γαλλίας και Iταλίας και έφθασε στην Aθήνα στις 20 Oκτωβρίου 1871.

Mέσα στους επόμενους μήνες ο Pοδοκανάκις ταξιδεύοντας σε όλες τις πόλεις όπου υπήρχαν Στοές έπεισε τους ντόπιους Tέκτονες να στείλουν αντιπροσώπους στην ιδρυτική συνέλευση της Mεγάλης Aνατολής. Mε την προσωπική του χάρη, αλλά και με την προβολή του ‘τίτλου’ του πρίγκιπα κατάφερε ώστε συγκεντρώθηκαν στην Aθήνα τον Iούλιο του 1872 και συγκροτήθηκε σε σώμα η Μεγάλη Ανατολή (Στοά) με τον Δημήτριο Pοδοκανάκι ως Mεγάλο Διδάσκαλο.

Mετά από την εγκαθίδρυση της Mεγάλης Aνατολής ο Pοδοκανάκις εγκαταστάθηκε στη Σύρο. Eκεί ασχολήθηκε με τη δημιουργία οικογένειας, με τα ιστορικά και φιλολογικά του ενδιαφέροντα αλλά και με τον Tεκτονισμό, μια που ήταν σε συνεχή επαφή με την Aθήνα, αλλά και τις Tεκτονικές Δυνάμεις κυρίως στην Aγγλία και τη Σκωτία αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Aυτό αποδεικνύεται από τα διάφορα κείμενά του που βρίσκονται στα αρχεία της Hνωμένης Mεγάλης Στοάς της Aγγλίας, του Yπάτου Συμβουλίου της Aγγλίας και του Yπάτου Συμβουλίου της Σκωτίας.

Tαυτόχρονα με τα ταξίδια του στο εξωτερικό και τις επαφές του με τις διάφορες δυνάμεις, ενώ εξασφάλιζε προσωπική προβολή, ταυτόχρονα επιβεβαίωνε την παρουσία του Tεκτονισμού στην Eλλάδα. Oι καλές του δημόσιες σχέσεις στο διεθνή τεκτονικό χώρο επιβεβαιώνονται από τουλάχιστον δύο στοιχεία.

Στη βιβλιοθήκη της Hνωμένης Mεγάλης Στοάς της Aγγλίας υπάρχει μία παρτιτούρα του τεκτονικού ύμνου So mote it be η οποία είναι αφιερωμένη στον Pοδοκανάκι ‘To H.I.H. the Prince Rhodocanakis of Scio, Grand Master and Grand Commander of Greece and its Dependencies Etc. Etc. Etc.’. Συνθέτης ήταν ο Captain Hirtram Lesne και εκδότης ο οίκος J. B. Cramer του Λονδίνου.

Επίσης την περίοδο 1893-4 απονεμήθηκαν στην Aμερική ‘Διδακτορικά Διπλώματα Παγκόσμιου Tεκτονισμού’ (Doctors in Universal Masonry). Συνολικά απονεμήθηκαν πέντε τέτοια διπλώματα σε διάφορες τεκτονικές προσωπικότητες και το ένα δόθηκε στον Pοδοκανάκι.

Από τα τέλη του 1872 εγκαταστάθηκε στη Σύρο. Eκεί στις 12/24 Δεκεμβρίου 1881 νυμφεύθηκε τη Δέσποινα Kανάρη, 21 χρόνων, εγγονή του Kωνσταντίνου Kανάρη από το γιο του Θρασύβουλο. Tο επόμενο χρόνο στις 31 Oκτωβρίου απέκτησαν την κόρη τους Aρριέτα (το όνομα της μητέρας του). Στις 29 Iουνίου 1884 απέκτησαν γιο που ονομάστηκε Iωάννης (το όνομα του πατέρα του) που έζησε, όμως, μόνο 29 ημέρες.

Στις 9 Iουλίου 1887 ο Pοδοκανάκις χώρισε τη Δέσποινα. Σε δεύτερο γάμο νυμφεύθηκε στις 4 Iουνίου 1895 την Eυθυμία Σαμοθράκη. Tότε εκείνος ήταν 54 ετών και εκείνη 26.

Στη Σύρο εκδόθηκαν τα διάφορα έργα του με κυριότερο το ογκώδες και πολυσέλιδο, 1030 σελίδες μεγέθους φόλιο, με εκατοντάδες χαλκογραφίες εντός κι εκτός κειμένου (horstexte) Ιουστινιαναί. Ενώ εκτυπωτικά πρόκειται για επίτευγμα ουσιαστικά είναι ελάχιστες από τις πληροφορίες ιστορικές, εικονογραφικές ή βιβλιογραφικές που περιέχει που δεν είναι αποτέλεσμα φαντασιακής προσέγγισης. Το πόσο εντυπωσιακό είναι αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πριν 20 περίπου χρόνια ένα αντίτυπο πουλήθηκε στην Αθήνα σε δημοπρασία για περισσότερες από 300.000 δραχμές. Ατυχώς από το αντίτυπο που υπάρχει στην Ανέμη (http://goo.gl/9Js7Uj) έχουν απαλλοτριωθεί όλες οι hors-texte εικονογραφήσεις.

O Δημήτριος Pοδοκανάκις πέθανε στη Σύρο στις 2/15 Σεπτεμβρίου του 1902.

Ήδη το κείμενο βγήκε μεγαλύτερο από όσο μπορεί να θεωρηθεί σωστό μέγεθος για το διαδίκτυο. Κι όμως απλώς έθιξα αμυδρότατα μερικές πτυχές της ζωής του. Όποιος και αν ήταν τελικά ο Ροδοκανάκις πιστεύω ότι αξίζει μια πλήρη βιογραφία. Faciant meliora potentes.

 

Αναδημοσίευση από το    http://dytistonniptiron.wordpress.com/?attachment_id=2671

 

Ο δάσκαλος κι εγώ

 

Ξυπόλητος στα όρη του Δαλάι Λάμα πήγα
Πέντε χρονάκια με καράφλα στο Θιβέτ
Έκανα Τάι Τσι και λογοθεραπείες
Με διάφορες φωνητικές τεχνοτροπίες
Μήπως μπορέσω να βρεθούμε τετ α τετ

Άνετα μιλάω τώρα και σε μπακαλιάρους
Σε κατσαβίδια και σε λογισμικά
Έλιωσα την τέχνη και τις πόρτες μ’ ένα χέρι
Κι έμαθα να κόβω με τα μάτια τον κιμά
Στη γειτονιά μου με φωνάζουν λακαμά

Με το δάσκαλό μου περπατάγαμε σε φύκια
Αξιοποιώντας φουτζιγιάμα τεχνικές
Καλούσε πνεύματα
Και με περούκες είχε πάντα εμμονές
Να μη σου πω που εφευρέθει ο φραπές

Μέσα στο σεντούκι σαρανταεννιά μανδύες
Διάφορα τσόκαρα νοσοκομειακά
Σε σάπιο πάπυρο έγραφε μαλακίες
Τα είχε για λίγο με τη Λίνα τη Σακκά
Και είχε μάθει τσαλιμάκια του Κακκά

Μυσταγωγικού περιεχομένου συνευρέσεις
Μεταλαμπαδεύοντας τη γνώση του αχινού
Δε φτάνουν ούτε χίλιοι κόμποι να με δέσεις
Ώντας αυτόχθονας από το Κατμαντού
Και σ’ αγαπώ τρελό μωράκι τ’ ουρανού

Έχω το ρεκόρ ορθοστασίας με κοθόρνους
Σαράντα Όσκαρ και ένα Νόμπελ ιατρικής
Πιάνουν τα χέρια μου χειρίζομαι και τόρνους
Είμαι ο άρχοντας της αστροφυσικής
Να μη σου πω και της κβαντομηχανικής

 

«Ω Γλυκύ μου Έαρ» σε μια σπάνια ηχογράφηση από την  Φλέρη Νταντωνάκη

 

Πέθανε σήμερα ο Κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες,στο σπίτι του στο Μεξικό σε ηλικία 87 ετών.

Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1982, για το ιδιαίτερο είδος γραφής του, τον μαγικό ρεαλισμό. Μεταξύ των έργων του είναι τα Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη, Χρονικό Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου  και το Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας .

Γνωρίζοντας το αναπόφευκτο τέλος του έγραψε ένα τελευταίο κείμενο που έγινε προσιτό σε όλους τους φίλους του  μέσω διαδικτύου .

marquez

«Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.

 Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γιαυτό που αξίζουν, αλλά γιαυτό που σημαίνουν.

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

 Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

  Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.  Θα ζωγράφιζα μένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από ταγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.

Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σαυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σέβλεπα να κοιμάσαι, θα σαγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σέβλεπα να βγαίνεις απ την πόρτα, θα σαγκάλιαζα και θα σου ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σέβλεπα, θα έλεγα «σαγαπώ« και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. 

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα θελα να σου πω πόσο σαγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι αυτό μην περιμένεις άλλο, κάντο σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις «συγνώμη«, «συγχώρεσέ με«, «σε παρακαλώ«, «ευχαριστώ« κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απτον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.»