Συνέντευξη στο περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ και στον Στέφανο Ελμάζη.

 Ο Στέφανος Ροζάνης είναι από τους ανθρώπους που χαίρεσαι να συζητάς μαζί τους. Και ο λόγος δεν είναι μόνο η βαθιά του γνώση για τον άνθρωπο και τον κόσμο, ούτε η απλότητα και το χαμόγελό του, αλλά ένα χάρισμα που αν και τόσο ανθρώπινο, σπάνια το συναντάμε πια στις συναναστροφές μας: ξέρει να ακούει τον συνομιλητή του. Ένας από τους πιο γνωστούς και σημαντικούς Έλληνες στοχαστές του καιρού μας, ο καθηγητής Στέφανος Ροζάνης σπούδασε Μαθηματικά και Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετά Φιλοσοφία στο Καθολικό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας. Δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Σορβόννης, και επί δέκα χρόνια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Μέχρι σήμερα συνεχίζει ακούραστα να διδάσκει φιλοσοφία, να δίνει διαλέξεις, να γράφει βιβλία, ενώ εξίσου πλούσιο είναι και το μεταφραστικό του έργο. Συναντηθήκαμε ένα ηλιόλουστο πρωινό, τέλη Μαΐου, και με αφορμή την κρίση που περνάμε, είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα και αναπάντεχη όπως εξελίχθηκε, συνομιλία, που οδήγησε μέχρι την Καμπαλά και τον έρωτα!   Στέφανος Ελμάζης

  ΡΟΖΑΝ

Στέφανος Ελμάζης: Έχετε πει σε κάποια άλλη σας συνέντευξη, ότι «η κρίση είναι σύμπτωμα». Μπορείτε να το εξηγήσετε αυτό;

Στέφανος Ροζάνης: Εννοώ ότι η κρίση εμφανίζεται ως αιτία, ενώ δεν είναι η αιτία. Η κρίση είναι σαν τον πυρετό, ένα σύμπτωμα πίσω από το οποίο υπάρχει μια αιτία. Αντί λοιπόν να σκύψουμε να δούμε την αιτία που παράγει το σύμπτωμα, εμείς προσπαθούμε να θεραπεύσουμε το σύμπτωμα και τίποτε άλλο.

Το να ρίξεις όμως σε έναν ασθενή τον πυρετό γίνεται εύκολα, αλλά δεν ακυρώνεις την αιτία, η οποία παραμένει και λειτουργεί μέχρι την επόμενη εκδήλωσή της. Η κρίση σήμερα οφείλεται στην παγκόσμια οικονομία, αλλά κι αυτό ακόμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα σύμπτωμα.

Ποια είναι η αιτία κατά τη γνώμη μου: η κατάρρευση των αξιακών κλιμάκων του σύγχρονου ανθρώπου. Άρχισε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ύστερα από το σοκ που υπέστη η ανθρωπότητα, με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με την εξαφάνιση και τη γενοκτονία πληθυσμών ολόκληρων (Εβραίοι, Τσιγγάνοι, ομοφυλόφιλοι κ.ά.) και στη συνέχεια προσπάθησαν να δημιουργήσουν μία πλαστή ευημερία, πίσω απ’ την οποία κρυβόταν η κατάρρευση των αξιών του ανθρώπου. Έπρεπε το σύγχρονο υποκείμενο να πάψει πια να στηρίζει την ύπαρξή του πάνω σε αξίες. Έπρεπε αυτές οι αξίες να διαλυθούν, προκειμένου το σύγχρονο υποκείμενο να μπορεί να χειραγωγηθεί όπως ήθελε η παγκοσμιοποιημένη τάξη πραγμάτων.

 

Σ.Ε.: Αυτό έγινε στη βάση κάποιου σχεδίου;

Σ.Ρ.: Όταν λέμε σχέδιο, ας μη νομίζουμε ότι υπάρχουν θεωρίες συνωμοσίας. Εμείς πιστεύουμε ότι αυτό είναι μία δυναμική τάση των ίδιων των συστημάτων. Όταν ένα σύστημα βρίσκεται σε αδιέξοδο προσπαθεί να σωθεί από το αδιέξοδο αυτό, άρα να αλλάξει προσανατολισμό. Ο κλασσικός καπιταλισμός ήταν ασκητικός, δηλαδή ο καπιταλιστής συσσώρευε για να είναι εκλεκτός, αλλά δεν ξόδευε. Ήταν μια κατάσταση εντελώς θεολογική, προτεσταντική αν θέλεις.

Αρκετά πριν τον πόλεμο, άρχισε αυτό το πράγμα να ασφυκτιά, να φτάνει σε αδιέξοδο, γιατί πόσο να διαρκέσει η συσσώρευση; Άρχισαν να ψάχνουν λοιπόν εναλλακτικούς τρόπους και ο μόνος εναλλακτικός τρόπος, ήταν η κατανάλωση. Τότε περάσαμε από τον κλασσικό καπιταλισμό στον καταναλωτικό καπιταλισμό.

Άρχισε λοιπόν ο καταναλωτικός καπιταλισμός να δημιουργεί μια πλαστή ευημερία. Ο άνθρωπος από homo sapiens έγινε homo hreosticus, κι άρχισε πια να ζει ως χρεωμένος, αλλά και αυτό μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκεί στη δεκαετία του ’80, άρχισε να παρουσιάζει αδιέξοδα. Κάτι έπρεπε να γίνει. Έτσι ανέλαβε ένα άλλο είδος καπιταλισμού, τον οποίον ονομάζουμε χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Το παν είναι οι τράπεζες.

Από κει και πέρα άρχισε μια κατρακύλα και τώρα το σύστημα τι κάνει; Τρέχει με μια πάλι προτεσταντική ηθική να σώσει τις τράπεζες. Αλλά σώζοντας τις τράπεζες εξαθλιώνει τους λαούς. Δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό αν οι λαοί ως εθνότητες και οι άνθρωποι ως άτομα διατηρούσαν τις αξιακές τους κλίμακες. Είναι ένα σπειροειδές συνεχούς πτώσης.

 

Σ.Ε.: Ποιο βλέπετε να είναι το επόμενο βήμα;

Σ.Ρ.: Αν και προφήτης δεν μπορεί να είναι κανένας… όταν ρωτήσανε τον Μορέν, το σπουδαίο Γάλλο φιλόσοφο, πώς βλέπει τα πράγματα, αν η ανθρωπότητα οδηγείται προς την αυτοκαταστροφή της ή υπάρχει άλλος δρόμος, είπε ότι εγώ δεν είμαι προφήτης, όμως ξέρω από τη φιλοσοφία και την επιστήμη ότι ο άνθρωπος πάντα έχει 50% πιθανότητες να διασωθεί και 50% πιθανότητες να καταστραφεί. Το πού θα γείρει η πλάστιγγα, δεν μπορεί να προβλεφθεί. Όμως ένα μπορεί να προβλεφθεί: αν οι άνθρωποι μπορέσουν να ξεφύγουν από τις μαζικές κοινωνίες οι οποίες επιβάλλουν τις μαζοκαταναλώσεις, τα μαζοπροϊόντα ακόμα και τη μαζοδιασκέδαση και ξαναγυρίσουν στον εαυτό τους και δουν τι σημαίνει να είναι κανείς ανθρώπινο υποκείμενο, τότε σιγά-σιγά μπορεί πιθανώς να συμβεί μια επιστροφή, η οποία όμως θα είναι συγχρόνως προώθηση προς το μέλλον.

 

Σ.Ε.: Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να γίνει μαζικά όταν τα πάντα είναι σχεδόν διαβρωμένα από το χρήμα;

Σ.Ρ.: Ναι, νομίζω ότι είναι δυνατό να γίνει, αν επιστρέψουμε σε αυτό που ονομαζόταν παλιά Κοινότητα Ανθρώπων. Όχι κοινωνία ανθρώπων. Είναι η παλιά διαμάχη μεταξύ του Gemeinschaft και του Gesellschaft. Gemeinschaft στα γερμανικά σημαίνει Κοινότητα. Gesellschaft σημαίνει Κοινωνία. Για να δημιουργηθεί η Gesellschaft, η Κοινωνία, έπρεπε να διαλυθεί η Gemeinschaft, η Κοινότητα. Δεν θα μπορούσε να στηθεί μια Κοινωνία, έχοντας Κοινότητες. Έτσι έπρεπε να τις διαλύσει. Αυτό άλλωστε είναι και η τεράστια διαμάχη που κρατεί μέχρι τώρα, και μάλιστα τώρα περισσότερο παρά ποτέ ανάμεσα στην κουλτούρα και στον πολιτισμό. Ο πολιτισμός είναι υπόθεση της Gesellschaft, της Κοινωνίας, ενώ η κουλτούρα της Gemeinschaft.

 

Σ.Ε.: Η κουλτούρα προωθείται από την Κοινότητα.

Σ.Ρ.: Ακριβώς! Το δρων ιστορικά υποκείμενο, όπως λέμε στη φιλοσοφία, θα πρέπει να γυρίσει στην έννοια της Κοινότητας, αλλά όχι με την παλιά έννοια, γιατί η παλιά έννοια παράγει τζιχαντισμούς, ακρότητες. Πρέπει να ξαναγυρίσει στις Κοινότητες όπως τις περιέγραφαν οι μεγάλοι μας φιλόσοφοι αυτού του αιώνα. Ο Martin Buber, ο Franz Rosenzweig. Ως εκλεκτική συγγένεια η Κοινότητα δεν πρέπει να είναι κοινότητα εξ αίματος, γιατί αυτό οδηγεί σε φασισμό. Όταν όμως η Κοινότητα είναι ας πούμε εκλεκτική, συγγένεια μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων, τότε αρχίζει σιγά-σιγά αυτή η Κοινότητα και στηρίζεται σε αξιακές κλίμακες.

 

Σ.Ε.: Προφανώς αναφέρεστε στο σχηματισμό μικρών ομάδων οι οποίες θα είναι φορείς των κλασσικών, παραδοσιακών αξιών.

Σ.Ρ.: Τις οποίες όμως παραδοσιακές αξίες δεν θα τις βλέπει με την ανελαστικότητα της παράδοσης! Όπως λέει ο Anthony Giddens στο Πέραν της Δεξιάς και της Αριστεράς, δεν μπορούμε να υπερασπιζόμαστε την παράδοση με παραδοσιακούς τρόπους.

Αυτό είναι το πολύ σημαντικό για μένα, να υπάρχουν αυτές οι μικρές ομάδες που θα επηρεάζουν με τη δράση τους μεγάλες ομάδες σαν αντισώματα της κοινωνίας. Αλλιώς δεν υπάρχει –κατά τη γνώμη μου– καμία ελπίδα.

 

Σ.Ε.: Όμως κι αυτές οι ομάδες βασίζονται σε ανθρώπους, οπότε όλα εξαρτώνται από τον μεμονωμένο άνθρωπο. Κι εδώ υπάρχει το μεγάλο ερώτημα: γιατί ο άνθρωπος έχει φτάσει να είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα για τον εαυτό του παρά την τόση γνώση;

Σ.Ρ.: Για τον λόγο, πιστεύω, τον οποίον έχει αποκαλύψει ο Νίτσε: ότι ο άνθρωπος καταστατικά, συστατικά, ρέπει προς τη λησμονιά. Είναι επιλήσμων του εαυτού του. Άρα αυτή η ροπή, ή όπως αλλιώς την έλεγε ο Νίτσε, «η δύναμη του βάρους», επιβάλλεται. Άλλωστε ήταν ο Χάιντεγγερ εκείνος που αποκάλυψε ότι α-λήθεια δεν σημαίνει ότι έχω μια α-λήθεια στον εξωτερικό κόσμο: είναι άλφα στερητικό και λήθη, και σημαίνει δεν αφήνω τον εαυτό μου να πέσει μέσα στη λήθη.

Άρα όλη η αντίσταση, σε εισαγωγικά ή χωρίς εισαγωγικά, θα πρέπει να βρίσκεται στη δημιουργία αυτών των κοινοτήτων, έτσι ώστε να συγκρατήσουν το ανθρώπινο άτομο, από την καταστατική του ροπή προς τη λησμονιά. Αυτό γίνεται κατ’ εξοχήν μέσω της Παιδείας και κατά δεύτερον μέσω μιας ξεχασμένης διαδικασίας που λέγεται Μύηση.

Αυτοί οι δύο πόλοι, απ’ τη μία μεριά η Παιδεία κι απ’ την άλλη η Μύηση, είναι συμπληρωματικοί. Παιδεία στην πραγματικότητα σημαίνει Μύηση. Μύηση στην πραγματικότητα σημαίνει Παιδεία. Έτσι λοιπόν στην εποχή μας η μεν Μύηση έχει μείνει ως το σκοταδιστικό υπόλειμμα περασμένων αιώνων, η δε Παιδεία έχει στραφεί θετικιστικά πια προς την παραγωγή εργαλείων.

 

Σ.Ε.: Αναφέρεστε στη Μύηση φαντάζομαι όχι με όρους μυστικών εσωτερικών σχολών.

Σ.Ρ.: Όχι, όχι. Μιλώ για τη Μύηση ως μια συνάντηση ανθρώπων πρόσωπο με πρόσωπο. Μύηση για μένα είναι ένα τραπέζι στο οποίο κάθονται δεκαπέντε άνθρωποι ή δέκα άνθρωποι και συν-ομιλούν. Συν-ομιλώ δεν σημαίνει μιλώ, αλλά ανταλλάσσω ψυχικά δυναμικά. Το θέμα δεν είναι η γνώση. Τη γνώση μπορώ να την αποκτήσω μέσα από τα βιβλία, τα ηλεκτρονικά μέσα κοκ. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι να μάθουμε, να ξαναμάθουμε, τα μάτια μας να βλέπουνε και τα αυτιά μας να ακούνε. Αυτό το μαθαίνει κανείς με τη συνομιλία.

 

Σ.Ε.: Είναι κάτι που κάποιος πρέπει να διδάξει σε κάποιον; Είναι θέμα άσκησης;

Σ.Ρ.: Όχι. Ο διδάσκων είναι ταυτοχρόνως διδασκόμενος. Κι ο διδασκόμενος είναι ταυτοχρόνως διδάσκων. Αυτό είναι συνομιλία.

 

Σ.Ε.: Κάτι τέτοιο όμως δεν προαπαιτεί μια ουσιαστική γνώση;

Σ.Ρ.: Θα πρέπει άρα να γυρίσουμε και να αναρωτηθούμε, τι είναι γνώση; «Τι εστί το νοείν;» που έλεγε ο Παρμενίδης. Και τότε θα ξαναγυρίσουμε στο Χάιντεγγερ. Ο Χάιντεγγερ λέει ότι εδώ υπάρχει ένα λάθος. Προσπαθήσαμε το νοείν να το κάνουμε γνωσιοθεωρία. Αλλά το πρόβλημα είναι οντολογικό.

Θα πρέπει την ερώτηση να τη διαμορφώσουμε ως εξής: ποιο είναι εκείνο το πλάσμα πάνω στον επίγειο κόσμο που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να γνωρίζει; Έτσι η γνωσιοθεωρία γίνεται οντολογία. Και έλεγε από τον 17ο αιώνα ο Μπαρούχ Σπινόζα: «Τι είναι γνώση»; Κι απαντούσε: «Γνώση είναι η ικανότητα του ανθρώπου να γνωρίζει ότι μπορεί να γνωρίσει». Αυτή η αυτοσυνειδησία της γνώσης είναι η συνομιλία. Δεν είναι επιχείρημα η συνομιλία, ενώ η γνώση καθαυτή αν τη δεις, είναι πρώτον συστημική και δεύτερον βασίζεται πάνω στο επιχείρημα. Θα σε πείσω, θα με πείσεις. Έχω επιχείρημα; Έχεις αντεπιχείρημα.

Αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Μα πουθενά απολύτως. Ή οδηγεί σε έναν διάλογο κωφών ή σε μια στείρα αντιπαράθεση συστημάτων… δεν παράγει αξίες. Εμείς έχουμε στην Καμπαλά μια έκφραση γι’ αυτό: «Η γνώση δεν θα είναι η διανοητική γνώση, θα είναι η γνώση των σπλάχνων». Έτσι το λένε.

 

Σ.Ε.: Η Καμπαλά όμως, η μυστική Ιουδαϊκή παράδοση, βασίζεται σε εσωτερικές ασκήσεις.

Σ.Ρ.: Η άσκηση όμως πώς γίνεται στην Καμπαλά; Με ένα απλό τελετουργικό. Υπάρχουν εννιά. Εννιά κι ένας ο Ζαντίκ (σ.σ. δάσκαλος), δέκα. Και σε ένα τραπέζι, ο καθένας αρχίζει να λέει ιστορίες, απ’ τις πιο καθημερινές μέχρι το όνειρο που είδε. Πάντως μια ιστορία που βγαίνει από μέσα του, όχι μια έκθεση ιδεών. Αυτό κάνει μια στροφή γύρω από το τραπέζι. Τελειώνω εγώ την ιστορία μου, ο άλλος μια ιστορία, ο άλλος μια ιστορία, μέχρι που να κλείσει ο κύκλος. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Κάτι μαγικό. Ο καθένας γίνεται άλλος.

Και αυτό είναι η μαγεία της μύησης στην Καμπαλά, ότι ο καθένας γίνεται άλλος, πραγματούται αυτό που εισήγαγε ο Ρεμπώ, το εγώ είναι ένας άλλος. Αυτό μέσα από την Καμπαλά αναδύεται ως η ουσία της καμπαλιστικής κοσμοαντίληψης.

 

Σ.Ε.: Δεν υπάρχει επίκληση ανώτερης δύναμης;

Σ.Ρ.: Όχι, καμία. Άλλωστε η Καμπλά εξαρχής θέτει τον όρο: προσπαθεί να πει ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος επειδή είναι απών. Η παρουσία δεν μπορεί να παράξει παρουσία, μόνον η απουσία παράγει παρουσία. Κι έλεγε ο Jacques Derrida: πότε δύο άνθρωποι είναι φίλοι; Όταν πάνε στα καφέ και πίνουν καφέ μαζί, όταν κάνουν μαζί δουλειές, ή όταν ανταλλάσουν επισκέψεις οικογενειακές ή όταν διασκεδάζουν μαζί; Όχι. Δύο άνθρωποι είναι φίλοι όταν και οι δύο έχουν αυτοσυνειδησία ότι κάποιος εκ των δύο θα φύγει πρώτος. Άρα η φιλία είναι πένθος.

 

Σ.Ε.: Αυτό συμβαίνει και με τον έρωτα;

Σ.Ρ.: Αυτό συμβαίνει και με τον έρωτα. Και κατεξοχήν αυτό είναι έρωτας. Ο Δάντης έλεγε κάτι πολύ σημαντικό στο Vita Nuova: «Ο Έρωτας δεν είναι υπόσταση, ο Έρωτας είναι κάτι μέσα στην υπόσταση».

 

Σ.Ε.: Γι’ αυτό κάπου είπατε ότι ο έρωτας μπορεί να σώσει τον κόσμο, αλλά ο έρωτας βρίσκεται στην ομιλία…

Σ.Ρ.: Στη Συν-Ομιλία!

 

Σ.Ε.: Ας επιστρέψουμε όμως στο προηγούμενο: μαζεύονται δέκα άνθρωποι και προσπαθούνε να συνομιλήσουνε. Δέκα τυχαίοι άνθρωποι. Αυτό γρήγορα, θα καταλήξει στη γνωστή κατάσταση «επιχείρημα-αντεπιχείρημα». Άρα χρειάζεται κάποιος, κάποιοι να έχουν αυτήν την ιδιαίτερη εμπειρία, γνώση, ώστε να βάλλουν το πράγμα σε μια σειρά.

Σ.Ρ.: Σωστό. Όμως αυτοί οι κάποιοι δεν θα είναι οι Ιλλουμινάτοι! Δεν θα ‘ναι οι παντογνώστες. Δεν θα ‘ναι οι καθοδηγητές. Αυτοί οι άνθρωποι, στην Καμπαλά τουλάχιστον, καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα δια της σιωπής τους… και μόνο με το βλέμμα. Εκεί πραγματικά είδαμε, τουλάχιστον εγώ μέσα από την καμπαλιστική εμπειρία που έχω, από τη Βιέννη, από το Παρίσι, τον κύκλο του Κουακνίν στο Παρίσι ο οποίος είναι ένας σπουδαίος καμπαλιστής ψυχίατρος… είδα να γίνονται μαγικά πράγματα. Δηλαδή, ο άνθρωπος ο οποίος έστω ήρθε με έναν αρνητισμό, ή ήρθε να επιβάλλει ιδέες και απόψεις, αυτός ο άνθρωπος να καταρρέει. Ο Ζαντίκ από την άλλη μπορούσε να σταθεί με την παρουσία του, με το βλέμμα του, με τη στάση του σώματός του, ιδιότητες που απέκτησε ασκούμενος εσωτερικά ο ίδιος.

 

Σ.Ε.: Κανείς ασκείται μόνο έτσι ή υπάρχουν και πιο «μυστικές» τελετουργίες;

Σ.Ρ.: Υπάρχουν και ειδικότερες τελετουργίες στην Καμπαλά. Μια από αυτές είναι τα Καβανότ. Πρόκειται για πολύ μικρές φράσεις, οι οποίες επαναλαμβάνονται συνεχώς. Αυτοί οι δέκα οι άνθρωποι που είμαστε, κάνουμε Καβανότ, λέμε μικρές φράσεις επαναλαμβανόμενες και από στόμα σε στόμα και μέσα σε μια πλήρη συνέχεια. Αν κλειστείς μέσα σ’ ένα δωμάτιο, κι αρχίσεις φωναχτά, και επαναλαμβάνεις συνεχώς το όνομά σου, Στέφανος, Στέφανος, Στέφανος, θα ‘ρθει μια στιγμή όπου το «Στέφανος» δεν θα αναγνωρίζεται. Αυτό το λέμε άδειασμα, στην Ορθόδοξη θεολογία το λέμε κένωση. Αν δεν επέρθει κένωση, άδειασμα, τότε το επιχείρημα θα εξακολουθεί να ισχύει. Όταν αρχίσει αυτή η περιστροφή των Καβανότ, αρχίζει πια το επιχείρημα να μην έχει νόημα.

 

Σ.Ε.: Να υποθέσω ότι αυτή η γνώση κάπου διασώζεται…

Σ.Ρ.: Διασώζεται και μάλιστα τώρα πολύ πιο ισχυρά από ότι παλιότερα. Αυτή τη στιγμή οι ομάδες της Βιέννης, του Παρισιού και της Βόρειας Αμερικής είναι πανίσχυρες και έχουν διεισδύσει στα Πανεπιστήμια σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό. Ο ακαδημαϊκός Harold Bloom είναι ένας από τους μεγαλύτερους Καμπαλιστές που έχουν μείνει μετά τον Gerschom Scholem. Όταν πολύ νεαρότερος έκανα το διδακτορικό μου, ήρθε να δώσει τρεις διαλέξεις. Όταν ανέβηκε στην έδρα, είπε το για μας βέβηλο και ιερόσυλο: «Κύριοι, όποιος θέλει να μιλήσει να πάει στη διπλανή αίθουσα. Γιατί εγώ δεν μιλώ. Εγώ σημαίνω». Αυτή η έννοια του σημαίνειν, της σημασίας, είναι αυτή που ενώνει τους ανθρώπους.

 

Σ.Ε.: Μου θυμίζετε τώρα κάτι που είπατε σε άλλη σας συνομιλία, και μου έκανε εντύπωση: «Οι λέξεις δεν έχουνε νοήματα, αλλά σημασία». Ποια η διαφορά;

Σ.Ρ.: Η διαφορά είναι πάρα πολύ απλή. Η σημασία είναι σύμβολο. Το σύμβολο παρότι εκφέρεται λεκτικά, δεν είναι γλώσσα. Γιατί για να συγκροτηθεί γλώσσα χρειάζεται νόημα. Αλλιώς δεν συγκροτείται γλώσσα. Ο Walter Benjamin μιλά για μια παραδεισιακή γλώσσα. Στο δοκίμιό του «Περί της γλώσσης εν γένει και της ανθρώπινης γλώσσης» κάνει έναν φοβερό διαχωρισμό: η ανθρώπινη γλώσσα είναι ένα σύμπτωμα. Εκείνο που είναι η αιτία της γλώσσας, είναι κάτι που ο Benjamin το περιγράφει αρνητικά, μία γλώσσα χωρίς λόγια. Όμως είναι γλώσσα. Δεν ξεφεύγει απ’ το να είναι γλώσσα, απλώς δεν χρειάζεται τα λόγια. Είναι μια άλλη γλώσσα. Αυτή την άλλη γλώσσα προσπαθούμε να την κάνουμε, όχι στοιχείο επικοινωνίας αλλά βάση και ορμητήριο κοινωνίας ανθρώπων. Όχι επικοινωνία. Ο Χάιντεγγερ έλεγε «μισώ την επικοινωνία». Και είχε δίκιο. Το πρόβλημά μας είναι να δημιουργήσουμε κοινωνία μέσα από αυτή τη βουβή γλώσσα, που θα λέγαμε. Έλεγε ο Χόφμανσταλ: Δεν μπορώ πια να γράψω ένα βιβλίο στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα λατινικά, στα ισπανικά. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζω τις λέξεις της.

 

Σ.Ε.: Ακούγεται ουτοπικό.

Σ.Ρ.: Ουτοπικό είναι. Μονάχα που δεν πρέπει να ξεχνάμε τη βασική ουσία της ουτοπίας. Η ουτοπία δεν είναι για να πραγματοποιείται, γιατί τότε δεν θα ήταν ουτοπία. Η ουτοπία είναι το μη δυνατόν να πραγματωθεί, το οποίο όμως μη δυνατόν να πραγματωθεί οδηγεί την πράξη του ανθρώπου.

 

Σ.Ε.: Έτσι είναι. Αλλά ένας άνθρωπος που μας διαβάζει τώρα, πώς θα καταλάβει με απλό τρόπο τη διαφορά νοήματος και σημασίας;

Σ.Ρ.: Με τη μητέρα του. Το έλεγα στα παιδιά μου στο Πανεπιστήμιο. Ελάτε, λέω, να φανταστούμε ότι η μητέρα μου είναι πόρνη και εκτίθεται, κάνει πιάτσα που λένε, στη Συγγρού. Αυτό είναι μια γνώση. Έρχεται κάποιος και μου λέει ότι η μάνα σου είναι πόρνη. Τότε αλλάζει το πράγμα. Τότε αναδύεται από μέσα μου το σύμβολο μητέρα και τότε αν έχω ένα μαχαίρι θα τον ξεκοιλιάσω. Τότε γίνεται σημασία, όταν φορτίζεται συμβολικά.

Το θέμα είναι να κρατήσουμε τον κόσμο σε μια συμβολική τάξη. Αν τη συμβολική τάξη την κατεβάσουμε στο επίγειο, θα παραχθεί στρατόπεδο συγκεντρώσεως, φασισμός. Αυτό έκανε ο φασισμός. Κατέβασε τη συμβολική τάξη στην πραγματική τάξη. Από κει και πέρα τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως ήταν έτοιμα, η τεχνολογία της Siemens ήταν έτοιμη, τα πάντα ήταν έτοιμα γι’ αυτό το φρικιαστικό που έγινε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Σ.Ε.: Οπότε, επανερχόμαστε στον έρωτα. Υποστηρίζετε ότι ο άνθρωπος που μπορεί κάπως να αλλάξει τον κόσμο, είναι ο πλήρης άνθρωπος, ο ερωτευμένος άνθρωπος.

Σ.Ρ.: Ο ερωτευμένος άνθρωπος! Γιατί πίσω από όλα αυτά, πίσω από τη βουβή γλώσσα, πίσω από το σκοτεινό βασίλειο της βουβότητας όπως το έλεγε ο Benjamin, υπάρχει μόνο μία υπόσταση. Κι αυτή η υπόσταση είναι η ερωτικότητα του ανθρώπινου υποκειμένου. Αν αυτήν την υπόσταση την καταστρέψει μέσα στη γήινη διαδρομή του, τότε το ανθρώπινο υποκείμενο παραδίδεται πλήρως στη λησμονιά, γίνεται εργαλείο, η ομιλία του γίνεται εργαλειακή, η συμπεριφορά του γίνεται εργαλειακή, πώς θα εξυπηρετήσω τις ανάγκες μου. Κι έλεγε ο Χάιντεγγερ: αν θέλετε να δείτε ποιες είναι οι ανάγκες του ανθρώπου πάρτε ένα μολύβι και μία κόλα χαρτί. Ό,τι μπορείτε να καταγράψετε, να ταξινομήσετε, να κατηγοριοποιήσετε, να κατατάξετε, δεν είναι ανάγκη. Ό,τι δεν μπορεί να μπει στην καταγραφή, δεν μπορεί να μπει στην ταξινόμηση, δεν μπορεί να μπει στην κατηγοριοποίηση, ε, αυτό είναι ανάγκη και η ουσιαστική ανάγκη του ανθρώπου είναι ο έρωτας όπως το θέσαμε προηγουμένως.

 

Σ.Ε.: Πού έχετε φτάσει εσείς προσωπικά, μέσα από όλη αυτή τη μελέτη, τα βιώματα, τη φιλοσοφία, την Καμπαλά; Πώς βλέπετε σήμερα τον εαυτό σας; Είστε αισιόδοξος με την πραγματικά σημασία της λέξης;

Σ.Ρ.: Εγώ δυστυχώς προσπαθώ να βαθύνω την απαισιοδοξία του ανθρώπου. Πάλι θα αναφερθώ στον Χάιντεγγερ, που έλεγε: «Αν κάτι δεν βρεθεί να μας τρομάξει, έχουμε χάσει το ανθρώπινο παιχνίδι». Πρέπει κάτι να μας τρομάξει μέσα μας, αλλιώς έξω, ό,τι και να βλέπω με τρομάζει. Κάτι μέσα μας, να μας ταρακουνήσει. Εκείνο το οποίο βιωματικά επιχειρώ, είναι να δημιουργώ μικρούς κύκλους ανθρώπων. Η εμπειρία μου δεκαπέντε χρόνια ως καθηγητού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μου απέφερε γύρω στα δώδεκα με δεκατρία παιδιά, σήμερα είναι διδάκτορες και επιστήμονες και είμαστε δια βίου μαζί.

 

Σ.Ε.: Και όσον αφορά στην προσωπική σας δράση;

Σ.Ρ.: Η δράση μου είναι ένας διαρκής αναστοχασμός. Δεν μπορώ να υπάρξω αν δεν αναστοχάζομαι. Μόνο που ο αναστοχασμός μου θέλει ένα ερέθισμα. Ε, ο άλλος για μένα είναι ένα ερέθισμα για να αναστοχαστώ τον εαυτό μου. Κι έτσι προσπαθώ να φύγω από τις τετριμμένες ιδέες της ευτυχίας, της δυστυχίας, και να μπορέσω να βιώσω την κλίμακα που μου αναλογεί, στο βαθμό που μου αναλογεί, να βιώσω κάποιες καταστάσεις οι οποίες μέσα μου θα δημιουργήσουν τρόμο και αναστοχασμό.

 

Σ.Ε.: Ένας άνθρωπος ο οποίος διαβάζει αυτά που λέμε τώρα, και ο οποίος έχει μέσα του μια ανησυχία, δηλαδή αναγνωρίζει ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι ο ίδιος είναι το πρόβλημα κι όχι κάτι εξωτερικό, κι αναγνωρίζει βέβαια ότι δεν έχει τον τρόπο, την αληθινή γνώση να το αντιμετωπίσει, τι θα έπρεπε να κάνει;

Σ.Ρ.: Έχω την εντύπωση ότι ο άνθρωπος αυτός θα πρέπει να καταφύγει στην ετερότητα, δηλαδή στη διαφορά. Σε ομάδες ανθρώπων που έχουν αντιμετωπίσει κάποια εσωτερικότητα διαφορετικά. Να δει αυτήν τη διαφορετικότητα, να μετέχει αυτής της διαφορετικότητας, όχι να μετέχει του ίδιου, ούτε αυτό που οι Λατίνοι λέγανε Idem in Allia, το ίδιο μέσα στο άλλο. Να μετέχει μιας διαφοράς και να είναι ανοικτός και διαθέσιμος, να είναι ανοιχτός έτσι ώστε να φιλοξενήσει αυτή τη διαφορά. Ο Levinas αυτό το λέει «δεξίωση». Όχι να κρίνει τη διαφορά. Να τη δεξιωθεί, όπως δεξιωνόμαστε τους φίλους στο σπίτι μας.

 

Σ.Ε.: Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Από τη μία υπάρχει αυτή η ανάγκη που νιώθει κάποιος και ταυτόχρονα υπάρχει ένα πανίσχυρο εγώ το οποίο συνέχεια…

Σ.Ρ.: Αμ δεν το ξέρω… Άρα, να πάλι η Καμπαλά εδώ… Ο δεύτερος όρος της καμπαλιστικής διαλεκτικής είναι η ρήξη. Η καμπαλιστική διαλεκτική είναι τριμερής, όπως είναι και η κλασική θέση-αντίθεση-σύνθεση, η πλατωνική, αλλά με άλλους όρους: η καμπαλιστική διαλεκτική είναι συρρίκνωση-ρήξη-αποκατάσταση. Η συρρίκνωση ανήκει στο θείο, η ρήξη στον άνθρωπο και η αποκατάσταση στην ιστορία. Αυτήν τη ρήξη επιδιώκουμε, που είναι η οντολογική ρήξη.

 

Advertisements

Η Πλατωνική Αλληγορία του Σπηλαίου: Μια Μεταμοντέρνα Οπτική

BY DR. STANLEY SFEKAS

Presented to Phoenix Rising Academy Conference, University of Indianapolis Athens Campus

Είναι γενικά αποδεκτό ότι η πιο διάσημη αλληγορία στη Δυτική σκέψη είναι η Πλατωνική Αλληγορία του Σπηλαίου, στην αρχή του 7ου τόμου της Πολιτείας. Τώρα, λέει ο Σωκράτης καθώς παρουσιάζει την αλληγορία, φανταστείτε ότι η ανθρωπότητα ζει σε μια υπόγεια σπηλιά που έχει μεγάλη είσοδο από την οποία μπαίνει φως. Βαθιά μέσα στο σπήλαιο βρίσκονται άνθρωποι, οι οποίοι βλέπουν προς το εσωτερικό τοίχωμα του Σπηλαίου, αλυσοδεμένοι από το λαιμό και τα πόδια ώστε να μην μπορούν να κινηθούν. Δεν έχουν δει ποτέ το φως ημέρας ή τον ήλιο έξω από τη σπηλιά. Πίσω από τους φυλακισμένους καίει μια φωτιά, και ανάμεσα από τους φυλακισμένους και τη φωτιά υπάρχει ένα υπερυψωμένο πέρασμα στο οποίο είναι χτισμένο ένα χαμηλό τοιχίο, σαν αυτά που χρησιμοποιούνται στο κουκλοθέατρο για να κρύβονται οι άνθρωποι που κινούν τις μαριονέτες. Κατά μήκος του υπερυψωμένου περάσματος περπατούν άνθρωποι κρατώντας λογής λογής αντικείμενα, τα οποία τα κρατούν με τέτοιο τρόπο ώστε να εξέχουν πάνω από το τοιχίο – αγάλματα ανθρώπων, ζώων, δέντρων, κλπ. Οι φυλακισμένοι που βλέπουν προς το εσωτερικό τοίχωμα δεν βλέπουν ο ένας τον άλλον, ούτε τον τοίχο πίσω τους από τον οποίο περνούν τα αντικείμενα –βλέπουν μονάχα τις σκιές που προβάλλουν αυτά τα αντικείμενα στο τοίχωμα της σπηλιάς.

Οι φυλακισμένοι ζουν όλη τους τη ζωή βλέποντας μόνο τις σκιές της πραγματικότητας, και οι φωνές που ακούν είναι μόνο η αντήχηση μέσα στο σπήλαιο. Αλλά οι φυλακισμένοι εμμένουν στις οικείες σκιές και στα πάθη και τις προκαταλήψεις τους, και αν τους ελευθέρωναν και μπορούσαν να κυκλοφορήσουν και να δουν την πραγματικότητα που δημιουργεί τις σκιές, θα τυφλώνονταν από το φως της φωτιάς. Και θα θύμωναν, και θα προτιμούσαν να επιστρέψουν στον κόσμο των σκιών τους.

Αλλά αν ένας από τους φυλακισμένους ελευθερωνόταν και γυρνούσε να δει, στο φως της φωτιάς, το σπήλαιο και τους υπόλοιπους φυλακισμένους, και το πέρασμα, και αν τότε τον έσερναν έξω από τη σπηλιά, επάνω, στο φως του ήλιου, θα έβλεπε τα πράγματα αυτού του κόσμου όπως είναι στην πραγματικότητα, και στο τέλος θα έβλεπε τον ίδιο τον ήλιο. Τι θα πίστευε τότε αυτός ο άνθρωπος για τη ζωή μέσα στη σπηλιά και για το τι γνωρίζουν οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί για την πραγματικότητα και την ηθική; Και αν ξανακατέβαινε μέσα στο σπήλαιο, δεν θα δυσκολευόταν πολύ να ξανασυνηθίσει στο σκοτάδι; Ώστε να μην ανταγωνίζεται αυτούς που δεν έφυγαν ποτέ από τη σπηλιά; Δεν θα γινόταν υποκείμενο γελοιοποίησης, περιφρόνησης, ίσως και σωματικής επίθεσης από τους άλλους;

Από τις πολλές αλληγορίες στην Δυτική Ιστορία των ιδεών, η αλληγορία του Σπηλαίου είναι αυτή στην οποία βρίσκουμε τις συχνότερες αναφορές. Αλλά τι είναι μια αλληγορία; Μια αλληγορία είναι ένα είδος ιστορίας στην οποία αυτό που πραγματεύεται, συγκρίνεται με κάτι άλλο που του μοιάζει, αλλά το τι ακριβώς είναι αυτό το κάτι άλλο, δεν αναφέρεται. Άρα μια αλληγορία ορίζεται ως ατελής παρομοίωση – ο αναγνώστης πρέπει να συμπληρώσει αυτό «που μοιάζει» με τα γεγονότα που αφηγείται η ιστορία. Με τι, άρα, να συγκρίνουμε την αλληγορία του

σπηλαίου; Οι άνθρωποι στο σπήλαιο ζουν τις ζωές τους στο ημίφως, αλυσοδεμένοι από το λαιμό και τα πόδια, αδυνατούν να γυρίσουν να δουν τι βρίσκεται πίσω τους, και ποτέ δεν μαθαίνουν ότι αυτό που βλέπουν στο τοίχωμα του σπηλαίου είναι μόνο σκιές. Είναι σκλαβωμένοι, αλλά δεν το ξέρουν. Αγνοούν τον εαυτό τους και την πραγματικότητα. Με ποιους μπορούν να συγκριθούν;

Από την εποχή του Πλάτωνα, ιστορικά κάθε γενιά έχει τανταλιστεί από αυτό το ερώτημα, πως συγκρίνεται η Αλληγορία του Σπηλαίου με την εποχή μας, με την δική μας κοινωνία; Με ποια στοιχεία της δικής μας ζωής μπορεί να συγκριθεί το Σπήλαιο; Το ερώτημα δελεάζει κι εμάς: Τι σχέση έχει η Αλληγορία του Σπηλαίου για τον τωρινό μας κόσμο; Με ποια στοιχεία της δικής μας ζωής μπορεί να συγκριθεί; Οι ακόλουθες γενικές και ευρείες ερμηνείες της αλληγορίας εμφανίζονται εδώ και πολλές γενεές, και εξακολουθούν να είναι σχετικές και συγκινητικές για πολλούς ανθρώπους και στις μέρες μας.

Για όλες τις γενεές, καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας, αποτελεί αλληγορία ύπνου και αφύπνισης, του χρόνου που κοιμόμαστε στο σκοτάδι του σπηλαίου, και της ανάγκης της αφύπνισης με μια καθαρή οπτική του κόσμου. Αποτέλεσε αλληγορία της ανάγκης για αναγέννηση, της ανάδυσης μέσα από το σκοτάδι της διαφθοράς στο φως της αλήθειας και της ηθικής. Είναι εκπαιδευτική αλληγορία που αναφέρεται στην ανάγκη της εποχής μας να ανελιχθεί μέσα από τα στάδια της Παιδείας, από το σκοτάδι της πνευματικής και ηθικής σύγχυσης στις καθημερινές του πεποιθήσεις, προς το φως της αληθινής γνώσης και των αληθινών αρχών. Μπορεί επίσης να θεωρηθεί θρησκευτική αλληγορία της Χριστιανικής μεταστροφής από το σπήλαιο της εγωιστικής αγάπης και αναζήτησης και αυταρέσκειας στην αγάπη του Θεού και την αφοσίωση στην Αλήθειά Του.

Αλλά ίσως να υπάρχουν και ερμηνείες της αλληγορίας που να αφορούν συγκεκριμένα τον δικό μας Μεταμοντέρνο κόσμο.

(1) Η Αλληγορία του Σπηλαίου μπορεί να θεωρηθεί ολέθρια κριτική της καθημερινότητας μας, στην οποία οι ζωές μας είναι δεσμώτες επιπολαιοτήτων και σκιών, και όχι ουσίας. Μια καλή ζωή, θεωρείται αυτή στην οποία ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας. Δεν συνειδητοποιούμε ότι ζούμε σε πλάνη, με επιφανειακές γνώσεις , ψεύτικα και αντικρουόμενα ιδεώδη. Στις ζωές μας κυριαρχεί το παιχνίδισμα των σκιών που δημιουργούν οι αεικίνητες σκιές στη οθόνη της τηλεόρασης ή του υπολογιστή. Όπως είπε ο Marshal Mc Luhan, ζούμε στον «Πολιτισμό της Εικόνας.» Και πλέον δεν ξέρουμε ποιος ελέγχει τις εικόνες με τις οποίες βομβαρδιζόμαστε καθημερινά.

(2) Η Αλληγορία του Σπηλαίου επίσης μπορεί να θεωρηθεί ολέθρια κριτική της επιστήμης της εποχής μας, που δίνει έμφαση μόνο σε ότι μπορούν να αντιληφθούν οι αισθήσεις μας. Και η Επιστήμη είναι αλυσοδεμένη, ώστε βλέπει μόνο σκιές. Βασίζεται στις παρατηρήσεις των αισθήσεων. Τα συμπεράσματά της παίρνουν μόνο τη μορφή συσχετισμών των παρατηρήσεων. Δεν αποτολμά την εξερεύνηση των πραγματικών αιτιών ή μακροπρόθεσμων συνεπειών. Οι γνώσεις του εμπειρικού επιστήμονα είναι ακολουθίες αντιλήψεων όπως αυτές των φυλακισμένων στη σπηλιά, οι οποίοι αντιλαμβάνονται άριστα τις ακολουθίες των σκιών στο τοίχωμα. Επίσης ασκεί κριτική στην επιστημονική μας τεχνολογία και βιομηχανία, που αναπτύσσεται και παράγει ώστε να εκπληρώσει επιπόλαιες ανάγκες, αδιαφορώντας για τις πραγματικές μας ανάγκες ή για τα ηθικά ή περιβαλλοντικά ζητήματα.

(3) Είναι βέβαια, και πολιτική αλληγορία. Η ζωή στο σπήλαιο είναι η πολιτική ζωή. Τόσο οι ηγέτες όσο και ο λαός είναι και αμαθείς, και διεφθαρμένοι, χωρίς πραγματική γνώση του εαυτού τους ή του κόσμου, λειτουργώντας με κίνητρο την απληστία, την εξουσία, και την αυταρέσκεια. Είναι αλυσοδεμένοι, δεσμώτες της αμάθειας και των παθών, της μαζικής υστερίας υπέρ ή κατά φευγαλέων ζητημάτων, πιστεύουν σε σύγχρονες ιδεολογίες που είναι ψευδαισθήσεις, οι σκιές της στιγμής στο τοίχωμα του σπηλαίου.

(4) Είναι μια αλληγορία του βασιλιά-φιλοσόφου. Ο απελευθερωμένος, αφού έχει καταφέρει να κάνει την ανάβαση ώστε να μάθει την αλήθεια και το Αγαθό, έχει μια αποστολή: να επιστρέψει στο σπήλαιο, να φέρει τα καλά νέα, ακόμη κι αν κινδυνεύει να τον σκοτώσουν για αυτή του την υπηρεσία. Ο Πλάτωνας σκεφτόταν τον Σωκράτη. Εμείς σκεφτόμαστε τον Ιησού.

Για τον Πλάτωνα, αυτοί που έχουν ανεβεί κι έχουν βγει από τη σπηλιά στο φως του ήλιου, είναι εξ αιτίας αυτού και μόνο άξιοι να κυβερνήσουν, να γίνουν οι βασιλείς-φιλοσόφοι της κοινωνίας, οι φύλακές της. Αλλά εδώ ξαφνικά η Αλληγορία του Σπηλαίου έρχεται σε αντίφαση με τη σύγχρονη αντίληψη που έχουμε για τους εαυτούς μας, για τον κόσμο, και για την πολιτική. Τίθενται δύο ερωτήματα: Πρώτον, υπάρχει, όπως πιστεύει ο Πλάτωνας, μια μοναδική, απολύτως αληθινή, αμετάτρεπτη και αιώνια έννοια της δικαιοσύνης, της αρετής, της ιδανικής κοινωνίας, του ιδανικού ανθρώπου; Και αυτές οι έννοιες, είναι τέτοιες που μόνο λίγοι άνθρωποι ανώτερης διανόησης είναι σε θέση να μορφωθούν ώστε να τις αποκτήσουν; Δεύτερον: αυτή η γνώση, θα δικαίωνε μια απολυταρχική κυβέρνηση από αυτό το ελίτ των διανοουμένων, οι οποίοι θα κυβερνούσαν με ανεξέλεγκτη εξουσία; Αυτό θα ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με τη σημερινή δημοκρατία, που αποτελείται από την κυβέρνηση των πολλών μέσα από τους εκλεγμένους τους εκπροσώπους.

Ο Πλάτωνας απάντησε θετικά και στις δύο ερωτήσεις. Αυτή ήταν η λύση του στην διανοητική και ηθική σήψη της εποχής του – μια απολυταρχική, αυταρχική κυβέρνηση σχηματισμένη από μια μικρή ελίτ, μορφωμένοι με πραγματική γνώση και αρετή, στην ουσία τους έννοιες παγιωμένες για όλη την αιωνιότητα. Ο σύγχρονος κόσμος στην πλειοψηφία του απαντά αρνητικά. Ανησυχεί για το ποιος θα φυλάσσει τους φύλακες; Quis custodiet custodes?

(5) Τέλος, για μας, όπως και για τον Πλάτωνα, η Αλληγορία του Σπηλαίου είναι μια αλληγορία απόγνωσης κι ελπίδας. Όπως ο Πλάτωνας, ζούμε σε μια εποχή απώλειας νοήματος και υποχρεώσεων, καταρρέοντα επίπεδα ελπίδας και ηθικής, διαφθοράς στην πολιτική ζωή, και παρακμή της προσωπικής αξιοπρέπειας. Αυτή είναι η απόγνωσή μας. Αλλά υπάρχει μια ελπίδα που μοιραζόμαστε με την αλληγορία του Πλάτωνα, η ελπίδα της ανέλιξης προς την αλήθεια και τις αρχές που είναι ότι καλύτερο μπορούμε να μάθουμε, ως γνώμονες για μια καλή ζωή. Για μας, όπως και για τον φυλακισμένο που απελευθερώνεται από τα δεσμά του, το πρώτο βήμα είναι η αναγνώριση των παρόντων ψευδαισθήσεων γι’αυτό που είναι, οι τωρινές φευγαλέες σκιές στο τοίχωμα της σπηλιάς μας.

από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

Ιππότες του Ναού και η συνάντηση της Ανατολικής με τη Δυτική Παράδοση.

Η ιδέα για αυτή τη μικρή έρευνα γεννήθηκε πριν από δυο περίπου χρόνια. Είχα ήδη κάποιες πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει κυρίως  όταν αναζητούσα υλικό για το Bleeding Angels- Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης (Αρχέτυπο) και ακόμα συνεχώς μάθαινα για την παρουσία ομάδων βουδιστών στην Προβηγκία και το Λανκεντόκ, τις περιοχές δηλαδή που έδρασαν οι Καθαροί και οι Ναίτες. Όταν επισκέφθηκα το διασημότερο μνημείο της σφαγής των Καθαρών το  Μοντσεγκούρ (Montsegour) είχα την πρώτη μου έκπληξη. Το μικρό οχυρό που βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου ήταν το τελευταίο καταφύγιο για τα καταδιωκόμενα γυναικόπαιδα και τους γέροντες όπου κλείστηκαν μαζί με μερικούς μισθοφόρους από τα γειτονικά Πυρηναία που δεν ήταν Καθαροί.

Όταν μετά από πολύμηνη πολιορκία δεν είχαν άλλη λύση από το να παραδοθούν στα παπικά στρατεύματα οι Καρδινάλιοι τους έδωσαν δυο λύσεις. Ή θα μεταλάμβαναν την όστια και θα φυλακίζονταν  σαν καλοί χριστιανοί  ή θα οδηγούνταν στην πυρά. Όχι μόνο οι εξαντλημένοι Καθαροί, αλλά ανεξήγητα  και οι σκληροτράχηλοι μισθοφόροι προτίμησαν να τη δεύτερη λύση. Ανέβηκαν όλοι μαζί σε ένα τεράστιο ξύλινο βάθρο που είχε στηθεί στη βάση του λόφου του Μοντσεγκούρ και παραδόθηκαν στις φλόγες. Αυτή η ηρωική  πράξη αντίστασης στην παπική αυθαιρεσία γέννησε πολλούς μύθους που έχουν εισέλθει σε όλες τις μορφές τις Δυτικής εσωτερικής παράδοσης. Στον τόπο του μαρτυρίου υπάρχει ένα μνημείο όπου καθημερινά ντόπιοι κάτοικοι και περαστικοί ταξιδιώτες αφήνουν λίγα λουλούδια ή ιδιόγραφα σημειώματα. Ανάμεσα σε αυτά είχα παρατηρήσει και ένα σημείωμα με την εικόνα του Βούδα! Τι σχέση μπορεί να έχει ένας βουδιστής με τους Καθαρούς είχα αναρωτηθεί;
(περισσότερα…)

Από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

Οι μπύρες κερασμένες από εμένα…

Πριν από λίγο καιρό είχα συμμετάσχει σε μια εκπομπή του Χαρδαβέλα. Θέμα οι Μασόνοι και τα μυστικά τους. Η άποψή μου ήταν ότι στην εποχή μας δεν υπάρχει πια τίποτα κρυφό και όλα είναι δημοσιευμένα σε βιβλία και στο διαδίκτυο. Αρκεί να ψάξεις και θα τα βρεις.  Και δεν μιλούσα βέβαια για τα υποτιθέμενα «μυστικά» που επινοούν εχθροί και «οπαδοί- φίλοι» στην ανάγκη τους να δείχνουν ότι έχουν ισχυρό αντίπαλο και να δικαιολογούν την ύπαρξη τους. Αν όλα λοιπόν είναι έτσι, τότε ποιό είναι το μυστικό; Έδωσα ένα κοινό παράδειγμα. Έστω ότι τρεις φίλοι πάνε να παρακολουθήσουν Αναστενάρια. Ακολουθούν όλο το τελετουργικό και καταλήγουν γύρω από τις φωτιές τυλιγμένοι από το πλήθος και τον ήχο του τυμπάνου. Ο ένας από αυτούς μπορεί να νοιώσει την εσωτερική κλήση και να περπατήσει πάνω στα κάρβουνα. Ο δεύτερος μπορεί να κυριευθεί από συναισθηματική έκρηξη και να λυθεί σε δάκρυα και ο τρίτος μπορεί να αναρωτιέται «πότε θα τελειώσει όλο αυτό για να πιούμε καμιά μπύρα και να έρθουμε στα ίσα μας». Παρακολουθούν την ίδια τελετουργία και οι ιεροπραξίες, τα σύμβολα και η ατμόσφαιρα είναι φανερά και κοινά σε όλους. Γιατί αντιδρούν διαφορετικά; Μήπως γιατί ο καθένας αποκωδικοποιεί και αντιλαμβάνεται αυτό το οποίο είναι έτοιμος εκείνη τη δεδομένη στιγμή να δεχτεί; Οτιδήποτε άλλο δεν αντιλαμβάνεται καν ότι υπάρχει και είναι έτοιμος να το υποστηρίξει με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Έτσι φτάνουμε στον αρχαίο μύθο που λέει ότι αν θέλεις να κρύψεις καλά μια αλήθεια για να διασωθεί στο μακρινό μέλλον δημοσιοποίησε την. Παλιά το έκαναν μέσα από παραμύθια και αφηγήσεις. Σήμερα μπορεί να γίνεται και μέσα από το διαδίκτυο. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τίποτα, Κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί τίποτα, κανείς δεν μπορεί καν να «δει» ανάμεσα σε λέξεις και εικόνες αυτό το οποίο δεν είναι έτοιμος να κατανοήσει. Ένα μυστικό λοιπόν για τον 21 αιώνα είναι ότι δεν υπάρχει μυστικό. Ένα δεύτερο μυστικό είναι ότι η αντίληψη είναι θέμα καθαρά προσωπικό. Κατακτάται και βιώνεται αλλά δεν χαρίζεται ούτε προσφέρεται έναντι οποιουδήποτε αντιτίμου. Θέλει εργασία πάνω στον Εαυτό, μακρά, επίπονη και συστηματική. Είναι εύκολο να γίνει αυτό; Όχι. Είναι εύκολο να παρασυρθείς και να παρεκκλίνεις; Πανεύκολο και συμβαίνει συνέχεια. Υπάρχει τουλάχιστον κάποιο βοήθημα; Νομίζω ναι. Το λένε συνειδητότητα. Ο Γκουρτζίεφ κάποτε συμβούλευε τους νέους μαθητές του να «θυμούνται τον εαυτό τους». Περιφερόμαστε στην καθημερινότητά μας σαν υπνωτισμένοι πράττοντας και λέγοντας τα ίδια και τα ίδια  προβλέψιμα  και ίσως ευχάριστα ίδια και ασφαλή. Γύρω μας υπάρχει ένας κόσμος ανθρώπων και περιστατικών που ούτε καν αντιλαμβανόμαστε ούτε υφίστανται παράλληλα με την «αυτού εγκλωβισμένη εξοχότητα» μας . Ποιος μπορεί να περιγράψει τι συνέβαινε ακριβώς δίπλα του λεπτό προς λεπτό σήμερα το πρωί καθώς βάδιζε προς τη δουλειά του;  Κανείς, γιατί όλοι βαδίζουμε αυτόματα βυθισμένοι στις σκέψεις, τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις σκοτούρες μας. Δεν μπορούμε λοιπόν να παρατηρήσουμε καμία κρυμμένη αλήθεια εκτός αν πέσει στο κεφάλι μας. Και τότε ίσως η πρώτη μας αντίδραση θα είναι να την σκυλοβρίσουμε γιατί μας διάλυσε τα συννεφάκια της ρουτίνας μας.

Εκτός αν την αποδεχτούμε πανηγυρίζοντας που «είδαμε» ξαφνικά αυτό που κανείς άλλος δεν βλέπει. Πως όμως ξεχωρίζουμε το αληθινό από το κάλπικο αφού θεωρήσαμε a priori ότι υπνοβατούμε και δεν παρατηρούμε. Πως δεν θα παρασυρθούμε;

Δεν ξέρω και βέβαια δεν έχω κάτι να απαντήσω.

Επομένως αν γυρίσουμε στο παράδειγμα των τριών φίλων που περιέγραψα ο πρώτος μπορεί να κατέληξε με μερικά εγκαύματα, ο δεύτερος έχει ανάγκη από ψυχίατρο για να βάλει σε τάξη τα σώψυχα του και ο τρίτος, ο πλέον ρεαλιστής είχε την ενδεδειγμένη πρόταση, γνωστή από την εποχή του Οβελίξ. Ένα τσιμπούσι και μερικές παγωμένες μπύρες βάζουν πάντα τα πράγματα σε τάξη.

Σε όσους επιμένουν να έχουν απορίες και δυσκολία επιλογής να θυμίσω το γνωστό από το μεσαίωνα «ξυράφι του Όκαμ».

Όταν δύο θεωρίες φαίνονται εξ ίσου σωστές, πάντα επιλέγουμε την απλούστερη.

Αν λοιπόν έχουμε την οποιαδήποτε αμφιβολία για την «αποκάλυψη» που κάποιος σερβίρει στα εκστασιασμένα από την αγωνία της αναζήτησης μάτια μας ας σκεφτούμε μήπως είναι καλύτερα να αρνηθούμε και κατευθυνθούμε προς το πλησιέστερο τσιμπούσι με την παλιά, δοκιμασμένη και ασφαλή  παρέα μας.

Οι μπύρες κερασμένες από εμένα…

Charles  Baudelaire, Τα Άνθη του Κακού

IV. Correspondances (αναλογίες/σχέσεις)

Η Φύση είναι ένας ναός που οι ζωντανές κολώνες του
Αφήνουν καμμιά φορά να τους ξεφύγουν μπερδεμένα λόγια
Ο άνθρωπος εκεί διασχίζει τα δάση των συμβόλων
Που τον παρατηρούν με οικίες ματιές.

Σαν μακρινή ηχώ που από μακρυά αναμειγνύεται
Μέσα σε μία σκοτεινή και βαθειά ενότητα,
Απέραντη σαν την νύχτα και σαν τη διαύγεια πνεύματος,
Τα αρώματα, τα χρώματα και οι ήχοι σου ανταπαντούν…

Για τον Αναγνώστη

Η ηλιθιότητα, το λάθος, το αμάρτημα, η τσιγγουνιά,
Απασχολούν το πνεύμά μας και βασανίζουν τα σώματά μας,
Και τροφοδοτούμε τις αγαπημένες μας τύψεις,
Όπως οι ζητιάνοι τρέφουν τα παράσιτά τους.

Τα αμαρτήματά μας είναι πεισματάρικα, οι μεταμέλειές μας χαλαρές,
Τα πληρώνουμε βαριά με τις εξομολογήσεις μας,
Και επιστρέφουμε χαρούμενοι πίσω στο βουρκώδη δρόμο,
Πιστεύοντας ότι τα ευτελή δάκρυα ξεπλένουν όλους τους λεκέδές μας.

Πάνω στο μαξιλάρι του κακού είναι ο Τρισμέγιστος Σατανάς
Που νανουρίζει μακρόσυρτα το μαγεμένο πνεύμα μας,
Και το σκληρό μέταλλο της θέλησής μας
Εξατμίζεται ολόκληρο από αυτόν τον λόγιο χημικό.

Είναι ο Διάβολος που βαστά τα σκοινιά τα οποία μας κινούν!
Για απεχθή αντικείμενα βρίσκουμε τα θέλγητρα.
Κάθε μέρα κατεβαίνουμε προς την Κόλαση μ’ένα βηματισμό,
Χωρίς τρόμο, διασχίζοντας το σκότος με την βρώμικη οσμή.

Όπως μια φτωχή ακολασία που φιλά και τρώει
Το βασανισμένο στήθος μιάς αρχαίας πόρνης,
Ξεκλέβουμε προχωρώντας μια παράνομη ευχαρίστηση
Η οποία μας πιέζει πολύ δυνατά όπως ένα ώριμο πορτοκάλι.

Σφίγγοντας, μυρμηγιάζοντας, σαν ένα εκατομμύριο ελμίνθες²,
Μέσα στο ξεφάντωμα του μυαλού μας ένα πλήθος από Δαίμονες,
Και, όταν αναπνέουμε, ο Θάνατος μέσα στα πνευμόνια μας
Κατέρχεται, αόρατο ποτάμι, με υπόκωφους στεναγμούς.

Αν ο βιασμός, το δηλητήριο, το στιλέτο, η φωτιά,
Δεν έχουν ακόμα υφανθεί από τα ευχάριστα σχέδια τους
Ο κοινότυπος καμβάς της ελεεινής μοίρας μας,
Είναι γιατί η ψυχή μας, δυστυχώς! δεν είναι ακόμα αρκετά τολμηρή.

Αλλά ανάμεσα στα τσακάλια, τους πάνθηρες, τις σκύλες,
Τους πιθήκους, τους σκορπιούς, τα όρνεα, τα ερπετά,
Στα θηρία που σκούζουν, ουρλιάζουν, κράζουν, σέρνονται,
Μέσα στο ελεεινό θηριοτροφείο των παθών μας,

Εκεί βρίσκεται ένα πιό άσχημο, πιο μοχθηρό, πιο βρώμικο!
Αν και δεν σπρώχνει ούτε σε μεγάλες χειρονομίες, ούτε σε μεγάλες κραυγές,
Ευχαρίστως θα έκανε τη γη θρύψαλα
Και μέσα σ’ένα χασμουρητό θα κατάπινε τον κόσμο.

Είναι η πλήξη/ανία! – το μάτι φορτωμένο από ένα αθέλητο δάκρυ,
Ονειρεύεται το ικρίωμα καπνίζοντας τον αργιλέ του.
Το ξέρεις, αναγνώστη, το ντελικάτο τέρας,
– Υποκριτή αναγνώστη, – όμοιε μου, – αδελφέ μου!

http://monopoihmata.blogspot.com/ Του Ιπτάμενου Ολλανδού

Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις

Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,

Μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,

Συντροφευμένος μ΄ Έλληνας αθέους,

Κ΄ είδε με δόξες και μεγάλα φώτα

Να βγαίνουν άϋλες μορφές εμπρός του,

Φοβήθηκε για μια στιγμή ο νέος,

Κ΄ ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων

Επέστρεψε, κ΄ έκαμε τον σταυρό του.

Αμέσως οι Μορφές αφανισθήκαν

Οι δόξες χάθηκαν – σβήσαν τα φώτα.

Οι Έλληνες εκρυφοκοιταχθήκαν.

Κι ο νέος είπεν «Είδατε το θαύμα;

Αγαπητοί μου σύντροφοι, φοβούμαι.

Φοβούμαι, φίλοι μου, θέλω να φύγω.

Δεν βλέπετε πως χάθηκαν αμέσως

Οι δαίμονες σαν μ΄ είδανε να κάνω

Το σχήμα του σταυρού το αγιασμένο;»

Οι Έλληνες εκάγχασαν μεγάλα

«Ντροπή, ντροπή να λες αυτά τα λόγια

Σε μας τους σοφιστάς και φιλοσόφους.

Τέτοια σαν θες, εις τον Νικομηδείας

Και στους παπάδες του μπορείς να λες.

Της ένδοξης Ελλάδος μας εμπρός σου

Οι μεγαλύτεροι θεοί φανήκαν.

Κι αν φύγανε, να μη νομίζεις διόλου

Που φοβηθήκαν μια χειρονομία.

Μονάχα σαν σε είδανε να κάνεις

Το ποταπότατον αγροίκον σχήμα

Σιχάθηκεν η ευγενής των φύσις,

Και φύγανε και σε περιφρονήσαν».

Έτσι τον είπανε, κι από τον φόβο

Τον ιερόν και τον ευλογημένον

Συνήλθεν ο ανόητος, κ΄ επείσθη

Με των Ελλήνων τ΄ άθεα τα λόγια.

Νοέμβριος 1896   Κωνσταντίνος Καβάφης

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923, Ίκαρος 1993)

Ένας Έλληνας πεθαίνει και φτάνει στη ρεσεψιόν της Κόλασης. Ο υπάλληλος του ανακοινώνει ότι επειδή είναι υπήκοος χώρας-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να διαλέξει μία από τις κολάσεις των χωρών-μελών.
Σκέφτεται λίγο και αποφασίζει να πάει στη Γερμανική:
– «Οργανωμένη χώρα», λέει, «τόσα χρόνια στην Ελλάδα, τι κατάλαβα απο οργάνωση και υπηρεσίες;
Mου βγάλανε το λάδι. Τουλάχιστον, ας…
πάρω μυρωδιά του τι σημαίνει Ευρώπη, έστω και στην κόλαση».
Φτάνει λοιπόν μπροστά στην πύλη της γερμανικής κόλασης. Μαύρο μάρμαρο, καλογυαλισμένο, σιδερένια πύλη, και ψηλά γράφει με μεγάλα γράμματα ΚΟΛΑΣΗ στα γερμανικά. Χτυπάει. Του ανοίγει ένας άψογα ντυμένος υπάλληλος και τον ρωτά τι θέλει.
– «Να δω πώς είναι», του απαντά εκείνος.
– «Ούτε να το σκέφτεστε κύριε!», του απαντά ο υπάλληλος! «Όλη την ημέρα μας δέρνουνε με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια γεμάτα σκατά!! Φρίκη! Φρίκη! Εγώ σας λέω να μη μείνετε»
Όπου φύγει-φύγει ο Ελληνας. Στη συνέχεια δοκιμάζει τις υπόλοιπες κολάσεις, τα ίδια. Έτσι απογοητευμένος, καταφεύγει στην έσχατη λύση, την ελληνική κόλαση! Φτάνει λοιπόν έξω από την πύλη. Μία πύλη εγκαταλειμμένη, βρώμικη, όπου στο ψηλότερο σημείο της υπάρχει με μεγάλα φωσφορίζοντα γράμματα η λέξη ΚΟΛΑΣΗ. Το Κ και το Λ μάλιστα, δεν ανάβουν γιατί έχουν καεί τα λαμπάκια. Έτσι η επιγραφή γράφει ΟΑΣΗ.
– «Ελληνική ανοργανωσιά…», μουρμουρίζει.
Όσο πλησιάζει, ακούει κάτι περίεργους θορύβους… Μοιάζουν με μουσική. Πλησιάζει περισσότερο. Η μουσική πλέον ακούγεται ολοκάθαρα. Μπουζούκια, μπαγλαμάδες κλπ. Χτυπάει… Του ανοίγει ένας τύπος κρατώντας μία μπουκάλα στο χέρι, τύφλα στο μεθύσι, και τον ρωτά τι θέλει.
– «Ήρθα να δω πώς είναι», του λέει και βάζει το κεφάλι του μέσα.
Τραπέζια, πολύ κάπνα, κάτι γκόμενες χορεύουν πάνω στα τραπέζια τσιφτετέλια, νταούλια… Γενικώς, μπάχαλο.
Τρελαίνεται ο τύπος:
– «Καλά ρε φίλε, τι γίνεται εδώ;»
– «
Aσε φίλε, χάλια!», του λέει ο μεθυσμένος. «Η κατάσταση είναι δραματική εδώ πέρα. Μας δέρνουν όλη μέρα με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια με σκατά.
– «Πλάκα μου κάνεις;;;», απαντάει ο πεθαμένος. «Εδώ πίνετε και γλεντάτε!»
– «Εεε, ξέρεις πώς είναι μωρέ εδώ στην Ελλάδα… Τη μία δεν έχουμε σκατά, την άλλη χαλάνε τα μαστίγια…»