Ιουλίου 2012


 Θεέ μου, μην τους τυφλώσεις

Το μποζόνιο Χιγκς και οι αγριεμένοι ιεροκήρυκες.  του ΚΩΣΤΑ ΒΑΞΕΒΑΝΗ

Είχα την τύχη να είμαι από αυτούς που κατέβηκαν στα έγκατα του CERN λίγο πριν ο επιταχυντής Αδρονίων σφραγιστεί για να ξεκινήσει το μεγαλύτερο πείραμα στον κόσμο. Ένας σωλήνας 27 χιλιομέτρων που ξεκινάει από την Ελβετία, μπαίνει ως τη Γαλλία κι επιστρέφει στην Ελβετία, μέσα στον οποίο επιταχύνονται καισυγκρούονται σωματίδια, μέχρι να καταγραφεί το πιθανολογούμενο μποζόνιο του Χιγκς. Τα σωματίδια που επιταχύνονται πρέπει να κρατούνται σε σταθερή τροχιά για να μην τρυπήσουν τον επιταχυντή, πράγμα που γίνεται με τεράστιους ηλεκτρομαγνήτες. Πρέπει, επίσης, όλα αυτά να γίνονται σε -270 βαθμούς Κελσίου. Αυτό ήταν μία από τις μεγαλύτερες τεχνικές προκλήσεις. Το κατάφεραν όμως. Έκαναν το CERN το ψυχρότερο σημείο του σύμπαντος. Εκατοντάδες εφευρέσεις υπήρξαν προκειμένου να λυθούν πρακτικά θέματα λειτουργίας του επιταχυντή.

Δεν ξέρω τι μπορεί να λένε όλα αυτά σε κάποιον που θεωρεί πως το σύμπαν και οι ανακαλύψεις γύρω από αυτό δεν είναι κάτι σπουδαίο. Όχι σπουδαιότερο από τον μικρόκοσμο στον οποίο αναπτύσσονται οι προσωπικές συνήθειες, η επιβίωση ίσως ή η απαίτηση για να λυθούν πιο απτά προβλήματα. Προφανώς και δεν είναι έτσι. Ο κόσμος δεν γίνεται καλύτερος αν δεν τον ερμηνεύσεις.

Μόνο το 24% του σύμπαντος αποτελείται από τη γνωστή μας ύλη – άρα είναι αντιληπτό. Το υπόλοιπο είναι «σκοτεινή», άγνωστη, μη αντιληπτή ύλη. Ό,τι δεν αντιλαμβανόμαστε δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η απουσία απόδειξης, δηλαδή, δεν είναι απόδειξη απουσίας. Μπορεί κάτι να υπάρχει, αλλά να μη γίνεται αντιληπτό.

Και ξαφνικά έγινε αντιληπτό το μποζόνιο. Ένα υποσωματίδιο που αποδεικνύει όλα αυτά που δεν υπάρχουν για μας. Ένα απειροελάχιστο τίποτα που είναι το παν για να ερμηνευτεί ο κόσμος. Όχι, βέβαια, ο κόσμος του Σεραφείμ Πειραιώς. Η ανακάλυψη του μποζονίου γι’ αυτόν δεν είναι παρά μια ύβρις, ένα δημιούργημα των δαιμόνων που έρχεται στο προσκήνιο για να απειλήσει τον ρόλο και τη μονοκρατορία του Θεού. Είναι προφανές πως ο Πειραιώς θεώρησε απειλή την επιμονή κάποιων να ονομάζουν το μποζόνιο «σωματίδιο του Θεού», επειδή ενδεχομένως θα δώσει ερμηνείες για τη δημιουργία του κόσμου. Ήταν αρκετό για να ενεργοποιήσει όλο τον μεταφυσικό στρατό της ιεροσύνης γεμάτο με διαβόλους και άλλα τέρατα. Ο Θεός, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν κάνει καμία χαρά για την πρόοδο των ανθρώπων.

Η θρησκεία έχει πάντα τη δυνατότητα να σέρνει την πραγματικότητα ως τη σφαίρα του μεταφυσικού, να την κακοποιεί,
να την αντιστρέφει και να την οικειοποιείται.

Όταν ο άνθρωπος ετοιμαζόταν για το πρώτο ταξίδι στο Διάστημα, οι εφημερίδες ήταν γεμάτες πρωτοσέλιδα όπου οι χριστιανοί μουλάδες της εποχής προειδοποιούσαν πως μετά από αυτή την απόπειρα, που ήταν η νέα Βαβέλ, ο κόσμος θα καταστρεφόταν. Αφού ο κόσμος δεν καταστράφηκε, παπάδες και θεολόγοι έκαναν επιτόπου στροφή και άρχισαν να μιλούν για τα επιτεύγματα του ανθρώπου που προέκυψαν από τη θεία φώτιση.

Η θρησκεία έχει πάντα τη δυνατότητα να σέρνει την πραγματικότητα ως τη σφαίρα του μεταφυσικού, και εκεί, στο δικό της πεδίο, να την κακοποιεί, να την αντιστρέφει, και όταν δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει, να την οικειοποιείται.

Είναι δεδομένο πως το μποζόνιο θα τραβήξει στα χέρια των ιερωμένων όσα δεν τράβηξε μέσα στον επιταχυντή του CERN μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις κι επιταχύνσεις. Θα συναναστραφεί δαίμονες, θα πέσει στο στόμα αγριεμένων ιεροκηρύκων, θα καταδειχτεί ως η μεγαλύτερη αμαρτία. Ευτυχώς που δεν μπορεί να φυλακιστεί. Και στο τέλος, όπως πάντα, η θρησκεία θα φτιάξει ένα παράπλευρο παραμύθι ερμηνείας για να συμφιλιωθεί με αυτό που δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει. Δεν θα ξεχάσει, βεβαίως, πως όλα αυτά έγιναν με τη φώτιση του Θεού για μία ακόμη φορά. Από την εποχή που η Ιερά Εξέταση κατηγορούσε τον Ελ Γκρέκο ότι ζωγραφίζει μεγάλα τα φτερά των Αγγέλων ως και πριν από μερικά χρόνια που τα εκκλησιαστικά συγγράμματα επέμεναν πως η μαλακία τυφλώνει, η Εκκλησία παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ισορροπία μεταξύ υποκρισίας κι ευελιξίας. Τουλάχιστον οι ιεράρχες, όπως ο Σεραφείμ, μπορούν να υποστηρίξουν πως δεν τυφλώνει. Κάτι είναι κι αυτό.

http://www.lifo.gr/mag/columns/5077

Advertisements

Γνωριμία με τον Γιάννη Τσαρούχη

μέσω των έργων του και των (ενίοτε καυστικών) αποφθεγμάτων του.


Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989)

Ο Γιάννης Τσαρούχης, εκτός από ζωγράφος, υπήρξε σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, συγγραφέας και μεταφραστής αρχαίων τραγωδιών. Το χιούμορ και η ευρυμάθειά του φαίνονται στις αποφθεγματικές του φράσεις και στις διηγήσεις του.

 

Μόνο με παραμύθια κατακτώνται οι άνθρωποι.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»

Ο Έλληνας έχασε ένα μεγάλο κίνητρο που είχε στη ζωή του. Την πείνα. Τώρα τρώει και όλοι έχουν κοιλιά και στομάχι. Λοιπόν δεν μπορεί να έχουν τη δραστηριότητα που είχανε ως πεινασμένοι. Ό,τι μεγάλο έκανε η Ελλάς -είτε από φιλοσόφους είτε από απλούς ανθρώπους- το έκανε από την πείνα. Ο Έλληνας φαγωμένος γίνεται ένα αποκτηνωμένο ζώο. Η πείνα πρέπει να γίνει σήμερα δίαιτα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ελευθερία είναι να κάνεις αυτό που θεωρείται κακό και μη επιτρεπόμενο και οι άνθρωποι να το παραδέχονται.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Φιλία είναι η συμφωνία δύο ανθρώπων εναντίον όλου του κόσμου.

«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

 

Και τα πιο άφθαρτα πράγματα γίνονται φθαρτά αν δεν τα ζωογονεί η πίστη.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»

Μία κυρία του ζητούσε να ζωγραφίσει το πορτρέτο του γιου της. Μέσα στην ίδια αμοιβή ζητούσε κι ένα ναύτη. Ήταν πολύ φθηνά. «Όχι», της είπε. «Με την τιμή αυτή δεν μπορώ να σας δώσω κι ένα ναύτη επιπλέον. Θα ζωγραφίσω το γιο σας όμως σαν ναύτη».

 


Μια άλλη Αθηναία συλλέκτρια του ζητούσε φορτικά να ζωγραφίσει τα μέλη της οικογένειάς της ως τις τέσσερις εποχές. Εκείνη ως φθινόπωρο, το σύζυγό της ως χειμώνα και τις κόρες της ως καλοκαίρι και άνοιξη. Μια μέρα, που υπήρχε αρκετή αναστάτωση στο Μαρούσι, επειδή θα ταξιδεύαμε (όταν επρόκειτο να ταξιδέψει, ο Τσαρούχης, κυριευόταν από άγχος) χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα κι ήταν αυτή. Ρωτούσε αν ο κύριος Τσαρούχης είχε αποφασίσει για τη σύνθεση. «Είναι η κυρία.», είπα, «και ρωτά τι κάνατε με την ιδέα των εποχών.   Ρωτά αν θα τη ζωγραφίσετε ως φθινόπωρο».

«Πες της ότι αυτή μόνο ως θεομηνία μπορώ να την κάνω».

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


 Η αγάπη των άλλων είναι μια συνέπεια φυσική που απλώς σου δείχνει πως η αγάπη σου, δηλαδή η δύναμή σου, είναι αλώβητη. Μ’ αγαπάνε σημαίνει μπορώ ν’ αγαπώ.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 Στην Ελλάδα ζούμε πολυτελέστερα απ’ όσο μας επιτρέπουν τα μέσα μας, πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες και τις ψυχικές μας ικανότητες. Αυτό ήδη μας δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό.

 Σημ: Κάτι διαισθανόταν ο τσαρούχης όταν όλοι . ευωχούσαν

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (από συνομιλία του Γ. Τσαρούχη με τον Γιώργο Πηλιχό, «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» 14/2/1988)

Ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε ότι «δεν ήταν ο ίδιος που είχε πει τη φράση στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, αλλά ήταν ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος που την πρωτοξεστόμισε, ενώ ο ίδιος τη διέδωσε απλά όπως ο Απόστολος Παύλος».

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ από άρθρο του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (12/9/2009)

 

«Κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα»

Δε σταμάτησαν ποτέ να ζητούν να αγοράσουν έργα του άνθρωποι λιγότεροι ή περισσότερο πλούσιοι. Αυτό τον δυσαρεστούσε και του έφερνε μελαγχολικές σκέψεις. «Τρομάζω», έλεγε, «γιατί δεν είναι πολύ πίσω ο καιρός που κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα. Δεν καταλαβαίνω τι μεσολάβησε. Φαίνεται ότι, όπως σπάνε πιάτα στα μπουζούκια, θέλουν να αγοράσουν και ένα έργο μου». Για να τους αποφύγει, ζητούσε εξωφρενικές τιμές. Δεν είχε όμως υπολογίσει τι βιτσιόζοι είναι οι νεόπλουτοι Έλληνες. Οι μεγάλες τιμές τούς διέγειραν περισσότερο.

Λυπόταν που είχε γίνει ένα είδος μόδας και τα έργα του πωλούνταν τόσο ακριβά, που κι ο ίδιος, όπως έλεγε, δεν μπορούσε πια να τα αγοράσει. Αντιπαθούσε τους συλλέκτες που αγοράζουν έργα του και τα φυλακίζουν χωρίς να μπορεί κανείς να τα δει.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 

Είναι οδυνηρό, για να σε εκτιμήσουν, να προσπαθείς να κάνεις πράγματα που να αρέσουν σε ανθρώπους που δεν εκτιμάς.

«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μία άποψη την τρομερή και μέχρις αηδίας οργάνωση της ευθυμίας. Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία όσο η δική μας. Σε καμιά εποχή δεν έπαιζε πρωί πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές, για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Το μέρος που κυριολεκτικά συχνάζαμε στο Παρίσι ήταν το Λούβρο. «Εδώ μέσα», έλεγε, «είναι οι καλύτεροί μου φίλοι». Γνώριζε και την τελευταία γωνιά του μουσείου. Σταματούσαμε ακόμα και με ψώνια στα χέρια για να μπει και να σημειώσει κάτι στα βιαστικά. «Μα τώρα;» δυσανασχετούσα εγώ. «Τώρα», απαντούσε, συμπληρώνοντας ότι η χειρότερη ελληνική αρρώστια είναι η αναβλητικότης. Και έμπαινε να ανανεώσει τη ματιά του στο μαύρο φόντο του Βαν Ντάικ ή στο κιαροσκούρο του Τιτσιάνο. Έτσι σχηματιζόταν βέβαια της τέχνης του η περιοχή, όπως λέει ο ποιητής.

Από τις πιο οικείες αίθουσες ήταν αυτή με τα πορτρέτα Φαγιούμ. Τα ήξερε όλα με τα ονόματά τους: Λεύκιος, Δημήτριος, Αμμώνιος, Μελάνθιος, Αρτεμίδωρος, Φιλοκλής. Είχε έντονες αντιρρήσεις για το φωτισμό και γενικά για την παρουσίασή τους.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

 

Δεν ζητώ ανθρώπους να σκέφτονται σαν εμένα, αλλά να κάνουν σκέψεις συμπληρωματικές των δικών μου.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Στην Ελλάδα όλα γίνονται όπως θέλουν οι μέτριοι. 

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»

Η μετριότητα κατάντησε να είναι κάτι το απαραίτητο! Η μετριότητα και η καπατσοσύνη!

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

                      Γιάννης Τσαρούχης «Νέος με άσπρα λινά»

«Ο Τσόγτσιλ και η καγαβάνα»

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται μια συνομιλία του με τον Τσαρούχη κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41, όταν και οι δύο υπηρετούσαν ως στρατιώτες:

Ο Τσαρούχης όμως ήταν απόμακρος, δεν πίστευε τίποτε απ’ όλα αυτά. Κρυφογελούσε σαρκάζοντας. Δεν πίστευε καθόλου πως η ζωή θ’ αλλάξει, ότι οι άνθρωποι θα γίνουν καλύτεροι, ότι θα σταματήσουν οι πόλεμοι.

«Μα είναι δυνατό, Γιάννη», του ‘λεγα εγώ, «είναι δυνατό να μην πιστεύεις ότι ο κόσμος θ’ αλλάξει ύστερα απ’ αυτό τον ολέθριο πόλεμο, ύστερα απ’ αυτόν το χαλασμό και την κοσμογονία; Δεν πιστεύεις ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη, ότι οι σύμμαχοι θα συνεργαστούν για ν’ απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την αθλιότητα, τη δυστυχία, την κοινωνική ανισότητα και τα δεινά των πολέμων;»

«Μα για ποιους συμμάχους μου μιλάς, Λυκούγο; Ποιοι είναι αυτοί οι καλοθελητές και ομοφγονούντες σύμμαχοι, που θ’ απαλλάξουν την ανθγωπότητα από τα δεινά, για τα οποία και αυτοί οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι;»

«Μα είναι οι σύμμαχοί μας, Γιάννη μου», του λέω εγώ. «Οι σύμμαχοί μας ενάντια στο φασισμό!»

«Ποιοι είναι αυτοί οι σύμμαχοι; Ονόμασέ τους».

«Μα ο Τσόρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν», του απαντώ.

«Αχ, Καλλέγη, πόσο είσαι αφελής», μου λέει. «Μου μιλάς για τον Τσόγτσιλ! Μα αγαπητέ μου, αν ο Τσόγτσιλ ήτανε τώγα εδώ κοντά μας και ετούτος ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, ξέγεις τι θα σου ‘λεγε;»

«Τι θα μου ‘λεγε;»

«Θα σου ‘λεγε: Βγε Καλλέγη, δώσε μου την καγαβάνα σου να φάω για να μη λεγώσω τη δικιά μου. Κι ούτε καν θα σε παγακαλούσε. Και θα σου άνοιγε στα γήγογα ένα καινούγιο μέτωπο, κι εσύ θα ήσουν πάλι στην πγώτη γαμμή να πολεμάς, ενώ ο Τσόγτσιλ, αφού θα είχε ντεγλικώσει με την καγαβάνα σου, θα κάπνιζε μακάγια το πούγο του σε κάποιο παλάτι στο Λονδίνο. Κάτι ανάλογο θα μπογούσαν να σου ζητήσουν και οι άλλοι σύμμαχοι, και ο Γούζβελτ και ο Στάλιν. Όλοι αυτοί, κατά κανόνα, την καγαβάνα τους ποτέ δεν τη λεγώνουν».

Αυτός ήταν ο Τσαρούχης. Με μια αλληγορία και δυο καυτά λόγια ξόφλησε τη μεγάλη και τρανή συμμαχία των Μεγάλων, που τόσες και τόσες προσδοκίες κι ελπίδες στήριξε σ’ αυτήν η ανθρωπότητα και ιδιαίτερα η χώρα μας. Αυτή είναι μια από τις πιο ζωντανές μνήμες που μου έμειναν από το έπος της Αλβανίας. Το δυστύχημα είναι ότι ο Τσαρούχης βγήκε δικαιωμένος.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

Αρετές μας είναι τα ελαττώματά μας που τα παραδεχτήκαμε.

«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Χρειάζεται η θεία αφέλεια για να βρεις μέσα σου την αλήθεια.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

)


Το ίδιο εκείνο πρωί της 21ης Απριλίου βγαίνοντας, είδε τα τανκ στους δρόμους και νόμισε στην αρχή πως ο Γαβράς γύριζε τη νέα του ταινία. Έφυγε προτού προλάβει να χαρεί το νεόκτιστο σπίτι στο Μαρούσι. «Μα πού πας; Φεύγεις τώρα που απέκτησες σπίτι;» του είπε ο φίλος του Ντίνος Δοξιάδης. «Απέκτησα σπίτι αλλά έχασα το οικόπεδο», του απάντησε ο Τσαρούχης.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Ένα μόνο έχω να συμβουλεύσω τους νεότερους: να πειθαρχούν στην πίστη τους, αφού προηγουμένως την ανακαλύψουν.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Ο λόγος, η γλώσσα, η φωνή – αντίδοτα στο θάνατο και στη δυστυχία.

«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

Το εξαιρετικό άτομο άλλοτε ετιμάτο και εξυπηρετούσε το σύνολο! Σήμερα το εξαιρετικό άτομο κρίνεται από το σύνολο των μέτριων ανθρώπων και μπαίνει σε μια κλίνη του Προκρούστη και κονταίνει. Το «γιατί εσύ και όχι εγώ», είναι το συνηθισμένο που ακούει κανείς σήμερα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

«Ο μοναδικός θεατής»

Το 1920 ο Τσαρούχης ήταν 10 χρονών.

Το 1920 αποφάσισα στο σπίτι της θείας μου Μεταξά, όπου έμενα (λόγω ταξιδιού της μητέρας μου στην Ελβετία, για λόγους υγείας της αδελφής μου), να δημιουργήσω ένα θέατρο και πρώτο έργο ήταν η Αντιγόνη. Το θέατρο αυτό ήταν μια μεγάλη τρισδιάστατη μακέτα χωρίς πάτωμα, όπου μπορούσαν ντεκουπαρισμένες φιγούρες να κινηθούν όπως στον Φασουλή. (.)

Τα κοστούμια έφτιαχνα εκείνη την ώρα με βάση τις φιγούρες και τα σκηνικά. Μοναδικός θεατής ήταν ο αδελφός μου Μάριος τον οποίο συχνά έδενα με σκοινιά στην καρέκλα του για να μη φύγει και δεν δει το θέαμα.

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Σας παραπέμπω στη Διοτίμα του Συμποσίου του Πλάτωνα – τα λέει πολύ καλά. Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία και καρπός αυτής της ενώσεως υπήρξε ο Έρωτας. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι φτώχεια και ζητιανιά και συγχρόνως αίσθηση μεγάλη πλούτου.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Η τέχνη δεν είναι απασχόληση, δεν είναι για να περνάς την ώρα σου. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου πάθους.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΑΓΑΘΟΝ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΑΙ»

Είναι ο νόμος της φύσεως – όποιος δεν παραδέχεται τις επιθυμίες του, να φανατίζεται με τις επιθυμίες των άλλων.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 

Η ζωή είναι τόσο θαυμαστό πράγμα, ώστε η τιμή της είναι το μυστήριο του θανάτου.

«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)


Γιάννης Τσαρούχης «Μάθημα βυζαντινής τέχνης» (1965)

Στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά κάθε πράγματος. Όλοι ξέρουν το τι δε γίνεται και, ικανοποιημένοι με την απαισιόδοξη γνώμη τους, κατηγορούν κάθε άνθρωπο που έχει δράση και προσπαθεί να κάνει κάτι τι.

Υπάρχουν και οι τρελοί που παίρνουν στα σοβαρά την Ελλάδα και αγνοούν τις απαισιόδοξες γνώμες και φτάνουν στο αδύνατο και στο ακατόρθωτο, χάνοντας την εκτίμηση των απαισιόδοξων και αυτών που γνωρίζουν τα πάντα.

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Η αδελφή του, Αγγελική Τσαρούχη, πέθανε άγαμη το 1970. Εκείνος το ‘μαθε στο Παρίσι, αλλά δεν μπόρεσε να έρθει στην Αθήνα για την κηδεία. «Στη θλίψη μου μέσα» μου έχει πει, «έμπαινα στο μετρό κι όπου πήγαινε. Έτσι, χωρίς να πηγαίνω πουθενά, σκεπτόμουν τη μητέρα μου που ήταν δεμένη πολύ μαζί της. Δεν είχα το κουράγιο ούτε στο τηλέφωνο να της μιλήσω. Της έγραψα ένα γράμμα πως μόνο ο Χριστός μπορεί να την παρηγορήσει γι’ αυτό». Ήταν πολύ γριά τότε, ενενήντα τριών ετών. Την είδε τον επόμενο χρόνο που ήρθε στην Ελλάδα. «Παιδί μου», του είπε, «θέλω να πεθάνω, αλλά ας περάσουν τρία χρόνια. Δε θέλω να την ενοχλήσω την αδελφή σου μέσα στον ίδιο τάφο». Να από πού έπαιρνε ο Τσαρούχης τα πρότυπα για τις Εκάβες και τις Κασσάνδρες. Ήταν πρόσωπα που τα ήξερε στη ζωή και γι’ αυτό μπορούσε να τα αποδώσει στο θέατρο.

Εκείνη πέθανε τον Ιούλιο του 1973. Ο ίδιος είχε έρθει στην Ελλάδα μόλις πριν από λίγες μέρες.

                                                                                                      

ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

«Η Παναγία της Νίκης»

Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Ιταλούς ο Γ. Τσαρούχης -ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιώτης- ζωγράφισε στο καπάκι ενός κιβωτίου ρέγκας την Παναγία της Νίκης:

Ο διοικητής εζήτησε να δει την εικόνα. Ήταν μακριά η σκηνή και έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή εξαιρετικά ωραίο και πολύ μάγκα, για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε. Επήρα την εικόνα μαζί μου και καβάλησα τα καπούλια της μοτοσυκλέτας. Καθώς πηγαίναμε προς τον διοικητή, έφραξαν σχεδόν τον δρόμο Έλληνες στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί κι είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει την φήμη θαυματουργής εικόνας και οι στρατιώτες οι Αρτινοί, σε έξαλλη θρησκευτική έκσταση, απαιτούσαν η θαυματουργή εικόνα να μείνει ένα βράδυ τουλάχιστον στην κατασκήνωσή τους. Άκουγες φωνές, από παντού. Όλοι οι στρατιώτες φωνάζανε: «Η Παρθένα, η Παρθένα. Να την αφήσετε μια βραδιά». Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός, δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη με ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. «Βρε συνάδελφε», μου είπε ένας, «βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;»

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

«Ειρήνηηηη! Ειρήνηηηη!»

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται πώς έζησε μαζί με τον Τσαρούχη το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41:

Ήταν παραμονές του Πάσχα – Απρίλης του 1941. Ζούσαμε μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά, σαν κυνηγημένα απ’ το λύκο πρόβατα, που ξέκοψαν απ’ το κοπάδι τους, τρώγοντας ό,τι απομεινάρια είχαμε στα σακίδιά μας και απ’ αυτά που αρπάξαμε από τις αποθήκες της επιμελητείας. Ύστερα από δυο τρεις μέρες -δεν θυμάμαι καλά- ένα πρωινό ανοιξιάτικο, ακούσαμε ξάφνου από μακριά, κάτω στον κάμπο, μια βροντερή φωνή ανθρώπου σ’ έξαλλη κατάσταση να κραυγάζει: «Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!. Αδέλφιααα, έγινε Ειρήνηηηη!. Τέλειωσε ο πόλεμοοος!.

Σαστισμένοι πεταχτήκαμε όλοι έξω απ’ τη σπηλιά. Ο άνθρωπος κάτω στον κάμπο συνέχιζε να φωνάζει: «Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!.»

Τότε συνειδητοποιήσαμε τι είχε συμβεί: Υπογράφηκε ειρήνη!. Ο πόλεμος τέλειωσε! Τέλειωσε!. Ανάστατοι, κλαίγοντας, αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν!. Έπειτα, έξαλλοι από αγαλλίαση, ορμήσαμε στον κατήφορο σαν ένα σώμα και κατρακυλώντας φτάσαμε όλοι μαζί σ’ ένα εκκλησάκι στους πρόποδες του βουνού. Κάποιος άνοιξε την πόρτα κι όλοι μαζί, στριμώχνοντας ο ένας τον άλλο, χωθήκαμε μέσα. Νιώσαμε σαν να είχαμε λυτρωθεί από ένα βραχνά, από ένα όνειρο εφιαλτικό. Και ξαφνικά ο Τσαρούχης άρχισε να ψέλνει με μια φωνή εκ βαθέων το: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια.» Τότε αρχίσαμε όλοι να ψέλνουμε με έξαρση το δοξαστικό τροπάριο, παρασυρμένοι από την καλλικέλαδη φωνή του Τσαρούχη. Ήταν κάτι σαν μυσταγωγία. Ήταν κάτι λυτρωτικό, σαν αποκάθαρση, σαν Ανάσταση!. Ήταν άλλωστε κοντά το Πάσχα. Και πραγματικά, ο Τσαρούχης στη συνέχεια έψαλε το: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών!.» Και όλοι μαζί τον ακολούθησαν με την ίδια έξαρση. Σιγά σιγά συνήλθαμε, ειρηνέψαμε, κι έτσι πανηγυρικά, ελεύθεροι και λυτρωμένοι, «έμπλεοι αγαλλιάσεως», υποδεχτήκαμε την υπογραφή της «ειρήνης». Ποιας ειρήνης! Δεν φανταζόμασταν τα δεινά που θ’ ακολουθούσαν!

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ


  Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989)

  (Το έλαβα από τον Α. Δημάκη)

ωριμία με τον Γιάννη Τσαρούχη

μέσω των έργων του και των (ενίοτε καυστικών) αποφθεγμάτων του.
Γιάννης Τσαρούχης
2860DB4B3BF4458EB9E5692B1C06268B@pc
Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989)
Ο Γιάννης Τσαρούχης, εκτός από ζωγράφος, υπήρξε σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ενδυματολόγος, συγγραφέας και μεταφραστής αρχαίων τραγωδιών. Το χιούμορ και η ευρυμάθειά του φαίνονται στις αποφθεγματικές του φράσεις και στις διηγήσεις του.
Μόνο με παραμύθια κατακτώνται οι άνθρωποι.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»
Ο Έλληνας έχασε ένα μεγάλο κίνητρο που είχε στη ζωή του. Την πείνα. Τώρα τρώει και όλοι έχουν κοιλιά και στομάχι. Λοιπόν δεν μπορεί να έχουν τη δραστηριότητα που είχανε ως πεινασμένοι. Ό,τι μεγάλο έκανε η Ελλάς -είτε από φιλοσόφους είτε από απλούς ανθρώπους- το έκανε από την πείνα. Ο Έλληνας φαγωμένος γίνεται ένα αποκτηνωμένο ζώο. Η πείνα πρέπει να γίνει σήμερα δίαιτα.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
 
Ελευθερία είναι να κάνεις αυτό που θεωρείται κακό και μη επιτρεπόμενο και οι άνθρωποι να το παραδέχονται.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
 
Φιλία είναι η συμφωνία δύο ανθρώπων εναντίον όλου του κόσμου.
«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)
 
Και τα πιο άφθαρτα πράγματα γίνονται φθαρτά αν δεν τα ζωογονεί η πίστη.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»
Μία κυρία του ζητούσε να ζωγραφίσει το πορτρέτο του γιου της. Μέσα στην ίδια αμοιβή ζητούσε κι ένα ναύτη. Ήταν πολύ φθηνά. «Όχι», της είπε. «Με την τιμή αυτή δεν μπορώ να σας δώσω κι ένα ναύτη επιπλέον. Θα ζωγραφίσω το γιο σας όμως σαν ναύτη».
AE1795A5996443AA923AE34C4C80888A@pc

Μια άλλη Αθηναία συλλέκτρια του ζητούσε φορτικά να ζωγραφίσει τα μέλη της οικογένειάς της ως τις τέσσερις εποχές. Εκείνη ως φθινόπωρο, το σύζυγό της ως χειμώνα και τις κόρες της ως καλοκαίρι και άνοιξη. Μια μέρα, που υπήρχε αρκετή αναστάτωση στο Μαρούσι, επειδή θα ταξιδεύαμε (όταν επρόκειτο να ταξιδέψει, ο Τσαρούχης, κυριευόταν από άγχος) χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα κι ήταν αυτή. Ρωτούσε αν ο κύριος Τσαρούχης είχε αποφασίσει για τη σύνθεση. «Είναι η κυρία.», είπα, «και ρωτά τι κάνατε με την ιδέα των εποχών.   Ρωτά αν θα τη ζωγραφίσετε ως φθινόπωρο».
«Πες της ότι αυτή μόνο ως θεομηνία μπορώ να την κάνω».
ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
4DEA2F094C9B41D8BA6E98717A9C4E13@pc
                                                                                                                Γιάννης Τσαρούχης «Οι 4 εποχές»
 Η αγάπη των άλλων είναι μια συνέπεια φυσική που απλώς σου δείχνει πως η αγάπη σου, δηλαδή η δύναμή σου, είναι αλώβητη. Μ’ αγαπάνε σημαίνει μπορώ ν’ αγαπώ.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Είναι αγών ο έρωτας. Αγών επικρατήσεως.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
 Στην Ελλάδα ζούμε πολυτελέστερα απ’ όσο μας επιτρέπουν τα μέσα μας, πέρα από τις οικονομικές μας δυνατότητες και τις ψυχικές μας ικανότητες. Αυτό ήδη μας δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό.
 Σημ: Κάτι διαισθανόταν ο τσαρούχης όταν όλοι . ευωχούσαν
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ (από συνομιλία του Γ. Τσαρούχη με τον Γιώργο Πηλιχό, «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» 14/2/1988)
Ο Γιάννης Τσαρούχης έλεγε ότι «δεν ήταν ο ίδιος που είχε πει τη φράση στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις, αλλά ήταν ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος που την πρωτοξεστόμισε, ενώ ο ίδιος τη διέδωσε απλά όπως ο Απόστολος Παύλος».
ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ από άρθρο του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (12/9/2009)
«Κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα»
Δε σταμάτησαν ποτέ να ζητούν να αγοράσουν έργα του άνθρωποι λιγότεροι ή περισσότερο πλούσιοι. Αυτό τον δυσαρεστούσε και του έφερνε μελαγχολικές σκέψεις. «Τρομάζω», έλεγε, «γιατί δεν είναι πολύ πίσω ο καιρός που κανείς δεν τα ήθελε ούτε για χάρισμα. Δεν καταλαβαίνω τι μεσολάβησε. Φαίνεται ότι, όπως σπάνε πιάτα στα μπουζούκια, θέλουν να αγοράσουν και ένα έργο μου». Για να τους αποφύγει, ζητούσε εξωφρενικές τιμές. Δεν είχε όμως υπολογίσει τι βιτσιόζοι είναι οι νεόπλουτοι Έλληνες. Οι μεγάλες τιμές τούς διέγειραν περισσότερο.
Λυπόταν που είχε γίνει ένα είδος μόδας και τα έργα του πωλούνταν τόσο ακριβά, που κι ο ίδιος, όπως έλεγε, δεν μπορούσε πια να τα αγοράσει. Αντιπαθούσε τους συλλέκτες που αγοράζουν έργα του και τα φυλακίζουν χωρίς να μπορεί κανείς να τα δει.
ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ 
AEC0FE7DCC1B4152B52ED556FD9ABA3F@pc

                                                                                                                                            Γιάννης Τσαρούχης «Σκεπτόμενος»
Είναι οδυνηρό, για να σε εκτιμήσουν, να προσπαθείς να κάνεις πράγματα που να αρέσουν σε ανθρώπους που δεν εκτιμάς.
«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)
Ποτέ δεν υπήρξε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν τόσο δύσθυμοι και μελαγχολικοί. Άλλωστε, αυτό εξηγεί από μία άποψη την τρομερή και μέχρις αηδίας οργάνωση της ευθυμίας. Καμιά εποχή δεν είχε οργανώσει τόσο πολύ την ευθυμία όσο η δική μας. Σε καμιά εποχή δεν έπαιζε πρωί πρωί στα σπίτια το ραδιόφωνο εύθυμες μουσικές, για να ξυπνήσουν οι άνθρωποι μελαγχολικοί και σχεδόν έτοιμοι να αυτοκτονήσουν.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Το μέρος που κυριολεκτικά συχνάζαμε στο Παρίσι ήταν το Λούβρο. «Εδώ μέσα», έλεγε, «είναι οι καλύτεροί μου φίλοι». Γνώριζε και την τελευταία γωνιά του μουσείου. Σταματούσαμε ακόμα και με ψώνια στα χέρια για να μπει και να σημειώσει κάτι στα βιαστικά. «Μα τώρα;» δυσανασχετούσα εγώ. «Τώρα», απαντούσε, συμπληρώνοντας ότι η χειρότερη ελληνική αρρώστια είναι η αναβλητικότης. Και έμπαινε να ανανεώσει τη ματιά του στο μαύρο φόντο του Βαν Ντάικ ή στο κιαροσκούρο του Τιτσιάνο. Έτσι σχηματιζόταν βέβαια της τέχνης του η περιοχή, όπως λέει ο ποιητής.
Από τις πιο οικείες αίθουσες ήταν αυτή με τα πορτρέτα Φαγιούμ. Τα ήξερε όλα με τα ονόματά τους: Λεύκιος, Δημήτριος, Αμμώνιος, Μελάνθιος, Αρτεμίδωρος, Φιλοκλής. Είχε έντονες αντιρρήσεις για το φωτισμό και γενικά για την παρουσίασή τους.
ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
1C943C9DCE794D35AD86812B47271BE8@pc

 Γιάννης Τσαρούχης «Ποδηλάτης μεταμφιεσμένος σε τσολιά, μ’ ένα ναό δεξιά κάτω» (1936) Ίδρυμα Γ. Τσαρούχη
Δεν ζητώ ανθρώπους να σκέφτονται σαν εμένα, αλλά να κάνουν σκέψεις συμπληρωματικές των δικών μου.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Στην Ελλάδα όλα γίνονται όπως θέλουν οι μέτριοι. 
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ»
Η μετριότητα κατάντησε να είναι κάτι το απαραίτητο! Η μετριότητα και η καπατσοσύνη!
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
03B02B715316447B8B2E5CC5FBB0CA45@pc

                      Γιάννης Τσαρούχης «Νέος με άσπρα λινά»
«Ο Τσόγτσιλ και η καγαβάνα»
Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται μια συνομιλία του με τον Τσαρούχη κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41, όταν και οι δύο υπηρετούσαν ως στρατιώτες:
Ο Τσαρούχης όμως ήταν απόμακρος, δεν πίστευε τίποτε απ’ όλα αυτά. Κρυφογελούσε σαρκάζοντας. Δεν πίστευε καθόλου πως η ζωή θ’ αλλάξει, ότι οι άνθρωποι θα γίνουν καλύτεροι, ότι θα σταματήσουν οι πόλεμοι.
«Μα είναι δυνατό, Γιάννη», του ‘λεγα εγώ, «είναι δυνατό να μην πιστεύεις ότι ο κόσμος θ’ αλλάξει ύστερα απ’ αυτό τον ολέθριο πόλεμο, ύστερα απ’ αυτόν το χαλασμό και την κοσμογονία; Δεν πιστεύεις ότι η ζωή θα γίνει καλύτερη, ότι οι σύμμαχοι θα συνεργαστούν για ν’ απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την αθλιότητα, τη δυστυχία, την κοινωνική ανισότητα και τα δεινά των πολέμων;»
«Μα για ποιους συμμάχους μου μιλάς, Λυκούγο; Ποιοι είναι αυτοί οι καλοθελητές και ομοφγονούντες σύμμαχοι, που θ’ απαλλάξουν την ανθγωπότητα από τα δεινά, για τα οποία και αυτοί οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι;»
«Μα είναι οι σύμμαχοί μας, Γιάννη μου», του λέω εγώ. «Οι σύμμαχοί μας ενάντια στο φασισμό!»
«Ποιοι είναι αυτοί οι σύμμαχοι; Ονόμασέ τους».
«Μα ο Τσόρτσιλ, ο Ρούζβελτ και ο Στάλιν», του απαντώ.
«Αχ, Καλλέγη, πόσο είσαι αφελής», μου λέει. «Μου μιλάς για τον Τσόγτσιλ! Μα αγαπητέ μου, αν ο Τσόγτσιλ ήτανε τώγα εδώ κοντά μας και ετούτος ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, ξέγεις τι θα σου ‘λεγε;»
«Τι θα μου ‘λεγε;»
«Θα σου ‘λεγε: Βγε Καλλέγη, δώσε μου την καγαβάνα σου να φάω για να μη λεγώσω τη δικιά μου. Κι ούτε καν θα σε παγακαλούσε. Και θα σου άνοιγε στα γήγογα ένα καινούγιο μέτωπο, κι εσύ θα ήσουν πάλι στην πγώτη γαμμή να πολεμάς, ενώ ο Τσόγτσιλ, αφού θα είχε ντεγλικώσει με την καγαβάνα σου, θα κάπνιζε μακάγια το πούγο του σε κάποιο παλάτι στο Λονδίνο. Κάτι ανάλογο θα μπογούσαν να σου ζητήσουν και οι άλλοι σύμμαχοι, και ο Γούζβελτ και ο Στάλιν. Όλοι αυτοί, κατά κανόνα, την καγαβάνα τους ποτέ δεν τη λεγώνουν».
Αυτός ήταν ο Τσαρούχης. Με μια αλληγορία και δυο καυτά λόγια ξόφλησε τη μεγάλη και τρανή συμμαχία των Μεγάλων, που τόσες και τόσες προσδοκίες κι ελπίδες στήριξε σ’ αυτήν η ανθρωπότητα και ιδιαίτερα η χώρα μας. Αυτή είναι μια από τις πιο ζωντανές μνήμες που μου έμειναν από το έπος της Αλβανίας. Το δυστύχημα είναι ότι ο Τσαρούχης βγήκε δικαιωμένος.
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ
Αρετές μας είναι τα ελαττώματά μας που τα παραδεχτήκαμε.
«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
Χρειάζεται η θεία αφέλεια για να βρεις μέσα σου την αλήθεια.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
) 
32D63F6404D7464288D429CC7A5AA734@pc
  Γιάννης Τσαρούχης «Το μαρτύριο του Αγίου Σεβαστιανού»

Το ίδιο εκείνο πρωί της 21ης Απριλίου βγαίνοντας, είδε τα τανκ στους δρόμους και νόμισε στην αρχή πως ο Γαβράς γύριζε τη νέα του ταινία. Έφυγε προτού προλάβει να χαρεί το νεόκτιστο σπίτι στο Μαρούσι. «Μα πού πας; Φεύγεις τώρα που απέκτησες σπίτι;» του είπε ο φίλος του Ντίνος Δοξιάδης. «Απέκτησα σπίτι αλλά έχασα το οικόπεδο», του απάντησε ο Τσαρούχης.
ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Ένα μόνο έχω να συμβουλεύσω τους νεότερους: να πειθαρχούν στην πίστη τους, αφού προηγουμένως την ανακαλύψουν.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Ο λόγος, η γλώσσα, η φωνή – αντίδοτα στο θάνατο και στη δυστυχία.
«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)
Το εξαιρετικό άτομο άλλοτε ετιμάτο και εξυπηρετούσε το σύνολο! Σήμερα το εξαιρετικό άτομο κρίνεται από το σύνολο των μέτριων ανθρώπων και μπαίνει σε μια κλίνη του Προκρούστη και κονταίνει. Το «γιατί εσύ και όχι εγώ», είναι το συνηθισμένο που ακούει κανείς σήμερα.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
«Ο μοναδικός θεατής»
Το 1920 ο Τσαρούχης ήταν 10 χρονών.
Το 1920 αποφάσισα στο σπίτι της θείας μου Μεταξά, όπου έμενα (λόγω ταξιδιού της μητέρας μου στην Ελβετία, για λόγους υγείας της αδελφής μου), να δημιουργήσω ένα θέατρο και πρώτο έργο ήταν η Αντιγόνη. Το θέατρο αυτό ήταν μια μεγάλη τρισδιάστατη μακέτα χωρίς πάτωμα, όπου μπορούσαν ντεκουπαρισμένες φιγούρες να κινηθούν όπως στον Φασουλή. (.)
Τα κοστούμια έφτιαχνα εκείνη την ώρα με βάση τις φιγούρες και τα σκηνικά. Μοναδικός θεατής ήταν ο αδελφός μου Μάριος τον οποίο συχνά έδενα με σκοινιά στην καρέκλα του για να μη φύγει και δεν δει το θέαμα.
ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Σας παραπέμπω στη Διοτίμα του Συμποσίου του Πλάτωνα – τα λέει πολύ καλά. Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία και καρπός αυτής της ενώσεως υπήρξε ο Έρωτας. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι φτώχεια και ζητιανιά και συγχρόνως αίσθηση μεγάλη πλούτου.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Η τέχνη δεν είναι απασχόληση, δεν είναι για να περνάς την ώρα σου. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου πάθους.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΑΓΑΘΟΝ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΑΙ»
Είναι ο νόμος της φύσεως – όποιος δεν παραδέχεται τις επιθυμίες του, να φανατίζεται με τις επιθυμίες των άλλων.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ 
Η ζωή είναι τόσο θαυμαστό πράγμα, ώστε η τιμή της είναι το μυστήριο του θανάτου.
«ΤΑ ΓΝΩΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ» Εκδόσεις ΒΟΥΡΚΑΡΙΑΝΗ (αντιγραφή από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)
D8D0F9EAE7BE41C38734E1F792F4BC3C@pc

Γιάννης Τσαρούχης «Μάθημα βυζαντινής τέχνης» (1965)
Στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά κάθε πράγματος. Όλοι ξέρουν το τι δε γίνεται και, ικανοποιημένοι με την απαισιόδοξη γνώμη τους, κατηγορούν κάθε άνθρωπο που έχει δράση και προσπαθεί να κάνει κάτι τι.
Υπάρχουν και οι τρελοί που παίρνουν στα σοβαρά την Ελλάδα και αγνοούν τις απαισιόδοξες γνώμες και φτάνουν στο αδύνατο και στο ακατόρθωτο, χάνοντας την εκτίμηση των απαισιόδοξων και αυτών που γνωρίζουν τα πάντα.
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Η αδελφή του, Αγγελική Τσαρούχη, πέθανε άγαμη το 1970. Εκείνος το ‘μαθε στο Παρίσι, αλλά δεν μπόρεσε να έρθει στην Αθήνα για την κηδεία. «Στη θλίψη μου μέσα» μου έχει πει, «έμπαινα στο μετρό κι όπου πήγαινε. Έτσι, χωρίς να πηγαίνω πουθενά, σκεπτόμουν τη μητέρα μου που ήταν δεμένη πολύ μαζί της. Δεν είχα το κουράγιο ούτε στο τηλέφωνο να της μιλήσω. Της έγραψα ένα γράμμα πως μόνο ο Χριστός μπορεί να την παρηγορήσει γι’ αυτό». Ήταν πολύ γριά τότε, ενενήντα τριών ετών. Την είδε τον επόμενο χρόνο που ήρθε στην Ελλάδα. «Παιδί μου», του είπε, «θέλω να πεθάνω, αλλά ας περάσουν τρία χρόνια. Δε θέλω να την ενοχλήσω την αδελφή σου μέσα στον ίδιο τάφο». Να από πού έπαιρνε ο Τσαρούχης τα πρότυπα για τις Εκάβες και τις Κασσάνδρες. Ήταν πρόσωπα που τα ήξερε στη ζωή και γι’ αυτό μπορούσε να τα αποδώσει στο θέατρο.
Εκείνη πέθανε τον Ιούλιο του 1973. Ο ίδιος είχε έρθει στην Ελλάδα μόλις πριν από λίγες μέρες.
                                                                                                      
ΑΛΕΞΙΟΣ ΣΑΒΒΑΚΗΣ «ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
C1505E7B406A4E6BAAD1956043EAEBA3@pc

                                                                                                                                                      &nb sp;        &nbs p;                                                                        «Η Παναγία της Νίκης»
Κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Ιταλούς ο Γ. Τσαρούχης -ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιώτης- ζωγράφισε στο καπάκι ενός κιβωτίου ρέγκας την Παναγία της Νίκης:
Ο διοικητής εζήτησε να δει την εικόνα. Ήταν μακριά η σκηνή και έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή εξαιρετικά ωραίο και πολύ μάγκα, για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε. Επήρα την εικόνα μαζί μου και καβάλησα τα καπούλια της μοτοσυκλέτας. Καθώς πηγαίναμε προς τον διοικητή, έφραξαν σχεδόν τον δρόμο Έλληνες στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί κι είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει την φήμη θαυματουργής εικόνας και οι στρατιώτες οι Αρτινοί, σε έξαλλη θρησκευτική έκσταση, απαιτούσαν η θαυματουργή εικόνα να μείνει ένα βράδυ τουλάχιστον στην κατασκήνωσή τους. Άκουγες φωνές, από παντού. Όλοι οι στρατιώτες φωνάζανε: «Η Παρθένα, η Παρθένα. Να την αφήσετε μια βραδιά». Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός, δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη με ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. «Βρε συνάδελφε», μου είπε ένας, «βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;»
Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «ΜΑΤΗΝ ΩΝΕΙΔΙΣΑΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
«Ειρήνηηηη! Ειρήνηηηη!»
Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται πώς έζησε μαζί με τον Τσαρούχη το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41:
Ήταν παραμονές του Πάσχα – Απρίλης του 1941. Ζούσαμε μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά, σαν κυνηγημένα απ’ το λύκο πρόβατα, που ξέκοψαν απ’ το κοπάδι τους, τρώγοντας ό,τι απομεινάρια είχαμε στα σακίδιά μας και απ’ αυτά που αρπάξαμε από τις αποθήκες της επιμελητείας. Ύστερα από δυο τρεις μέρες -δεν θυμάμαι καλά- ένα πρωινό ανοιξιάτικο, ακούσαμε ξάφνου από μακριά, κάτω στον κάμπο, μια βροντερή φωνή ανθρώπου σ’ έξαλλη κατάσταση να κραυγάζει: «Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!. Αδέλφιααα, έγινε Ειρήνηηηη!. Τέλειωσε ο πόλεμοοος!.
Σαστισμένοι πεταχτήκαμε όλοι έξω απ’ τη σπηλιά. Ο άνθρωπος κάτω στον κάμπο συνέχιζε να φωνάζει: «Ειρήνηηη!. Ειρήνηηηη!.»
Τότε συνειδητοποιήσαμε τι είχε συμβεί: Υπογράφηκε ειρήνη!. Ο πόλεμος τέλειωσε! Τέλειωσε!. Ανάστατοι, κλαίγοντας, αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν!. Έπειτα, έξαλλοι από αγαλλίαση, ορμήσαμε στον κατήφορο σαν ένα σώμα και κατρακυλώντας φτάσαμε όλοι μαζί σ’ ένα εκκλησάκι στους πρόποδες του βουνού. Κάποιος άνοιξε την πόρτα κι όλοι μαζί, στριμώχνοντας ο ένας τον άλλο, χωθήκαμε μέσα. Νιώσαμε σαν να είχαμε λυτρωθεί από ένα βραχνά, από ένα όνειρο εφιαλτικό. Και ξαφνικά ο Τσαρούχης άρχισε να ψέλνει με μια φωνή εκ βαθέων το: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια.» Τότε αρχίσαμε όλοι να ψέλνουμε με έξαρση το δοξαστικό τροπάριο, παρασυρμένοι από την καλλικέλαδη φωνή του Τσαρούχη. Ήταν κάτι σαν μυσταγωγία. Ήταν κάτι λυτρωτικό, σαν αποκάθαρση, σαν Ανάσταση!. Ήταν άλλωστε κοντά το Πάσχα. Και πραγματικά, ο Τσαρούχης στη συνέχεια έψαλε το: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών!.» Και όλοι μαζί τον ακολούθησαν με την ίδια έξαρση. Σιγά σιγά συνήλθαμε, ειρηνέψαμε, κι έτσι πανηγυρικά, ελεύθεροι και λυτρωμένοι, «έμπλεοι αγαλλιάσεως», υποδεχτήκαμε την υπογραφή της «ειρήνης». Ποιας ειρήνης! Δεν φανταζόμασταν τα δεινά που θ’ ακολουθούσαν!
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ
1949AFA2EB754E7B8B59F411C1879E44@pc
ΣΕ ΣΥΝΟΔΟ, 4 ΙΟΥΛΙΟΥ 1776
Η ομόφωνη Διακήρυξη
των δεκατριών Ηνωμένων
Πολιτειών της Αμερικής

Όταν κατά την Πορεία των ανθρωπίνων γεγονότων γίνεται απαραίτητο για έναν λαό να λύσει τους πολιτικούς δεσμούς οι οποίοι τον συνδέουν με άλλον και να αναλάβει ανάμεσα στις δυνάμεις της γης την ξεχωριστή και ίση θέση την οποία δικαιούται από τους Νόμους της Φύσης και τον Θεό της Φύσης, στοιχειώδης σεβασμός προς τη γνώμη της ανθρωπότητας επιβάλει στο λαό αυτό να διακηρύξει τα αίτια που τον ωθούν στον διαχωρισμό.

Δεχόμαστε τις εξής αλήθειες ως αυταπόδεικτες, πως όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι, και προικίζονται από τον Δημιουργό τους με συγκεκριμένα απαραβίαστα Δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι το δικαίωμα στη Ζωή, το δικαίωμα στην Ελευθερία, και το δικαίωμα στην επιδίωξη της Ευτυχίας.

Πως για να εξασφαλιστούν αυτά τα δικαιώματα, ιδρύονται Κυβερνήσεις μεταξύ των Ανθρώπων, αντλώντας τις εύλογες εξουσίες τους από την συναίνεση των κυβερνημένων.

Πως όποτε μια Μορφή Κυβέρνησης γίνεται καταστροφική για τους σκοπούς αυτούς, είναι Δικαίωμα του Λαού να την αλλάξει ή να την καταργήσει, και να εγκαταστήσει νέα Κυβέρνηση θέτοντας τα θεμέλιά της σε τέτοιες αρχές και οργανώνοντας τις εξουσίες της σε τέτοια μορφή, ώστε να φανεί πιθανότερο να επιφέρει την Ασφάλεια και την Ευτυχία του. Η σύνεση, όντως, επιβάλλει πως Κυβερνήσεις από καιρό εγκαθιδρυμένες δεν θα πρέπει να αλλάζουν για επουσιώδεις και πρόσκαιρους λόγους· και ανάλογα, η εμπειρία έχει δείξει ότι η ανθρωπότητα είναι περισσότερο διατεθειμένη να υπομείνει, όσο το κακό υπομένεται, παρά να διορθώσει την πορεία της καταργώντας μορφές [διακυβέρνησης] στις οποίες είναι μαθημένη. Όταν όμως μια μακρά σειρά καταχρήσεων και σφετερισμών, συνεχώς με τον ίδιο σκοπό, μαρτυρά πλεκτάνη υποταγής [του Λαού] στον απόλυτο Δεσποτισμό, είναι δικαίωμά του, είναι καθήκον του, να αποτινάξει τέτοια Κυβέρνηση και να εγκαθιδρύσει νέους Φύλακες για τη μελλοντική του ασφάλεια.

Τέτοια υπήρξε η υπομονετική ανοχή αυτών των Αποικιών· και τέτοια είναι σήμερα η ανάγκη που τις υποχρεώνει να αλλάξουν το προηγούμενο Σύστημα της Διακυβέρνησής τους. Η ιστορία του σημερινού Βασιλέως είναι μια ιστορία επανειλημμένων αδικιών και σφετερισμών, με άμεσο σκοπό την εγκαθίδρυση απόλυτης Τυραννίας σ΄αυτές τις Πολιτείες. 

Προς απόδειξη αυτών, ας παραθέσουμε τα δεδομένα στον ειλικρινή κόσμο:

Έχει αρνηθεί την επικύρωση των πιο ευεργετικών και αναγκαίων για το κοινό καλό νόμων.

Έχει απαγορεύσει στους Κυβερνήτες του να θεσπίζουν Νόμους άμεσης και επείγουσας σημασίας, εκτός και αν αυτοί τελούν υπό αίρεση μέχρι την συγκατάθεσή του. Και όσο τελούν υπό αίρεση έχει εντελώς περιφρονήσει να ασχοληθεί με αυτούς.

Έχει αρνηθεί να θεσπίσει άλλους Νόμους για την εξυπηρέτηση κατοίκων μεγάλων περιφερειών, εκτός κι αν οι κάτοικοι αυτοί θα απεμπολούσαν το δικαίωμα της Αντιπροσώπευσης στην Νομοθετική Εξουσία· ένα δικαίωμα ανεκτίμητο για αυτούς και δεινό μόνο για τυράννους.

Έχει συγκαλέσει νομοθετικά σώματα σε τόπους ασυνήθιστους, ακατάλληλους και απομακρυσμένους από τους χώρους φύλαξης των Δημόσιων Αρχείων τους, με μόνο σκοπό να εξαντλήσει τα μέλη τους μέχρις να συμμορφωθούν με τα μέτρα του.

Έχει επανειλημμένα διαλύσει Βουλές Αντιπροσώπων, επειδή αντιτάχθηκαν γενναία στις δικές του επιβουλές κατά των δικαιωμάτων του λαού.

Έχει αρνηθεί για πολύ καιρό, κατόπιν τέτοιων διαλύσεων, να διεξάγει νέες εκλογές, κατά συνέπεια η νομοθετική εξουσία, ακατάλυτη καθ’εαυτή, περιήλθε σε ολόκληρο τον λαό ώστε να ασκείται από αυτόν· η Πολιτεία παρέμενε εν το μεταξύ εκτεθειμένη σε όλους τους κινδύνους επιδρομής από έξω, και αναταραχής από μέσα.

Έχει πασχίσει να εμποδίσει την αύξηση του πληθυσμού των πολιτειών· για το σκοπό αυτό έφερε προσκόμματα στην εφαρμογή των νόμων για την πολιτογράφηση των ξένων· αρνήθηκε να εγκρίνει άλλους για να ενθαρρύνει τη μετανάστευση και επέβαλλε επιπλέον προϋποθέσεις για την παραχώρηση εκτάσεων γης.

Έχει παρεμποδίσει την απονομή δικαιοσύνης αρνούμενος την κύρωση νόμων για τη σύσταση δικαστικών αρχών.

Έχει καταστήσει τους Δικαστές εξαρτώμενους μόνο από τη Βούλησή του για τη θητεία τους, και του ποσού και της καταβολής του μισθού τους.

Έχει θεσμοθετήσει πολυάριθμες νέες θέσεις και έστειλε εδώ ορδές υπαλλήλων που καταπιέζουν το λαό μας και απομυζούν τα υπάρχοντά του.

Έχει διατηρήσει ανάμεσά μας, σε καιρούς ειρήνης, Μόνιμο Στρατό χωρίς τη συγκατάθεση των νομοθετών μας.

Επιχείρησε να καταστήσει τη στρατιωτική εξουσία ανεξάρτητη και ανώτερη της πολιτικής εξουσίας.

Έχει συνεργήσει με άλλους με σκοπό να μας υποβάλουν σε μια δικαιοδοσία ξένη προς το σύνταγμά μας, και μη αποδεκτή από τους νόμους μας· κυρώνοντας τις υποτιθέμενες νομοθετικές τους πράξεις:

Για να σταθμεύει μεγάλα σώματα ενόπλων στρατιωτών ανάμεσά μας·

Για να τα προστατεύει, με εικονικές Δίκες, από την τιμωρία για τους φόνους που διαπράττουν κατά των κατοίκων αυτών των Πολιτειών·

Για να αποκόβει όλες μας τις Συναλλαγές με τον υπόλοιπο κόσμο·

Για να μας επιβάλλει Φόρους δίχως τη συγκατάθεσή μας·

Για να μας στερεί, σε πολλές περιπτώσεις, το ευεργέτημα της Δίκης από Ενόρκους·

Για να μας στέλνει πέρα από τους Ωκεανούς για να δικαστούμε για ανυπόστατα αδικήματα·

Για να καταργεί το ελεύθερο Σύστημα των Αγγλικών Νόμων σε μια όμορη Επαρχία, ιδρύει σε αυτήν μια Αυθαίρετη κυβέρνηση, και επεκτείνει τα Όριά της ώστε να την καταστήσει αμέσως ένα υπόδειγμα και ένα κατάλληλο εργαλείο για να εισαγάγει την ίδια απόλυτη εξουσία σε αυτές τις Αποικίες·

Για να καταλύει τους Καταστατικούς Χάρτες μας, να καταργεί τους πιο πολύτιμους νόμους μας και να μεταβάλει ριζικά τον τρόπο διακυβέρνησής μας.

Για να αναστείλουν τη λειτουργία των νομοθετικών σωμάτων μας, οικειοποιήθηκαν, ο Βασιλιάς και οι συνεργοί του, την εξουσία να νομοθετούν για μας σε οποιαδήποτε περίπτωση.

Παραιτήθηκε του δικαιώματός του να κυβερνά εδώ, εφόσον αποκήρυξε την Προστασία του και διεξάγει πόλεμο εναντίον μας.

Λεηλάτησε τις θάλασσές μας, ρήμαξε τις ακτές μας, κατέκαψε τις πόλεις μας και κατέστρεψε τις ζωές του λαού μας.

Μεταφέρει ήδη ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις ξένων μισθοφόρων για να ολοκληρώσουν το έργο θανάτου, ερήμωσης και τυραννίας που ξεκίνησε ήδη με Σκληρότητα και Προδοσία, παραδείγματα των οποίων δύσκολα θα μπορούσε να συναντήσει κανείς και στις πιο βάρβαρες εποχές, και είναι εντελώς ανάξιες ηγέτη πολιτισμένου έθνους.

Υποχρέωσε τους συμπολίτες μας που αιχμαλώτισε στην ανοιχτή θάλασσα να πάρουν τα όπλα εναντίον της χώρας τους και είτε να μεταβληθούν σε εκτελεστές των φίλων και αδελφών τους, είτε να δολοφονηθούν απ’αυτούς.

Προκάλεσε ντόπιες εξεγέρσεις ανάμεσά μας και προσπάθησε να κατευθύνει εναντίον των κατοίκων της παραμεθορίου μας, τους ανηλεείς Αγρίους των οποίων η γνωστή πολεμική μέθοδος είναι ο αδιάκριτος αφανισμός ανθρώπων όλων των ηλικιών, φύλου και κοινωνικής τάξης.

Σε κάθε στάδιο αυτής της καταδυνάστευσης έχουμε αιτηθεί θεραπείας με την μεγαλύτερη σεμνότητα: μα οι επανειλημμένες μας εκκλήσεις έχουν απαντηθεί μόνο με επανειλημμένες αδικίες. 

Ένας Ηγεμόνας του οποίου ο χαρακτήρας έχει όλα τα γνωρίσματα που αρμόζουν σε έναν Τύραννο, είναι ακατάλληλος για ηγέτης ελεύθερων ανθρώπων.

Ούτε παραμελήσαμε τις υποχρεώσεις προς τους αδελφούς μας. Τους προειδοποιήσαμε κατά καιρούς για τις απόπειρες των νομοθετικών σωμάτων τους να επεκτείνουν την αυθαίρετη δικαιοδοσία τους στις υποθέσεις μας. Τους υπενθυμίσαμε τις περιστάσεις της μετανάστευσης και εγκατάστασής μας εδώ.

Απευθύναμε έκκληση στο έμφυτο αίσθημα δικαιοσύνης και μεγαλοθυμίας τους και επικαλεστήκαμε τους δεσμούς της κοινής καταγωγής μας για να αποκηρύξουν αυτές τις πράξεις σφετερισμού, οι οποίες αναπότρεπτα θα διαρρήγνυαν τους δεσμούς και την αλληλογραφία μας. Και αυτοί κώφευσαν στη φωνή της δικαιοσύνης και της συγγένειας. Οφείλουμε, κατά συνέπεια να ενδώσουμε στην ανάγκη που επιβάλει το χωρισμό μας και να τους θεωρούμε, όπως και το υπόλοιπο της ανθρωπότητας, εχθρούς στον πόλεμο και φίλους στην ειρήνη.


Συνεπώς, εμείς, οι αντιπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφού συγκαλέσαμε Γενική Συνέλευση,  διακηρύσσουμε και δηλώνουμε επισήμως, στο όνομα και με εξουσία του αγαθού λαού των αποικιών αυτών, ότι αυτές οι Ηνωμένες Αποικίες, αποτελούν και δικαιωματικά οφείλουν να αποτελέσουν ελεύθερες και ανεξάρτητες πολιτείες, ότι απαλλάσσονται από κάθε πίστη και υποταγή προς το Στέμμα, και ότι κάθε πολιτικός δεσμός μεταξύ αυτών και του Βρετανικού Κράτους λύεται και πλέον δεν υφίσταται· και ότι ως ελεύθερες και ανεξάρτητες πολιτείες έχουν πλήρη ισχύ να κηρύξουν πόλεμο, να συνομολογήσουν ειρήνη, να συνάψουν συμμαχίες, να καθιερώσουν εμπόριο και να προβούν σε κάθε είδους συμφωνίες και ενέργειες που χαρακτηρίζουν τα ανεξάρτητα κράτη. Και προς στήριξη αυτής της διακήρυξης, αμοιβαία δεσμεύουμε μεταξύ μας τις Ζωές μας, τις Περιουσίες μας και την ιερή Τιμή μας.

Σαν να το είπε χθές…

 «νήκω σ µία χώρα µικρή.

 να πέτρινο κρωτήρι στ Μεσόγειο, πο δν χει λλο γαθ παρ τν γώνα το λαο, τ θάλασσα, κα τ φς τολιου.

  Εναι µικρς τόπος µας, λλ παράδοσή του εναι τεράστια κα τ πράγµα πο τ χαρακτηρίζει εναι τι µς παραδόθηκε χωρς διακοπή.

  λληνικ γλσσα δν παψε ποτ της ν µιλιέται. Δέχτηκε τς λλοιώσεις πο δέχεται καθετ ζωντανό, λλ δν παρουσιάζει κανένα χάσµα.

  λλο χαρακτηριστικ ατς τς παράδοσης εναι γάπη της γι τν νθρωπιά, κανόνας της εναι δικαιοσύνη.

  Στν ρχαία τραγωδία, τν ργανωµένη µ τόση κρίβεια, νθρωπος πο ξεπερν τ µέτρο, πρέπει ν τιµωρηθεπ τς ρινύες.

  σο γι µένα συγκινοµαι παρατηρώντας πς συνείδηση τς δικαιοσύνης εχε τόσο πολ διαποτίσει τν λληνικ ψυχή, στε ν γίνει κανόνας το φυσικο κόσµου.

  Κανας π τος διδασκάλους µου, τν ρχν το περασµένου αώνα, γράφει: «… θ χαθοµε γιατί δικήσαµε …». Ατς νθρωπος ταν γράµµατος. Εχε µάθει ν γράφει στ τριάντα πέντε χρόνια τς λικίας του.  λλ στν λλάδα τν µερν µας, προφορικ παράδοση πηγαίνει µακρι στ περασµένα σο κα γραπτή. Τ  ἴδιο κα ποίηση. Εναι γι µένα σηµαντικ τ γεγονς τι Σουηδία θέλησε ν τιµήσει κα τούτη τν ποίηση καλη τν ποίηση γενικά, κόµη κατανναβρύζει νάµεσα σ’να λα περιορισµένο. Γιατί πιστεύω πς τοτος σύγχρονος κόσµος που ζοµε, τυρρανισµένος π τ φόβο κα τν νησυχία, τ χρειάζεται τν ποίηση. ποίηση χει τς ρίζες της στν νθρώπινη νάσα – κα τί θ γινόµασταν ν πνοή µας λιγόστευε; Εναι µία πράξη µπιστοσύνης – κι νας Θες τ ξέρει ν τ δεινά µας δν τ χρωστµε στ στέρηση µπιστοσύνης.

  Παρατήρησαν, τν περασµένο χρόνο γύρω π τοτο τ τραπέζι, τν πολ µεγάλη διαφορνάµεσα στς νακαλύψεις τς σύγχρονης πιστήµης κα στλογοτεχνία. παρατήρησαν πς νάµεσα σ’ να ρχαο λληνικ δράµα κανα σηµερινό, διαφορ εναι λίγη. Ναί, συµπεριφορ τονθρώπου δ µοιάζει νχει λλάξει βασικά. Κα πρέπει ν προσθέσω πς νιώθει πάντα τν νάγκη ν’ κούσει τούτη τν νθρώπινη φων πονοµάζουµε ποίηση. Ατ φων πο κινδυνεύει ν σβήσει κάθε στιγµπ στέρηση γάπης καλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει πο ν ’βρει καταφύγιο, παρνηµένη, χει τνστικτο ν πάει ν ριζώσει στος πιπροσδόκητους τόπους. Γι’ ατ δν πάρχουν µεγάλα κα µικρ µέρη το κόσµου. Τ βασίλειό της εναι στς καρδις λων τν νθρώπων τς γς. χει τ χάρη ν’ ποφεύγει πάντα τ συνήθεια, ατ τ βιοµηχανία.

  Χρωστ τν εγνωµοσύνη µου στ Σουηδικκαδηµία πονιωσε ατ τ πράγµατα, πονιωσε πς ο γλσσες, ο λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δν πρέπει ν καταντον φράχτες που πνίγεται παλµς τς νθρώπινης καρδις, πογινε νας ρειος Πάγος κανός ν κρίνει µλήθεια πίσηµη τν δικη µοίρα τς ζως, γι ν θυµηθ τν Σέλλεϋ, τν µπνευστή, καθώς µς λένε, τολφρέδου Νοµπέλ, ατο τονθρώπου πο µπόρεσε νξαγοράσει τνναπόφευκτη βία µ τ µεγαλοσύνη τς καρδις του.

  Σ’ ατ τν κόσµο, πολοένα στενεύει, καθένας µας χρειάζεται λους τούς λλους. Πρέπει ν’ ναζητήσουµε τν νθρωπο, που κα ν βρίσκεται.

  ταν στ δρόµο τς Θήβας, Οδίπους συνάντησε τ Σφίγγα, κι ατ το  ἔθεσε τ ανιγµά της, πόκρισή του ταν: νθρωπος. Τούτη πλ λέξη χάλασε τ τέρας. χουµε πολλ τέρατα ν καταστρέψουµε.  ς συλλογιστοµε τν πόκριση το Οδίποδα.»

 Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας,

 11 Δεκεμβρίου 1963