Φεβρουαρίου 2015


live long

Leonard Nimoy 1931-2015, Καλό Ταξίδι Δόκτωρ Σποκ.

Τι θέλει ο Θεός;

Εν Ιορδάνη από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

 dieu

Ήταν τον περασμένο Ιούνιο όταν στις τηλεοράσεις είδαμε σε κάποιο τζαμί την ανακήρυξη του Ισλαμικού Κράτους, του πρώτου σύγχρονου Χαλιφάτου. Ο άγνωστος ηγέτης-χαλίφης Abu Bakr al-Baghdadi, εμφανίστηκε μπροστά σε ένα πολύχρωμο πλήθος που φώναζε «Insha’Allah», ο Θεός το θέλει.

Ένα ισλαμικό κράτος φανατικών τζινταχιστών, που κάποιοι με μια περίεργη αίσθηση χιούμορ έδωσαν το όνομα της αρχαίας Αιγυπτιακής θεάς ΙΣΙΣ, παραλλάσσοντας το Islamic State of Iraq and the Levant (ISIL) σε Islamic State of Iraq and Syria (ISIS).

Με καταβολές στην Αλ Κάιντα, το Χαλιφάτο ανδρώθηκε στους πολέμους μεταξύ Ιράκ-Συρίας, και όταν ξεκίνησε η επίθεση των Δυτικών κατά της Συρίας, παίζοντας ένα έξυπνο πολιτικό παιχνίδι, κατάφερε να δεχτεί πολεμική και οικονομική ενίσχυση από τους Σύριους αλλά πολύ περισσότερο από τους Δυτικούς.

Οι ίδιοι που είχαν χρηματοδοτήσει κατά λάθος τον μακαρίτη Μπιν Λάντεν, την πάτησαν τώρα και με την Ίσιδα, που δεν είναι Αιγύπτια αλλά μουσουλμάνα! Που δεν έχει μερικές εκατοντάδες οπαδούς, όπως πίστευαν, αλλά χιλιάδες, με τον αριθμό τους διαρκώς να μεγαλώνει. Και όχι μόνο Άραβες, αλλά και Ευρωπαίους και  Αμερικανούς και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Παιδιά με σπουδές και δυτική κουλτούρα που ασπάστηκαν με φανατισμό  το Ισλάμ και δηλώνουν εθελοντές του Χαλιφάτου.

Που δεν επιχειρούν στα όρια της Συρίας, όπως πίστευαν, αλλά ξαφνικά βρέθηκαν να πολιορκούν τη Βαγδάτη και να καταλαμβάνουν τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, τη Μοσούλη. Καταστρέφοντας, όπως κάνουν πάντα οι ορδές των φανατικών, όλες τις αρχαιότητες ακόμα και μουσουλμανικά μνημεία.

Τώρα, οι υπολογισμοί των Δυτικών κάνουν λόγο για 35 με 40 χιλιάδες φανατικούς μαχητές. Την ίδια στιγμή δέχτηκαν ένα ισχυρό σοκ από τους πρώτους δημόσιους αποκεφαλισμούς. Φρίκη! Μήπως αυτό θα έκανε να συνέλθουν οι εθελοντές από τη Δύση και να αποχωρήσουν; Κάθε άλλο.

Ακολούθησαν οι αποκεφαλισμοί των δημοσιογράφων. Με κάθε φόνο και κάθε καταστροφή οι πιστοί να την συνοδεύουν με τη διάσημη ιαχή-φράση: «Ο Θεός το θέλει». Παρομοίως, μετέχουν σε τάγματα αυτοκτονίας γιατί «Ο Θεός το θέλει». Χρησιμοποιούν μη μουσουλμάνες γυναίκες και παιδιά σαν σεξουαλικά αντικείμενα γιατί «Ο Θεός το θέλει». Ακρωτηριάζουν τις γυναίκες με το βάρβαρο έθιμο της κλειτοριδεκτομής, επειδή «ο Θεός το θέλει».

Και η μάζα των πιστών φανατικών παραληρεί γιατί πιστεύει ότι συμμετέχει στην εκπλήρωση μιας αρχαίας προφητείας, στους έσχατους καιρούς της μουσουλμανικής αποκάλυψης, ως όργανο και συνεργάτης του Μαχντί, του Σωτήρα του Ισλάμ.

Ο Θεός το θέλει! Μόνο που δεν είναι πρώτοι οι τζιχαντιστές που το είπαν στον 21ο αιώνα.

 

«Deus vult» ούρλιαζαν στα λατινικά οι σταυροφόροι πριν χίλια περίπου χρόνια, ξεκινώντας με τα καράβια τους για τα μεσογειακά παράλια. Το εσχατολογικό τοπίο υπήρχε ήδη αφού στην αλλαγή της χιλιετίας  πολλοί περίμεναν να συμμετάσχουν στην τελική μάχη ενάντια στον Αντίχριστο. Και αφού το περίμεναν, κάποιοι σχεδίασαν να τους προσφέρουν ένα υποκατάστατο.

Το σκηνικό δεν ήταν πολύ διαφορετικό σε σχέση με σήμερα, απλώς ανεστραμμένο. Η πλούσια και προοδευμένη περιοχή τότε ήταν η μακρινή Ανατολή. Βυθισμένη στις ηδονές δεν είχε καμία διάθεση ούτε να διοικήσει, ούτε να μπει στη βρώμικη δουλειά του πολέμου. Έτσι οι άρχοντές της είχαν αναθέσει την άμυνα σε μισθοφόρους και τη διαχείριση του κράτους σε μη μουσουλμάνους έμπιστους.

Την ίδια περίοδο, η μεσαιωνική Ευρώπη ζούσε μέσα στη φτώχεια και την άγνοια. Η περιουσία του κάθε φεουδάρχη άρχοντα πήγαινε στον πρωτότοκο. Οι υπόλοιποι τίποτε. Η κατάσταση αυτή τους έσπρωξε να στρέψουν το βλέμμα προς τα μεσογειακά παράλια. Όποιος θα τα είχε στην κατοχή του, θα μπορούσε να ελέγχει το εμπόριο σε τρεις ηπείρους, άρα το παγκόσμιο εμπόριο την εποχή εκείνη…

Έτσι, μια μέρα του 1095, ο Πάπας Ουρβανός ανακοίνωσε πως ο Βυζαντινός αυτοκράτορας του ζήτησε βοήθεια, οπότε και κάλεσε τους χριστιανούς στην πρώτη Σταυροφορία. Οι χριστιανικοί τόποι έπρεπε να ελευθερωθούν, επειδή ήταν το θέλημα του Θεού: Deus vult!

Βέβαια, ο Αλέξιος Κομνηνός δεν είχε ιδέα και ποτέ δεν είχε ζητήσει βοήθεια από τον Πάπα. Η τακτική αυτή όμως παραμένει σε χρήση μέχρι και σήμερα. Αν κάποιοι ισχυροί αποφασίσουν, για παράδειγμα, να σε εκδημοκρατίσουν ή να σε εκσυγχρονίσουν, το μόνο που σου μένει είναι να χαλαρώσεις μπας και το απολαύσεις.

Αλλά ας επιστρέψουμε στην πρώτη Σταυροφορία. Οι ηγέτες της, ο Γοδεφρείδος ντε Μπουιγιόν και ο μικρός του αδελφός, ο Βαλδουίνος της Βουλώνης, ήταν δεύτερος και τρίτος γιος αντίστοιχα ενός κόμη, χωρίς κανένα μέλλον στην τάξη των ευγενών της χώρας τους. Πούλησαν λοιπόν τα όποια υπάρχοντά τους και έφυγαν να ηγηθούν της Σταυροφορίας. Δεν το έκαναν βέβαια από κάποια θεία παρόρμηση, αλλά έχοντας την εγγύηση του Πάπα πως ότι καταλάμβαναν θα ήταν δικό τους.

Πολιόρκησαν την Ιερουσαλήμ για τρία χρόνια και καθώς οι υπερασπιστές της δεν υποχωρούσαν, κάποιοι από τους σταυροφόρους σκέφτηκαν για να διαλύσουν το ηθικό των έγκλειστων, αφού είχαν εξαντλήσει ως θέαμα τους αποκεφαλισμούς, να μαγειρέψουν και να φάνε αιχμάλωτα παιδιά κάτω από τα τείχη της πόλης μπροστά στα μάτια των πολιορκημένων συγγενών τους. Ο Πάπας βεβαίως συγχώρησε το αμάρτημά τους, γιατί συνέπρατταν στο «θέλημα του Θεού».

 

Οι καιροί επανέρχονται και η ιστορία επαναλαμβάνεται, δυστυχώς όχι σαν φάρσα όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά σαν μακάβριο αιμοσταγές γεγονός.

Οι φανατικοί πάντα αναζητούν χώρο να στεγάσουν το μίσος τους. Δεν έχουν ιδεολογία, απλά ψάχνουν το έδαφος για να εκτονώσουν τη βία τους. Μην ξεχνάμε πως ο μεγαλύτερος ιεροεξεταστής μακελάρης των Εβραίων της Ισπανίας ήταν γεννημένος… Εβραίος.

Και τώρα χίλια χρόνια μετά, είμαστε κάπου στα ίδια. Ο «πολιτισμένος», ο  πλούσιος μάλλον Δυτικός κόσμος, παραδίδει σταδιακά το στρατό του σε ξένους και μισθοφόρους και την οικονομική διοίκηση ένας θεός ξέρει πού.

Οι χώρες στην ταλαιπωρημένη αυτή γωνιά του πλανήτη, από τη βόρεια Αφρική μέχρι τη Μέση Ανατολή και το Ιράκ, τσακισμένες από τον «εκδημοκρατισμό» και τη «βοήθεια» των Δυτικών,  αποτελούν πρόσφορο έδαφος για κάθε φανατική σέχτα  που φτάνει πλέον να έχει την έκταση και να διεκδικεί υπόσταση κράτους. Επίσης να γίνεται πόλος έλξης παιδιών από τη Δύση, που κάτω από την απόγνωση της καθημερινότητάς τους, πηγαίνουν στο Χαλιφάτο για να βρουν ένα νόημα στη ζωή τους, όπως πιστεύουν, και να συμβάλουν στην πραγμάτωση της θείας θέλησης. Να συμπράξουν στη δημιουργία του κράτους του Θεού τους.

Θεός φυλάξει!

Και σ’ εμάς τι μένει;

Όπως λέει ο Πεσσόα, πάντα να θυμάσαι και πάντα να πολεμάς τους τρεις δολοφόνους: την Άγνοια, το Φανατισμό και την Τυραννία.

Ο καθένας από το μετερίζι του.

«ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΔΟΥΛΟΙ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ της καθημερινότητας, μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.
ΚΑΘΕ ΞΥΠΝΗΜΑ ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΑΡΑΣ μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαίτερου και ξεχωριστού που υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας.
Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία. Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αλήθειας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς.
ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗ ΖΩΗ, αυτές που κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πως θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα».
«Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΗ, ΟΧΙ ΧΡΟΝΙΚΑ ΛΙΓΗ, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.
ΚΙ Η ΔΙΨΑ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΗ, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας, πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.
ΤΙ ΔΙΨΑΜΕ; ΔΙΨΑΜΕ ΕΝΤΑΣΗ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΠΟΙΚΙΛΙΑ. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων.
ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ ΧΩΡΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΚΤΑΣΗ, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή».
Αποσπάσματα από το βιβλίο Πείνα και Δίψα του Χρήστου Γιανναρά, εκδόσεις Γρηγόρης.  [Πηγή: www.doctv.gr]

breast c  Κάποια στιγμή ορισμένα μέλη ενός οργανισμού διεκδικούν την αθανασία και αρνούνται να πεθάνουν. Μετατρέπονται σε ένα είδος βρικόλακα κατατρώγοντας τους γείτονές τους προκειμένου να συνεχίσουν να επιβιώνουν με τους δικούς τους όρους. Θα μπορούσε να είναι σενάριο για Β movie ταινία. Όμως όταν ο οργανισμός είναι ένα ανθρώπινο σώμα και τα επαναστατημένα μέλη κύτταρα τότε απλά λέγεται καρκίνος και αυτός είναι ο μηχανισμός του.

Έφτασε λοιπόν και η σειρά μας να συστηθούμε μαζί του.

Δεν είναι Β movie, και του εξηγούμε απλά ότι εμείς θα συνεχίσουμε.

Τα παρακάτω μοιάζουν με συνθήματα αλλά έχουν μια αλήθεια:

Πρόληψη (μην ξεχνάς να προσέχεις τον εαυτό σου και αυτούς που αγαπάς) ,

έγκαιρη διάγνωση (αν κάτι σε ανησυχήσει υπάρχουν σχετικοί γιατροί. Βρες τους),

άμεση αντιμετώπιση (Καν το τώρα, όχι κάποτε ή σε 80 μήνες).

Μόνο το συνάχι περνάει μόνο του και το απαραίτητο ξεμάτιασμα της γιαγιάς συνδράμει μόνο επικουρικά σε μια ιατρική θεραπεία που θα έχεις ήδη ξεκινήσει.

Αυτά…

Μιλούσαμε με τη Δήμητρα για το ΑΒΑΤΟΝ και η συζήτηση έφτασε στους παραμυθάδες. Ύστερα πάλι θυμήθηκα τον Τάσο Λειβαδίτη και το Οδοιπορικό από το Εγχειρίδιο Ευθανασίας:

Κι όταν αργότερα ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο,

εγώ δεν είχα που να πάω – εκεί, λοιπόν, που βάδιζα

συναντάω κάποιον, “άκου να σου πω ένα παραμύθι” του λέω,

κι όταν τελείωσα “ξέρω κι εγώ ένα” μου λέει.

Κι άρχισε κι εκείνος.

και μόνο, καμιά φορά, πολύ σπάνια, ερχόταν από μακριά

η μελαγχολία της πραγματικής ζωής.

 

Και μια Απάντηση με ευχές για Καλή Κυριακή:

Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Έχασα το δρόμο» μου λέει.