Είχα διαβάσει και είχα ακούσει πολλά για το σπήλαιο του Νυμφόληπτου που βρίσκεται στον Υμηττό πάνω από τη Βάρη. Πήρε το όνομά του από τον Θηραίο γλύπτη Αρχέδημο, που γύρω στα 450 π.Χ. διαμόρφωσε ετούτο το σπήλαιο σε λατρευτικό τόπο αφιερωμένο στις Νύμφες, τον Πάνα και την Μεγάλη Θεά Ρέα ή Γαία.
Το Άντρο αυτό των Νυμφών (στο οποίο σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές οδηγήθηκε και ο Πλάτωνας από τους γονείς του για να μυηθεί στα μυστήριά τους) ανασκάφηκε μόνο μια φορά (επίσημα…) από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, γύρω στο 1900.

Βρέθηκαν διάφορες αναθηματικές λίθινες επιγραφές που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, αρχαία νομίσματα και πάνω από 1000 πήλινα λυχνάρια. Ευρήματα που μαρτυρούν μια συνεχή λειτουργία του χώρου αυτού τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της Ρωμαϊκής εποχής.
Βέβαια, σε ένα τέτοιο χώρο εγκαταλελειμμένο σήμερα στο έλεος των περαστικών, κανείς δεν γνωρίζει τι πραγματικά υπήρχε και τι λεηλατήθηκε.
Η περιγραφή του σπηλαίου από τον Αλέξανδρο Αρκά, έναν παλιό φίλο που γνώριζε καλά τον τόπο, και η πρόκληση για μια επίσκεψη εκεί, μου κίνησε το ενδιαφέρον.
Έτσι ένα πρωινό, μαζευτήκαμε μια μικρή ομάδα και ξεκινήσαμε για τον Υμηττό. Μέχρις ενός σημείου με αυτοκίνητο και στη συνέχεια με τα πόδια συνεχίσαμε την ανάβασή μας. Κάποια στιγμή ο οδηγός μάς έδειξε στο βάθος μια μεταλλική περίφραξη. Χωρίς αυτόν πολύ δύσκολα θα την είχαμε βρει. Προστατεύει την είσοδο της σπηλιάς που στην πραγματικότητα είναι στο επίπεδο του εδάφους σαν άνοιγμα πηγαδιού, ένα μεγάλο άνοιγμα στο σκοτεινό κενό.

Τα σκαλιά που είχε σκαλίσει ο Αρχέδημος είναι μικρά, φαγωμένα από το χρόνο και γλιστερά από την υγρασία. Ο οδηγός μας προχώρησε πρώτος και μας ενθάρρυνε να τον ακολουθήσουμε. Η σκάλα καταλήγει σε ένα μικρό πλάτωμα εξίσου σκοτεινό, όμως στο βάθος της σπηλιάς διακρίνεται ήδη κάποια υποψία φωτός.
Βαδίσαμε προς τα εκεί με προσοχή γιατί η διαδρομή παρέμενε απότομη μέσα στο ημίφως. Και ξαφνικά, κατεβαίνοντας τρία σκαλιά, βρεθήκαμε στην κυρίως αίθουσα του σπηλαίου.
Στο κέντρο της, το άγαλμα του Νυμφόληπτου. Δίπλα του ένα κάθισμα ή τελετουργική βάση.


Υπάρχουν ίχνη που βεβαιώνουν ότι κάτι πρέπει να προσαρμοζόταν πάνω στο σκαλισμένο βράχο, που βέβαια έχει χαθεί. Δεξιά ένα χάσμα λούζεται στο φως. Ανηφορίζοντας προς το φως μας υποδέχθηκε το άγαλμα της Μεγάλης Θεάς Ρέας, δίπλα στο βωμό.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ
Το σπήλαιο αυτό, όπως είπαμε, ήταν ένα άντρο των Νυμφών, ένα Νυμφαίο. Σε αυτές είχε αφιερωθεί ο Αρχέδημος, που ονόμασε τον εαυτό του Νυμφόληπτο και μερικές ιδέες για τη λατρεία τους δοκιμάσαμε να μαζέψουμε από έναν μεταγενέστερό του, τον νεοπλατωνικό Πορφύριο (233-304 μ.Χ.).
Στο Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Άντρου, αναφέρει: «[…] αλλά Καρκίνος μεν βόρειος και καταβατικός, Αιγόκερως δε νότιος και αναβατικός. Έστι δε τα μεν βόρεια ψυχών εις γένεσιν κατιουσών και ορθή του άντρου αι προς βορράν πύλαι καταβαταί ανθρώποις, τα δε νότια ου θεών. Αλλά των εις θεούς ανιουσών, δια την αυτήν αιτίαν ου θεών έφη οδός αλλ’ αθανάτων […]».
Ο Πορφύριος μιλάει εδώ για τις ηλιοστατικές πύλες, και λέει ότι από τον Βορρά, τον Καρκίνο, επιστρέφουν στη γη οι ψυχές. Η πύλη του Νότου, του Αιγόκερω –που ήταν μορφή του Πανός– ανοίγει όταν το φως κορυφώνεται για να υποδεχτεί τους «μυημένους και Βάκχους» αφού «ου θεών έφη οδός αλλ’ αθανάτων».
Την ίδια διαδρομή ακολουθήσαμε κι εμείς. Είχαμε έρθει στο σπήλαιο από αριστερά, από τη Βόρεια πλευρά του Καρκίνου. Βαδίσαμε αρχικά στο σκοτάδι, σε ένα δρόμο όλο εμπόδια. Φτάνοντας στην κύρια αίθουσα, τα βήματά μας φωτίστηκαν. Στο κέντρο δεσπόζει η φιγούρα του Νυμφόληπτου.
Έρχεται προς το μέρος μας, προς το σκοτάδι κρατώντας σφύρα, την ισχύ και γνώμονα, το μέτρο. Τα βασικά εργαλεία της δημιουργίας. Βαδίζει προς το μέρος μας, όμως το κεφάλι του κοιτά πίσω προς το φως, προς τη Θεά που παρατηρεί τα δρώμενα.


Μπροστά μας υπάρχει η αρχαία πηγή για να ξεδιψάσει και να εξαγνίσει τους ταξιδιώτες. Χρειάζονται 4 καθαρμοί. Για το χώμα που μας γέννησε υπάρχει μια μικρή σπηλιά-κρύπτη στη σκοτεινή πλευρά που χωρά ένα άτομο. Υποχρεωτικά μπαίνει κανείς γονατιστός για να βγει όρθιος από τη δεύτερη έξοδο. Δεύτερος καθαρμός το νερό, η αρχαία πηγή. Τρίτος η φωτιά και τέταρτος ο αέρας.
Πρέπει να κοιτάξουμε πιο δεξιά, στην πύλη του Αιγόκερω. Ο δρόμος είναι πάλι ανηφορικός αλλά απόλυτα άνετος.
Ο αέρας σε χαϊδεύει καθώς ανεβαίνεις και ο βωμός δίπλα στο άγαλμα της Θεάς περιμένει την ιερή φλόγα…

ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Το κεφάλι της Θεάς έχει κοπεί σε μια άγνωστη εποχή, η πηγή έχει στερέψει και κάποια καρβουνάκια, φυτίλια και ένας αναπτήρας πάνω στον καθαρισμένο βωμό φανερώνουν ότι υπάρχουν κάποιοι τακτικοί επισκέπτες που τουλάχιστον σέβονται το χώρο.
Ο χώρος εξωτερικά είναι περιφραγμένος με σιδεριά και μια αστεία «πόρτα» από κοτετσόσυρμα που υποτίθεται ότι προστατεύει το χώρο, ενώ στην πραγματικότητα δεν εμποδίζει κανέναν.
Μια πινακίδα του Υπουργείου Πολιτισμού προειδοποιεί για τους (υπαρκτούς) κινδύνους από το απότομο έδαφος και έτσι το επίσημο κράτος καθαρίζει με τις υποχρεώσεις του.
Αν αυτό το σπήλαιο ήταν σε κάποια «ευρωπαϊκή» χώρα ή τις ΗΠΑ θα είχαν γίνει επίσημα ανασκαφές και αποκαταστάσεις, θα ήταν πλήρως προσβάσιμο και θα το επεδείκνυαν με υπερηφάνεια για το παρελθόν τους που τιμούν με τα έργα και την επιμέλεια της παρούσας εποχής. Εδώ, ως γνωστό, τα περισσότερα «επαφίενται στον πατριωτισμό των Ελλήνων».
Στις ιστοσελίδες που παραθέτω πιο κάτω δίνονται κάποιες οδηγίες για την ακριβή τοποθεσία του σπηλαίου. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι απόλυτα ακριβείς και νομίζω ότι είναι σωστά να μείνουν έτσι.
Η είσοδος είναι πραγματικά δύσκολη και υπάρχει κίνδυνος για σοβαρό ατύχημα σε όποιον πλησιάσει αψήφιστα. Αν κάποιος αληθινά επιθυμεί να γνωρίσει το Άντρο των Νυμφών, σίγουρα θα βρει έναν οδηγό…

…Βγαίνοντας έξω διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο του John Cam Hobhouse, που περιγράφει την επίσκεψή του στο σπήλαιο μαζί με τον Λόρδο Βύρωνα την 19η Ιανουαρίου 1810.
Περιγράφει ένα τοπίο άγνωστο στους κατοίκους της Αθήνας του 21ου αιώνα. Ανέβηκαν με άλογα τον Υμηττό και διέσχισαν το δάσος (!!!) του λόφου που κρύβει το σπήλαιο του Νυμφόληπτου. Μέσα στη σπηλιά εντυπωσιάστηκαν οι περιηγητές από την αρχαία πηγή που τότε ανέβλυζε ακόμη.
Σήμερα, δάσος δεν υπάρχει. Λένε ότι την πρώτη καταστροφή την έκαναν οι Γερμανοί κατακτητές το ’40. Η ολοκλήρωσή της όμως είναι έργο Ελλήνων οικοπεδοφάγων και καταπατητών που με φωτιά και την αδιαφορία όλων μας μετέτρεψαν το άλλοτε μαγικό βουνό σε κρανίου τόπο.
Έτσι μπαζώθηκαν οι χείμαρροι, χάθηκαν τα νερά και ξεράθηκε μετά από 2500 χρόνια η μικρή πηγή. Οι νύμφες χωρίς δάσος και χωρίς νερά δεν μπορούσαν πια να υπάρξουν και χάθηκαν μακριά μας. Χωρίς δάση, χωρίς νερό, πόσο μακριά είναι άραγε και ο δικός μας χαμός;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
http://clubs.pathfinder.gr/UnknownGreece/38343
http://explorers.gr/show.php?action=m&id=63
Ιωάννης Γιαννόπουλος, Μυστική Αθήνα και Αττική, Έσοπτρον
J. P. Craftson, Bleeding Angels: H Απόκρυφη Παράδοση της Δύσης, Αρχέτυπο

Advertisements