Δεκέμβριος 2014


Ένα επίκαιρο παραμύθι που μας χάρισε η Άγγυ Βλαβιανού:

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παιδάκι πολύ λυπημένο.

Ο μπαμπάς του είχε φύγει μακριά και φαίνεται πως είχε πάρα πολλές δουλειές, γιατί δεν προλάβαινε ούτε να του γράψει – και για τηλέφωνο ούτε λόγος, γιατί είχε πάει τόσο πολύ μακριά ο μπαμπάς, που ή το τηλεφώνημα στοίχιζε πάρα πολύ κι εκείνος δεν είχε τόσα χρήματα ή όταν κατάφερνε να τηλεφωνήσει ήταν βαθιά μέσα στη νύχτα και το παιδάκι κοιμόταν και δεν κατάφερνε να του μιλήσει.

Η μαμά του πάλι έλειπε σχεδόν όλη τη μέρα, γιατί έπρεπε να δουλεύει κι εκείνη πολύ για να έχουν χρήματα για να ζήσουν.

CATS AGUI

Κάθε πρωί που η μαμά άφηνε το παιδάκι στην πόρτα του σχολείου, του έδινε ένα φιλάκι στο μάγουλο, όπως και κάθε βράδυ, λίγο πριν πάει να κοιμηθεί. Πάντα βιαζόταν η μαμά, έτσι και τα φιλάκια της ήταν βιαστικά, μα το παιδάκι ήξερε πως κάθε φιλάκι της μαμάς έλαμπε σαν ήλιος για μια στιγμή πάνω στο μάγουλό του κι έπειτα σιγά σιγά θάμπωνε, αλλά δεν έσβηνε ποτέ. Κι έτσι το πρόσωπό του, μετά από τόσα πολλά πολλά φιλάκια, ήταν φωτεινό ακόμη και τις πιο γκρίζες μέρες, αυτές με τη βαριά συννεφιά που σε κάνει να ξεχνάς αν ξημέρωσε ή έχει νυχτώσει.

Μια χρονιά, ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, όλοι οι δάσκαλοι κι οι συμμαθητές του στο σχολείο, αλλά και οι άνθρωποι στους δρόμους, στα μαγαζιά και στις πλατείες, μιλούσαν συνέχεια με μεγάλο ενθουσιασμό για τα στολίδια και τα δώρα και τα ωραία φαγητά που θα μοιράζονταν με τους φίλους τους και τους γονείς τους για τις γιορτές. Κι εκείνη τη μέρα, το παιδάκι περίμενε να έρθει η μαμά του να το πάρει από το σχολείο και μόλις έφτασαν στο σπίτι τη ρώτησε: «Μαμά, πότε θα στολίσουμε το δέντρο στο σπίτι μας εμείς; Θα έχει μπάλες και φωτάκια; Θα μας φέρει και δώρα ο Άγιος Βασίλης;»

«Να θυμηθείς να κλειδώσεις την πόρτα μόλις φύγω και να διαβάσεις τα μαθήματά σου. Σου έχω αφήσει ένα μήλο και ένα σάντουιτς στην κουζίνα για το βράδυ και περίσσεψαν και κάτι μακαρόνια από χτες, να τα φας για μεσημεριανό. Όταν γυρίσω, θα σου δώσω ένα φιλάκι για καληνύχτα», είπε η μαμά κι έφυγε.

Τη μέρα που έκλεισε το σχολείο για τις διακοπές των Χριστουγέννων, το παιδάκι ξαναρώτησε τη μαμά του με μεγάλη αγωνία και ελπίδα πολλή: «Μαμά, πότε θα στολίσουμε το δέντρο μας με μπάλες και φωτάκια; Θα μας φέρει δώρα ο Άγιος Βασίλης;»

Η μαμά κούνησε το κεφάλι της λυπημένα και είπε: «Δεν προλαβαίνω, αγάπη μου, ούτε έχω λεφτά για τέτοια πράγματα». Κι έφυγε τόσο γρήγορα, που δεν είπε καν στο παιδάκι να κλειδώσει, ούτε αν είχε τίποτα στην κουζίνα για φαγητό.

Δεν ξαναρώτησε τίποτα το παιδάκι. Καθώς ήταν μονάχο του στο σπίτι, μια και δεν είχε σχολείο, σκέφτηκε να κάνει κάτι που θα βοηθούσε τη μαμά του, κάτι από αυτά που την έβλεπε να κάνει πότε πότε στο σπίτι όταν έβρισκε λίγο χρόνο. Τη μια μέρα έστρωσε όσο πιο όμορφα μπορούσε το κρεβάτι του και το δικό της. Την άλλη μέρα χνώτισε τα τζάμια και τα έτριψε καλά με μια πετσέτα. Στο μεταξύ, η μαμά, καθώς ερχόταν κι έφευγε, μάλλον κάτι πρόσεξε γιατί έσκασε ένα χαμογελάκι κι είπε «Κοίτα μην κάνεις καμιά ζημιά».

Την τρίτη μέρα το παιδάκι βρήκε μια σκούπα και σκούπισε καλά καλά. Αλλά ούτε λεπτό δεν είχε πάψει να σκέφτεται το στολισμένο δέντρο. Έβλεπε στα απέναντι σπίτια λαμπάκια να αναβοσβήνουν και πολύχρωμες μπάλες να κρέμονται στα κλαδιά πλάι σε ορθάνοιχτες κουρτίνες. Ακόμη και τη νύχτα, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, οι ανταύγειες τους έφταναν μέχρι τους τοίχους και το ταβάνι στο δικό του το σπίτι.

Μόλις έφυγε λοιπόν η μαμά εκείνο το απόγευμα, το παιδάκι μάζεψε όλο του το θάρρος, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε από το σπίτι του. Ευτυχώς, δεν είχε σκοτεινιάσει ολότελα. Προχώρησε κάμποσο στο δρόμο, με την καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, γιατί ήξερε καλά πως δεν επιτρεπόταν να βγαίνει μόνο του από το σπίτι και πως πολλά και τρομερά μπορούσαν να του συμβούν, όπως του έλεγε πάντοτε η μαμά του. Παρ’ όλα αυτά, ήξερε πως κάπου εκεί, στο δρόμο για το σχολείο, υπήρχε ένα παρκάκι, με θάμνους και δεντράκια, κι εκεί ήταν η μοναδική του ελπίδα να βρει αυτό που χρειαζόταν. Ευτυχώς που είχε κάνει πολλές φορές το δρόμο αυτό με τη μαμά του, με το χέρι του φωλιασμένο μέσα στο δικό της. Αλλά τώρα ήταν μονάχο του ανάμεσα σε τόσα αυτοκίνητα, φωνές, φασαρία, τεράστιους ανθρώπους που σπρώχνονταν και σκουντιούνταν συνέχεια σαν να μην έβλεπε ο ένας τον άλλον, κι ένιωθε να τρέμει σύγκορμα, μα δεν έπαψε ούτε λεπτό να περπατά, με την αγωνία και την ελπίδα να του κόβουν την ανάσα.

Να το παρκάκι! Το παιδάκι πλησίασε προσεκτικά και κοίταξε ολόγυρα. Σε μια άκρη είδε έναν σωρό από κομμένα κλαδιά και φύλλα. Ψυχή τριγύρω. Παραέξω, στο δρόμο, ο κακός χαμός! Πλησίασε, ψαχούλεψε καλά και νά ’το!, ένα κλαδί δροσερό ακόμη και γεμάτο πράσινα φύλλα, και κάτι καρπουδάκια σαν μπαλίτσες πάνω του, μαύρα και κόκκινα! Έβαλε όλη του τη δύναμη και το τράβηξε και το πήρε μαζί του.

Ο δρόμος για το σπίτι του φάνηκε πιο εύκολος, σαν να έκανε λιγότερη ώρα για να γυρίσει. Στερέωσε όσο καλύτερα μπορούσε το δεντράκι του σε μια γωνιά στο σπίτι, κοντά στο παράθυρο. Το κοίταζε και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τα πράσινα γυαλιστερά φύλλα του, από τα στρογγυλά κόκκινα και μαύρα καρπουδάκια ανάμεσά τους, κι ήταν τόσο ευτυχισμένο που είχε επιτέλους το δικό του χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι του, ώστε δε νοιάστηκε που το δέντρο του δεν είχε ούτε στολίδια ούτε φωτάκια – κι όσο για δώρα, ας μην πούμε λέξη καλύτερα.

Χώρια που είχε περάσει η ώρα, ήταν και η μεγάλη περιπέτεια μέχρι να βρει το δέντρο του, και το παιδάκι πείνασε, αλλά ήταν τόσο ευτυχισμένο και δεν σκέφτηκε καν να ψάξει να βρει αν υπήρχε τίποτα για να φάει στην κουζίνα. Χάιδεψε απαλά τα φυλλαράκια και τα καρπουδάκια του δέντρου, το καληνύχτισε, χώθηκε στο κρεβατάκι του, σκεπάστηκε καλά καλά και αποκοιμήθηκε με τις ανταύγειες που έρχονταν στους τοίχους και στο ταβάνι από τα άλλα σπίτια.

«Έτσι θα λάμπει τώρα και το δικό μου δέντρο», σκέφτηκε και το πήρε ο ύπνος γλυκά.

Κάπου μέσα στο σπίτι, βαθιά μέσα στη νύχτα, αθόρυβα και όπως πρέπει να γίνονται όλα τα μαγικά, κάποιες αράχνες -που άλλες είχαν χωθεί σε σκοτεινές χαραμάδες του σπιτιού για να γλιτώσουν από τη σκούπα κι άλλες ήταν κρυμμένες ανάμεσα στα φύλλα του κλαδιού από το παρκάκι, και τόσο μικροσκοπικές, που μόνο το κλαδί ήξερε ότι είχαν έρθει μαζί του- κάποιες αράχνες λοιπόν άρχισαν να υφαίνουν τους ιστούς τους εργατικά κι ακούραστα μέσα στο σκοτάδι γύρω από τα φύλλα και τα στρογγυλά κόκκινα και μαύρα καρπουδάκια. Από ένα παράθυρο που το παιδάκι είχε ξεχάσει μισάνοιχτο –ή μήπως το είχε ξεχάσει η μαμά του; κανείς τους δεν έμαθε, ούτε και νοιάστηκε όμως να ρωτήσει- μια λιγνή, στεγνή γατούλα, μαύρη σαν το σκοτάδι πίσσα, γλίστρησε μέσα στο σπίτι ψάχνοντας μια γωνιά για να κουρνιάσει.

Την άλλη μέρα το πρωί, Χριστούγεννα ανήμερα και η μαμά δεν δούλευε, παράξενη μέρα! Παιδάκι και μαμά, με το που ξύπνησαν, αντίκρισαν στο πρώτο φως που τρύπωνε από το παράθυρο, στη γωνιά πλάι του, ένα δέντρο που άστραφτε κι έλαμπε και λαμποκοπούσε! Χιλιάδες λαμπιόνια μικροσκοπικά στραφτάλιζαν πάνω σε ένα χιόνι τόσο ντελικάτο που κανείς ποτέ δεν είχε ξαναδεί, που τύλιγε και σκέπαζε κάθε φυλλαράκι και μπαλίτσα πάνω στα κλαδιά! Και κάτω από το δέντρο των Χριστουγέννων -επειδή δέντρο Χριστουγέννων δίχως δώρα δεν γίνεται- δυο μεγάλα μάτια χρυσαφένια τους κοιτούσαν περήφανα, κουρασμένα και γαλήνια ξεχωρίζοντας μέσα από μια μαύρη γούνα, καθώς μια ρόδινη γλωσσίτσα όλο και έγλειφε κάτι άλλες μικρές μαύρες γουνίτσες από κάτω της.

Η μαμά γέλασε, αγκάλιασε σφιχτά το παιδάκι, του έδωσε ένα μεγάλο μεγάλο φιλί στο μάγουλο και είπε «Αστέρι μου, εσύ! Φως μου! Θησαυρέ μου!»

 

Advertisements

Το Ταξίδι των Μάγων
T. S. ELLIOT

Κρύο ταξίδι κάναμε. Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι.
Και τι μακρύ ταξίδι. Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά
του χειμώνα. Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες,
έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι. Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε
τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια
κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά. Και οι αγωγιάτες έβριζαν,
γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.
Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη. Οι πόλεις εχθρικές και τα
χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρώμικα μας έκλεβαν στο νοίκι .
Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε
όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά. Και οι φωνές στ’ αυτιά μας
τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.
Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη
παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο
που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό
κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι.
Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.
Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που
κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά. Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.
Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε
τον τόπο, και ήταν, θα `λεγε κανείς, επιτυχία.
Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα
ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω. Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα
ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να
ξεχωρίζω. Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.
Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σαν θάνατος. Σαν το
δικό μας θάνατο.
Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια
βολεμένοι στα παλιά προνόμια. Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.
Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.

 

Τρομοκρατία και Σύγχυση

Εν Ιορδάνη, από το Περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

Πάει κι αυτό το καλοκαίρι. Ήταν ένα πράγμα περίεργο. Και βροχές είχαμε και χαλάζια και αέρηδες, σα να είχε μπερδευτεί το μετεωρολογικό μας με εκείνο των Βόρειων. Όπως μπερδεύτηκαν λίγο ακόμα τα πράγματα… γενικώς.

Συγκρούσεις και ξανά σφαγές στη Μέση Ανατολή, στο Ιράκ και στην Αφρική. Αλλά και στην Ευρώπη για να μην έχουμε παράπονο: μερικά χρόνια μετά τους βομβαρδισμούς της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, οι Ουκρανοί δεν ξέρουν σε ποιον να πρωτοτρέξουν για προστασία.

Για κάθε δε ταξίδι η εταιρεία είναι μια: Μαλαισιανές Αερογραμμές! Η τύχη του Ντόναλντ Ντακ και η ευχή του Μητσοτάκη σε μια συσκευασία. Το ένα αεροπλάνο «χάθηκε» κάπου στον Ειρηνικό σε μια απόλυτα ελεγχόμενη από δορυφόρους περιοχή, το άλλο έπεσε στην Ουκρανία. Όμως ποιον πονεμένο συγγενή ενδιαφέρει η κοκορομαχία για το ποιος τελικά το έριξε, αν ήταν κυβερνητικοί, αντιστασιακοί ή τρομοκράτες;

Ερώτημα που έρχεται να συναντήσει το βιβλίο του  γάλου φιλόσοφου Gérard Rabinovitch, Τρομοκρατία / Αντίσταση: Μια λεξικογραφική σύγχυση στην εποχή της μαζικής κοινωνίας.

Μια σύγχυση που επιτείνουν οι επιτήδειοι της πληροφόρησης με απλουστευμένες λέξεις και περιγραφές-καρικατούρες της πραγματικότητας. Η απλούστευση, λέει ο συγγραφέας, είναι η  μητέρα κάθε μορφής λαϊκισμού, εξτρεμισμού και φονταμενταλισμού,  στην πραγματικότητα είναι η μήτρα όλων των μεγάλων καταστροφών.

coco
Τρομοκρατία ή Αντίσταση; Λέξεις που φορτίζονται συναισθηματικά, ανάλογα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κάποιος τις χρησιμοποιεί. Λέξεις-συνθήματα που ο παραδομένος στα διαφημιστικά σλόγκαν κόσμος χάνει κάθε επαφή με την ηθική αιτία τους.

Η Αντίσταση ως όρος εμφανίστηκε με την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης στη διεκδίκηση του «δικαιώματος της αντίστασης στην καταπίεση», και έγινε μέρος της Διακήρυξης των  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1789. Η λέξη Τρομοκρατία εμφανίζεται στη συνέχεια, στις σκοτεινές ώρες των οπαδών των «καθαρών λύσεων» των Ιακωβίνων και του Ροβεσπιέρου.

Τρομοκρατία και η Αντίσταση μπήκαν την ίδια περίοδο στη σύγχρονη πολιτική σημαντική. Δυο αντιμαχόμενες μέθοδοι θεμελιακά αντίθετες. Η αντίσταση αντιμάχεται το κυριαρχικό libido. Ο τρόμος αντίθετα ανήκει στην Τάξη της Κυριαρχίας και την Σκληρότητας και εκ των πραγμάτων είναι σε αντίθεση σε κάθε προσπάθεια χειραφέτησης ή απελευθέρωσης.

Ο τρόμος προσυπογράφει τις αρχές της Τυραννίας που απαξιώνει τις ιδέες και τους πολύπλοκους συλλογισμούς και απαιτεί καθαρές λύσεις. Ιδεολογία που αναπτύχθηκε με τον Χίτλερ και εκλεπτύνθηκε από τους ταγούς της μαζικής επικοινωνίας (διαφήμισης).

Καθαρές λύσεις που στηρίζονται σε απλοϊκές έννοιες-συνθήματα, ικανά να ενθουσιάσουν και να κατευθύνουν χειραγωγώντας απόλυτα το φοβισμένο και εξαθλιωμένο οπαδό.

Η έννοια του οπαδού είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση της μαζική μας κοινωνίας. Μάζα, ήγουν αγέλη (φοβισμένη) που αναμένει απλές κατευθύνσεις που θα διεγείρουν τα πιο πρωτόγονα ένστικτά της. Ποιο είναι το καλό για κείνη, ποιοι οι εχθροί της, ποιο είναι το κακό, ποιοι την βλάπτουν, ποιος θα την σώσει; Θεμελιώδη που κινούνται στον αστερισμό του άσπρου-μαύρου…

Απλοϊκά και απλά για να τα καταλαβαίνει ο κάθε άνθρωπος.

Άνθρωπος;

 

Γνωρίζετε ότι τόσο απλές διατυπώσεις γίνονται αντιληπτές και από πολλά «ζώα»; Για παράδειγμα, η Κόκο η γοριλίνα. Η Κόκο συμμετείχε σε μια έρευνα  που ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο του Stanford η ψυχολόγος Francine Patterson, τη δεκαετία του ’70. Η ίδια δίδαξε στην Κόκο τη νοηματική γλώσσα των κωφαλάλων κι εκείνη έμαθε να χρησιμοποιεί περισσότερα από 2000 σύμβολα- λέξεις. Όμως δεν έμεινε εκεί.

Η Κόκο σύντομα άρχισε να δημιουργεί δικές της «φράσεις» συνδυάζοντας  λέξεις όπως βραχιόλι και δάχτυλο για να περιγράψει το δαχτυλίδι ή παιδί-ελέφαντας για να περιγράψει τον Πινόκιο.

Έτσι μέσα από μια μελέτη που διήρκεσε σχεδόν 30 χρόνια, μπήκαν χάρη στην Κόκο στον κόσμο ενός «ζώου» με συναισθήματα, προτιμήσεις, διάθεση για αστεία, φαντασία,  επινόηση και χιούμορ και ένα δείκτη νοημοσύνης (για όποιον πιστεύει πως έχει κάποια χρησιμότητα) κοντά σε αυτόν του μέσου ανθρώπου.

Τότε γιατί δεν ανέπτυξαν έναν πολιτισμό πιο «ανθρώπινο» θα αναρωτηθεί κανείς; Γιατί στο δικό τους κόσμο ο τρόπος της ζωή τους είναι αυτός που αρμόζει. Φανταστείτε έναν οποιονδήποτε γνωστό καταφερτζή και απόφοιτο σπουδαίων σχολών (κάποιον υπουργό ή κάτι τέτοιο για να έχει περισσότερη πλάκα η φαντασίωση) να βρεθεί μια στιγμή στην καρδιά του δάσους του Αμαζονίου χωρίς κανένα τεχνολογικό βοήθημα.

Πόσες ώρες επιβίωσης μπορεί να έχει; Τριγυρισμένος από πεταλούδες-βαμπίρ και κροκόδειλους που ούτε καν θα μπορεί να ξεχωρίσει στο περιβάλλον τους, σε μερικά λεπτά μέχρι το πολύ ένα εικοσιτετράωρο θα έχει «τελειώσει».

 

Ο απλοϊκός τρόπος επικοινωνίας είναι βασικός και στα «ζώα» αφού και εκείνα, όπως μας βοήθησε να καταλάβουμε η Κόκο, όταν τουλάχιστον βρίσκονται σε ασφαλές περιβάλλον, αρέσκονται να επινοούν και να δημιουργούν.

Άρα η ζωή μέσα σε τρόμο και η μαζική κοινωνία μας υποβιβάζουν και μάλιστα οικειοθελώς στο βασικό ζωώδες επίπεδο της απλοϊκής επικοινωνίας, στο επίπεδο των εντολών, των κραυγών και των συνθημάτων.

Και ποια είναι η διαφορά ημών, των «Εχεφρόνων Ανθρώπων» από τα άλλα μη «εχέφρονα» ζώα; Γνωρίζουν να φτιάχνουν εργαλεία, έχουν (όταν τους επιτρέπουμε) κοινωνική ζωή , συναισθήματα, χιούμορ. Τι μπορεί να μας κάνει πραγματικά διαφορετικούς;

Το ότι έχουμε τα εργαλεία και τις προϋποθέσεις απέναντι στις όποιες αντιξοότητες της Φύσης και των ομοίων μας, να δώσουμε το νόημα που θα επιλέξουμε στο βίο μας.

Και αυτό προϋποθέτει εμβάθυνση στη Συνειδητότητα, ένα δρόμο που μας οδηγεί στο μότο του περιοδικού μας: Αναζήτηση Νοήματος στο Σύγχρονο Κόσμο.

 

ΠΗΓΕΣ

Gérard Rabinovitch, Terrorisme / Résistance : D’ une confusion lexicale à l’époque des sociétés de masse, Poche

http://www.koko.org/

http://www.telegraph.co.uk/earth/wildlife/8765172/An-audience-with-Koko-the-talking-gorilla.html

 

 

 

 

 

 

 

1. Κλασικά είναι τα βιβλία για τα οποία ακούμε συνήθως να λένε: « Τα ξαναδιαβάζω…» και ποτέ « Τα διαβάζω…».
2. Κλασικά λέγονται τα βιβλία που συνιστούν ένα πλούτο για όποιον τα έχει διαβάσει και αγαπήσει. Συνιστούν όμως εξ ίσου έναν εξ ίσου σημαντικό πλούτο για όποιον κρατάει για τον εαυτό. του την τύχη να τα διαβάσει για πρώτη φορά στις καλύτερες για να τα απολαύσει συνθήκες.
3. Κλασικά είναι τα βιβλία που ασκούν μια ιδιαίτερη επίδραση τόσο όταν επιβάλλονται ως αλησμόνητα όσο και όταν κρύβονται στις πτυχές της μνήμης με τη μορφή του συλλογικού ή ατομικού ασυνείδητου.
4. Κάθε νέα ανάγνωση ενός κλασικού βιβλίου είναι μια ανάγνωση ανακάλυψης όπως η πρώτη.
5. Σ’ ένα κλασικό βιβλίο κάθε πρώτη ανάγνωση είναι στην πραγματικότητα μια νέα ανάγνωση.
6. Κλασικό είναι το βιβλίο που δεν έπαψε ποτέ να λέει όσα έχει να πει.
7. Κλασικά είναι τα βιβλία που φτάνουν στα χέρια μας κουβαλώντας τα ίχνη των αναγνώσεων που έχουν προηγηθεί της δικής μας και σέρνουν πίσω τους τα ίχνη που άφησαν στην κουλτούρα ή στις κουλτούρες που διέτρεξαν (ή πιο απλά στη γλώσσα ή στα ήθη).
8. Κλασικό είναι το έργο που προκαλεί αδιάκοπα έναν κονιορτό κριτικών αναλύσεων γι’ αυτό, αλλά συνεχώς τον αποτινάζει από πάνω του.
9. Κλασικά είναι τα βιβλία που όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι τα γνωρίζουμε επειδή τα έχουμε ακουστά, τόσο περισσότερο όταν τα διαβάζουμε μας αποκαλύπτουν νέες, απροσδόκητες, άγνωστες πλευρές τους.
10. Αποκαλείται κλασικό ένα βιβλίο που παρουσιάζεται ως ισοδύναμο του σύμπαντος, όπως τα αρχαία φυλαχτά.
11. Ο «δικός σου» κλασικός είναι εκείνος που δεν μπορεί να σου είναι αδιάφορος και σου χρησιμεύει για να ορίσεις τον εαυτό σου σε σχέση ή σε αντιπαράθεση με αυτόν.
12. Κλασικό είναι ένα βιβλίο που έρχεται πριν από άλλα κλασικά βιβλία. Όποιος όμως έχει διαβάσει πρώτα τα άλλα κι ύστερα διαβάζει αυτό, αναγνωρίζει αμέσως τη θέση του στη γενεαλογία.
13. Είναι κλασικό ότι τείνει να εκτοπίζει την πραγματικότητα στη θέση ενός μακρινού θορύβου, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτόν τον μακρινό θόρυβο.
14. Είναι κλασικό ό,τι εμμένει να υπάρχει ως μακρινός θόρυβος ακόμα και όπου κυριαρχεί η πιο παράταιρη επικαιρότητα.

ITALO CALVINO: ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΛΑΣΙΚΟΥΣ

από το http://www.koutipandoras.gr/article/129367/giati-na-diavazoyme-toys-klasikoys

Άγγελοι της Ιστορίας και νεοτερικοί ψευδοπροφήτες

|Από το http://nigromont.wordpress.com

1. Τα διαπεραστικά βλέμματα της λογοτεχνίας και της τέχνης

Για πέταγμα η φτερούγα μου ανοιχτή

θα γύριζα ευχαρίστως πίσω

γιατί ατέλειωτη αν είχα τη ζωή

γραφτό μου θα ήταν ν’ ατυχήσω

Gershom Scholem, Xαιρετισμός του Angelus Novus

Ο Angelus Novus του Πάουλ Κλέε (Paul Klee), του Γκέρσομ Σόλεμ (Gershom Scholem) και του Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin), όπως τον περιγράφει ο τρίτος στην 9η και πιο γνωστή από τις Θέσεις του για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, έχει στραμμένο το βλέμμα προς το παρελθόν, την πλάτη προς το μέλλον. Στον νεοτερικό άνθρωπο η ιστορία παρουσιάζεται με τη μορφή μιας αλυσίδας γεγονότων, όμως ο Άγγελος βλέπει μια συνεχή καταστροφή που συσσωρεύει ερείπια επί ερειπίων. Αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, για εκείνον είναι θύελλα που έρχεται από τον Παράδεισο, από το παρελθόν που αιχμαλωτίζει την προσοχή του και τον σπρώχνει, αν και αντιστέκεται, εκεί απ’ όπου αποστρέφει το βλέμμα του: Προς τον άγνωστο τόπο του μέλλοντος.

Αυτό που δηλώνει η εικόνα του ζωγράφου και οι λέξεις των συγγραφέων, με τη δύναμη της μεταφοράς και τα φιλοσοφικά συμφραζόμενά τους, δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί σαφέστερα. Η σαφήνεια είναι εκ των υστέρων ακόμη μεγαλύτερη, μιας και η δήλωση γίνεται στο Μεσοπόλεμο, μεταξύ των δύο μεγαλύτερων καταστροφικών επεισοδίων όλης της ιστορίας. Συνοψίζει την εμπειρία του Πρώτου και προειδοποιεί ως σήμα κινδύνου1 για το καταστροφικότερο Δεύτερο. Και ό,τι δηλώθηκε από τρεις Κεντροευρωπαίους σε κατάσταση ανασφάλειας, επιφυλακτικούς να ακολουθήσουν πιστά κάποιον από τους μεγάλους δρόμους, αλλά με την καλή θέα που έχει όποιος βρίσκεται σε σταυροδρόμι μεγάλων δρόμων, είχε ομοιότητες με πράγματα που ακούγονταν την ίδια εποχή από άλλα στόματα, σε διαφορετικές «γλώσσες». Ο λόγος περί της ιστορίας ως καταστροφής ή για το ανοίκειο της ιστορίας ήταν απροκάλυπτος και διαδεδομένος, επειδή ήταν εποχή ιστορικών καταστροφών πρωτοφανούς κλίμακας. Ακόμη μεγαλύτερες επωαζόταν.

Ο Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς (William Butler Yeats), στην ανοικτή σε πολλές ερμηνείες Δευτέρα Παρουσία του, ακολούθησε τους ιστορικούς κύκλους που προβλέπει το μυθολογικό του σύστημα και είδε ένα θηρίο να πάει προς τη δική του “Βηθλεέμ” για να γεννηθεί. Είδε μιαν Αποκάλυψη να πλησιάζει, όπως είχε συμβεί και άλλοτε:

Turning and turning in the widening gyre

The falcon cannot hear the falconer;

Things fall apart; the centre cannot hold;

Mere anarchy is losed upon the world,

The blood dimmed tide is loosed, and everywhere

The ceremony of innocence is drowned;

The best lack all conviction, while the worst

Are full of passionate intensity.

William Butler Yeats, The Second Coming, 19212

Σε μιαν ατέρμονη δίνη γυρίζοντας

το γεράκι δεν ακούει το γερακάρη·

τα πάντα συντρίβονται· το κέντρο δεν αντέχει·

κυνική αναρχία την οικουμένη πλημμύρισε,

πηχτό ποτάμι το αίμα ξεχύνεται, και παντού

βεβηλώνουν την τελετή της αθωότητας!

Οι άξιοι δίχως βούληση, κι οι ποταποί

γεμάτοι από παθιασμένη εγρήγορση.

(μετάφραση Kώστα Μπουρναζάκη)

Για τον Τ. Έλιοτ (Τ. S Eliot), από το Ερωτικό Τραγούδι του J. Alfred Prufrock (1910/1915) ώς το Γερόντιον (1920), την Έρημη Χώρα (1922) και τους Κούφιους Ανθρώπους (1925), η αρχή του αιώνα είναι η κρίση, ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι η Καταστροφή:

…Πύργοι σωριάζονται

Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Αλεξάντρεια

Βιέννη, Λονδίνο

Ανυπόστατες

(Η Ρημαγμένη Γη, μετάφραση Κλείτου Κύρου)

Η Ελιοτική “επανόρθωση” διαφαίνεται στην Τετάρτη των Τεφρών (1930), κυρίως όμως στο μεγαλύτερο επίτευγμά του Τέσσερα Κουαρτέτα (1936 – 1943). Είναι μια ριζική αποκατάσταση, λύτρωση καθαρά μεταφυσικής, ακριβέστερα θρησκευτικής φύσης. Τhe poetry does not matter”. 3

(περισσότερα…)

Ο Μαγικός Κόσμος των Συμβόλων και των Αρχετύπων

Ένα ταξίδι αυτογνωσίας μέσα στον μαγικό κόσμο των συμβόλων που στέκει δίπλα μας έτοιμος να μας αποκαλύψει αλήθειες πέρα από κάθε προσδοκία. Ανακαλύπτοντας τον θεμελιώδη ρόλο των συμβόλων στην εσωτερική εξέλιξη του ανθρώπου και τους τρόπους με τους οποίους αυτά αφυπνίζουν τη συνείδηση.
 
Έχετε ποτέ αναρωτηθεί πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν τα Σύμβολα στη ζωή μας; Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, από τα πρώτα παιδικά χρόνια μέχρι τα πιο βαθιά γεράματα, ερχόμαστε συνέχεια σε επαφή με έναν ολόκληρο κόσμο λέξεων, όρων και εικόνων, που επιδρούν άλλοτε επιφανειακά και άλλοτε πιο βαθιά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας. Επιδρούν στη σκέψη και πολλές φορές στην εξελικτική πορεία μας, τόσο σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο όσο και σε σχέση με τον εαυτό μας. Κι όμως, σπάνια συνειδητοποιούμε την επιρροή και τις αδιόρατες αλλά πραγματικές μεταβολές που ασκούν επάνω μας.

Πόσοι από μας άραγε αναρωτήθηκαν για τα παραμύθια που άκουσαν ή διάβασαν στην παιδική τους ηλικία. Ένας ονειρικός κόσμος από μάγους, γίγαντες, μαγεμένες βασιλοπούλες, ιπτάμενα χαλιά, μυθικά βουνά και δάση, τέρατα, πλάσματα με παράξενες ιδιότητες, στοιχειακά και νάνοι, ζώα άγρια και ήμερα που μιλούν και κινούνται σαν άνθρωποι, θαυμαστές χώρες και βασίλεια πέρασαν μέσα από τη φαντασία μας και χαράχθηκαν στο υποσυνείδητό μας. Ζήσαμε μέσα από ταινίες την αιώνια νεότητα του Πίτερ Παν, τον αγώνα του θαρραλέου Ρομπέν των Δασών που στέκει στο πλάι κάθε αδικημένου. Ταυτιστήκαμε με αυτούς τους ήρωες, ενώ μαγευτήκαμε από τις ιστορίες εξερεύνησης της Αφρικής και των απροσπέλαστων περιοχών του πλανήτη μας. Γίναμε εξερευνητές, ατρόμητοι καουμπόι, στρατιώτες της ελευθερίας, γενναίοι πολεμιστές του καλού που τελικά κατανικά κάθε κακό, αστροναύτες που κατακτούν την απεραντοσύνη του διαστήματος…

Στο σχολείο, επίσης, για πρώτη φορά ήρθαμε σε επαφή με κάθε είδους σύμβολα που συνόδευαν και συνόψιζαν τις γνώσεις μας στα μαθηματικά, στη φυσική, στη γεωγραφία και σε άλλες επιστήμες.

Στους δρόμους και στις πινακίδες των καταστημάτων, σε αεροδρόμια και σε λιμάνια, σε βιβλιοθήκες και πανεπιστήμια, σύμβολα και σημάδια μας μιλούν με συντομία για έννοιες κοινές σε όλους μας, χωρίς την ανάγκη μεσολάβησης προφορικού λόγου. Και όλα αυτά, με τη συνεχή τους επανάληψη, αφήνουν τα ίχνη τους στον εσωτερικό μας κόσμο, άλλοτε συνειδητά, άλλοτε ασυνείδητα, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ατόμου.

Έχετε ποτέ σκεφτεί σε πόση έκταση οι αφίσες και τα σποτ διαφημίσεων -στους δρόμους και την τηλεόραση- χρησιμοποιούν τη γλώσσα των συμβόλων; Σκληροί και ατρόμητοι άντρες μάς παρακινούν να καπνίσουμε μια ορισμένη μάρκα τσιγάρων, υπενθυμίζοντάς μας έμμεσα τα όνειρα της παιδικής μας ηλικίας, υπονοώντας ότι θα γίνουμε όμοιοι με αυτούς. Θελκτικές υπάρξεις, γεμάτες μυστήριο, στέκονται δίπλα στην τάδε μάρκα αυτοκίνητου μεταφέροντας το μήνυμα: αν αγοράσεις αυτό το αυτοκίνητο, κανένα θηλυκό δε θα μπορεί να σου αντισταθεί. Η τάδε κολόνια, αν τη φοράς, θα σου θυμίζει ειδυλλιακά τοπία και… τρυφερές στιγμές. Κάποιο άλλο άρωμα θα σε φέρνει στον κόσμο του μυστήριου και θα σέρνει κάθε αρσενικό από πίσω σου, ενώ κάποιο άλλο τρίτο μυρωδικό θα σε κάνει ανεξάρτητο, πλούσιο, κυρίαρχο της ζωής. Ακόμη και η γεύση ενός συγκεκριμένου οινοπνευματώδους θα μπορούσε να σου χαρίσει την ποθητή φυγή -και τις ονειρικές φαντασιώσεις ελευθερίας που συμβολίζει ο καλπασμός ενός περήφανου άλογου. Είναι αληθινά περίεργα το πόσο ο συμβολισμός μέσα από τη διαφήμιση στοχεύει στην αφύπνιση των ενστικτωδών, ενδόμυχων, επιθυμιών μας.

Ας μεταφερθούμε, όμως, σε έναν κόσμο που λειτουργεί κατά κύριο λόγο με σύμβολα – στον κόσμο της Tέχνης. Οι διάφορες μορφές της δεν είναι παρά έκφραση της γιγάντιας δύναμης που κρύβεται μέσα σε μία και μοναδική λέξη: έμπνευση.

(περισσότερα…)

 

 

 

 

 

dion2

dion

 

http://www.lifo.gr/team/greekicons/46357

Επόμενη σελίδα: »