Ιστορίες του ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ

(κείμενο που έλαβα από τον Β. Χλέτσο)

Ο Χόρχε Μπουκάι (Jorge Bucay) γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ, ειδικεύτηκε στη θεραπεία των νοητικών ασθενειών εργαζόμενος αρχικά σε νοσοκομεία και κλινικές και, εν συνεχεία, δίνοντας διαλέξεις σε ιδρύματα, κολέγια, θέατρα, καθώς και σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Μονίμως και παντού προσκεκλημένος, προσπαθεί να παρίσταται σε μαθήματα, σεμινάρια και συνέδρια στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Χιλή, το Μεξικό, τις Η.Π.Α, την Ιταλία, την Ισπανία… Όταν αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη συγγραφή, είδε περισσότερα από δώδεκα βιβλία του να μεταφράζονται σε -τουλάχιστον- είκοσι μία γλώσσες και να τοποθετούνται πρώτα στις λίστες των ευπώλητων κάθε χώρας. Εργάζεται ως ψυχοθεραπευτής ενηλίκων, ζευγαριών και κοινωνικών ομάδων. Ζει στα προάστια του Μπουένος Άιρες με τη γυναίκα και τα δύο του παιδιά.

O ψυχαναλυτής Χόρχε Μπουκάι, επιδιώκει μέσα από απλές ιστορίες, που πολλές φορές μοιάζουν με μικρά παραμύθια, να επιτύχει όχι την λύση των προβλημάτων, αλλά τον εντοπισμό του εσωτερικού θησαυρού μας μέσα από την αυτοψυχανάλυση και αυτοβελτίωση.

Επιλογές από συνεντεύξεις του:

Διαβάζοντας τα βιβλία σας, τι πιστεύετε ότι ψάχνουν οι άνθρωποι; Τι αποζητά η ψυχή τους;

Εγώ πιστεύω ότι στα μέσα του περασμένου αιώνα οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν ότι όλα αυτά που μπορούσαν να αποκτήσουν με χρήματα δεν έφταναν. Αντιλήφθηκαν επίσης πριν από 35 χρόνια ότι δεν μπορούσαν καν να έχουν εμπιστοσύνη στα χρήματα και σε αυτά που μπορούσαν να αγοραστούν με τα χρήματα. Πράγματι το 1975 ο κόσμος έγινε αβέβαιος και ανασφαλής κυρίως από οικονομική άποψη. Έκτοτε οι άνθρωποι μπήκαν σε αυτό που ο Alvin Toffler ονομάζει το Τρίτο Κύμα. Δηλαδή την επιστροφή στην απλότητα του να βρεθεί κανείς με τον εαυτό του. Την αποποίηση των υλικών πραγμάτων ως δρόμου ζωής, τη διάσωση της αξίας της φιλίας και του να είσαι ζευγάρι. Τότε εμφανίσθηκαν τα βιβλία αυτοβοήθειας για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Και η αναζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια αλλά ήταν σίγουρα απαραίτητη.

Το τρένο της σοφίας

Η σοφία δεν έχει καμία αντιστοιχία με τις γνώσεις ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, σοφία είναι όλα εκείνα που μένουν από τις γνώσεις κάποιου, όταν ο ίδιος αποποιείται όλα αυτά που έχει μάθει. Ξεκινάμε από ένα σταθμό που ονομάζεται άγνοια. Είναι ο σταθμός, στον οποίο μένουν όλοι εκείνοι που ούτε καν γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν και, επομένως, δεν έχουν καμία ανάγκη να μάθουν. Αν κάποιος αποφασίσει να ανέβει στο τρένο, είναι επειδή κάποιος τού έχει απλώσει το χέρι. Αν ανέβει στο τρένο και ακολουθήσει τον σωστό δρόμο, θα φτάσει στον τόπο των ερευνητών. Αν το κάνει καλά και δεν χάσει τον δρόμο του, θα φτάσει και στον επόμενο σταθμό. Τον σταθμό των δασκάλων. Κάποιοι από τους δασκάλους αποφασίζουν να διδάξουν, ενώ ορισμένοι θέλουν να μείνουν μόνοι με τις γνώσεις τους. Αν ένας δάσκαλος ζήσει πολλά πράγματα για πολλά χρόνια, ίσως καταφέρει να ανέβει ξανά στο τρένο για να φτάσει στον σταθμό της σοφίας, που είναι ο τελευταίος. Είναι ο τόπος όπου ζουν όλοι αυτοί που ούτε καν γνωρίζουν ότι γνωρίζουν. Είναι αστείο, αλλά, αν ρωτήσεις έναν πραγματικά σοφό, θα σου απαντήσει «δεν γνωρίζω αν γνωρίζω», όπως ακριβώς θα σου απαντούσε ένας αδαής. Ίσως γι΄ αυτό σε αυτή την κοινωνία που ζούμε θεωρούμε αδαείς κάποιους σοφούς και κάποιους αδαείς τούς θεωρούμε σοφούς.

Συνάντηση με τον Κρισναμούρτι

Ο μεγάλος «δάσκαλος» της ζωής μου ήταν ο Κρισναμούρτι. Τον συνάντησα όταν ήμουν έντεκα χρόνων. Είχε έρθει στο Μπουένος Άιρες. Εγώ είχα μία αγαπημένη θεία, την Τζούλια. Με τον αδελφό μου πήγαινε γήπεδο, με μένα σε μουσεία. Μια μέρα ζήτησε από τη μητέρα μου να με πάει να δω τον Κρισναμούρτι. Η μητέρα μου της είπε ότι ήταν γελοίο, γιατί ήμουν πάρα πολύ μικρός. Εγώ την παρακάλεσα όχι επειδή με ενδιέφερε ο Κρισναμούρτι- δεν ήξερα ποιος ήταν!- αλλά επειδή ήθελα να πάω βόλτα με τη θεία Τζούλια. Ο Κρισναμούρτι μίλησε λίγο και έπειτα θα απαντούσε σε ερωτήσεις. Τότε είπε: «Κάποιος με ρώτησε χθες τι είναι η ζωή». Ένας στο βάθος σηκώθηκε και είπε «Εγώ». Ο Κρισναμούρτι του είπε «Σου ζήτησα να μου φέρεις δυο φασόλια γίγαντες, μου τα έφερες;». Και άνοιξε τα χέρια και ζήτησε απ΄ τον άντρα να βάλει από ένα φασόλι σε κάθε παλάμη του. Εν συνεχεία απάντησε σε ερωτήσεις για μισή ώρα. Και στο τέλος είπε: «Άφησα για το τέλος την ερώτηση σχετικά με τη ζωή, γιατί είναι η πιο σημαντική. Δεν μπορώ να το πω με λόγια, γιατί η ζωή που ζούμε δεν εξηγείται. Η ζωή είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό το φασόλι» και άνοιξε το δεξί χέρι «και σ΄ αυτό το φασόλι» και άνοιξε το αριστερό χέρι. Το φασόλι που βρισκόταν στο δεξί χέρι είχε πετάξει βλαστάρι. Εγώ έμεινα έκπληκτος.
Μετά ρωτούσα πώς το έκανε. Η ζέστη, η ενέργεια, η υγρασία, αλλά γιατί μόνο στο ένα χέρι; Ποτέ όμως δεν ξέχασα το μήνυμα.

Ότι η ζωή υπάρχει, είναι ανάπτυξη και επέκταση του εαυτού μας και εμπεριέχει και ένα μυστήριο.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ»


Ο ερευνητής

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή …
Ερευνητής είναι κάποιοι; που ψάχνει’ όχι απαραιτήτως κάποιοι; που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιοι; που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιοις για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση. Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.
Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος.
Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.
Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες: Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος.
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωποις ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.
Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.
Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια …
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.
«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω …
»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:
Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.
Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.
»Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:»
»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού … Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού;
»Και ο γάμος των φίλων;
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα; »Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;
»Ώρες; Μέρες;
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό.
»Οταν κάποιοιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ»

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας

«Δεν μπορώ» του είπα. «Δεν μπορώ!»

«Σίγουρα;» με ρώτησε αυτός.

«Ναι. Πολύ θα ήθελα να να μπορούσα να σταθώ μπροστά της  και να της πω τι νιώθω… Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ.»

Ο Χοντρός κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του. Χαμογέλασε, με κοίταξε στα στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε:

«Να σου πω μια μια ιστορά…»

Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται.

Οταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών.  Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του…

Όμως, μετά την παράσταση και λίγο  προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος.  Μιά αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.

Ωστόσο, το ξύλο ήταν ήταν αληθινα μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο  βάθος μέσα στο έδαφος.  Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δεντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.

Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο.

Μα τι τον κρατάει;

Γιατί δεν το σκάει;

Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του   ελέφαντα. Κάποιος μου εξηγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.

Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: «Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;»

Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.

Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα-ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε  ν΄ ανακαλύψει την απάντηση.

Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν  σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.

Έκλεισα τα μάτια και φανάσθηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο  ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος   ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει  πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφερει,  γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.

Φαντάσθηκα  ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα  θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο…  Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.

Αυτος ο πανίσχυρος και θεόρατος  ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί,  ο δυστυχής.

Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του ειναι χαραγμένη στη μνήμη του.

Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.

Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε  να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…

» Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο- πολύ σαν τον τον ελέφανα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.

Ζούμε πιστεύοντας ότι «δεν μπορούμε» να κάνουμε ενα σωρό πράγματα ,  απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφεραμε.

Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: «Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω.»

Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθησε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε:

«Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.

Ο μοναδικός τρόπος  να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή…Με όλη σου την ψυχή!

Advertisements

«Ἐλθὲ Περτίναξ, φιλόφρον ἀδελφέ, καγὼ μυήσω σε ἐν τοῖς Ὑπερτάτοις»!

(Περίεργος καὶ πάνυ ὠφέλιμος ἄμετρος στιχουργία ἀγνώστου λογίου ἐξ Ἀλεξανδρείας, εὑρεθεῖσα ἐν παλαιοπωλείῳ τι μετὰ τινων λοιπῶν χειρογράφων).

«λθ Περτίναξ, φιλόφρον δελφέ, καγ μυήσω σε ν τος περτάτοις»!

μν φιλϋλος ψυχ τας λαις πιχσκει, κα πντα πραγματεεται πρς τ τυχεν το πθου· σ δ, ψυχ βασλισσα κα φιλολογωττη, ε διψσα γνσεως κα λγου κα παιδεας, ββλοις ε προσττηκας, πεντρυφς τος λγοις, κα γνετα σοι τς ζως πας χρνος λγος…

Compendium chronicum

ΤΟΥ ΚΥΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΝΑΣΣΗ ΣΥΝΟΨΙΣ ΧΡΟΝΙΚΗ, ΑΡΧΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΚΟΣΜΟΠΟΙΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΒΟΤΑΝΕΙΑΤΟΥ.

Ἔφηβος καταλιπῶν τὰς παρθικὰς ἐπικρατείας ὁ Μιθροβουζάνης, δοῦλος δορυάλωτος ἀρχικῶς, εἴτα προκόψας, κερδίσας τὴν εὔνοιαν τοῦ αὐθέντου του, ἐξαγοράσας ἐν τέλει διὰ τοῦ χρήματος ὅ,τι τοῦ ἐστέρησαν τὰ ὅπλα.

Περιελθῶν εἰς μεγίστην εὐημερίαν, προμηθεύσας οἴνους καὶ δέρματα, τὴν ἐν Ἱππῶνι σταθμεύουσαν λεγεῶνα, νυμφευθεὶς τὴν κόρην γέροντος –δυσπραγοῦντος- συγκλητικοῦ, τώρα εἰς τὴν Ῥώμην, ἀνέρχεται τὴν Cursus Honorum, φέρων πιὰ τὸ ὄνομα Λαίλιος Σπίνθερ Περτίναξ.

Εὔνους ἐφάνη ὁ χριστιανὸς ἐπίσκοπος -ἰκανοτάτη ὑπῆρξεν ἡ προσφορὰ τοῦ Περτίνακος εἰς οἶνον φαλερνικόν πρὸς τὴν ἐκκλησίαν του-, ἀνεκτικὸς καὶ ὁ συνήθως αὐστηρὸς Πατὴρ τῶν Πατέρων τοῦ ἐν Ῥώμῃ Μεγάλου Μιθραϊκοῦ Θυσιαστηρίου.

Ἐταυροβολίσθη ὁ Περτίναξ, καταστὰς μάλιστα, ὁποία εἰρωνεία, «Πέρσης».

Τώρα πλέει ἡ ἰδιωτικὴ του λιβυρνὶς ἔξωθεν τοῦ Σουνίου.

Τελευταία ζωηρὰ ἐπιθυμία ἐγεννήθη ἐντὸς του, ἡ «πόσις τοῦ κυκκεῶνος».

Καὶ νὰτος μετὰ τρεῖς ἡμέρας δεξιώσεων καὶ σπατάλης εἰς τὸ Ἄστυ, πορεύεται πρὸς τὴν Ἐλευσίνα. Λόγῳ ἐπιδημίας ἔχασε πέρυσι τὰ Μικρὰ ἐν Ἄγραις Μυστήρια.

Ὁ γέρων Νεστόριος, ὁ Εὐμολπίδης Ἱεροφάντης, τοῦ ἐμήνυσε τότε, ὄτι δὲν δύναται νὰ τὸν μυήσῃ εἰς τὰ Μεγάλα –πόσον μᾶλλον εἰς τὰ Ἐποπτικά-, τὸν ὑπέρτατον βαθμὸν τῆς Δήμητρος καὶ τῆς Κόρης.

Τώρα ὅμως τὸ πρόβλημα ἤρθη!

Διὰ λακτισμάτων πρὸ δύο μηνῶν ἐξεβλήθη ὁ Νεστόριος ἐκ τοῦ Τελεστηρίου. Νέος ἰσχυρὸς ἀνὴρ ἤρπαξε τὸν πανάρχαιον θρόνον!

-Τὸν θρόνον ποὺ ἐσεβάσθησαν ὁ Ἀρχίδαμος, οἱ Βοιωτοί, τόσοι ἐχθροὶ τοῦ δαιμονίου πτολιέθρου-.

Τὸν θρόνον αὐτὸν κατέχει πλέον ὁ Καδμίων, ὁ Πατὴρ τῶν Πατέρων τοῦ Μιθραίου τῶν Θεσπιῶν. Μισὸς Βοιωτός, μισὸς Κύπριος.

Αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ «Ἱεροφάντης» –τὶ τιμή!- τοῦ διεμήνυσε διαπρυσίοις λόγοις,

«λθ Περτίναξ φιλόφρον δελφέ, καγ μυήσω σε ν τος περτάτοις»!

Τώρα πομὰς ὤχρας καλύπτει τὰς παρειὰς του, -διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ χλωμότης τοῦ …νηστεύσαντος-!

Ἀκόμη καὶ ὁ χριστιανὸς ἐπίσκοπος τῶν Ἀθηνῶν συνεκινήθη, ὅταν τὸν εἶδεν ἀνυπόδητον, πεζῆ πορευόμενον, φέροντα τὸν λευκὸν τρίβωνα τοῦ θιάσου τῶν μυουμένων…

Ἐπορεύετο μετὰ τῶν λοιπῶν προσκυνητῶν, ἄνευ βαλαντίου –τὸ χρῆμα εἶχεν ἤδη κατατεθῇ ἐν τῷ ἐν Πειραιεῖ πρακτορείῳ τοῦ Μιθραίου-…

Ὕψωσεν ὁ ἐπίσκοπος τὴν χείρα του σκιάζων τοὺς ὀφθαλμοὺς του καθὼς ἡ ἀκολουθία ἐπορεύετο πρὸς δυσμὰς τὴν Ἱερᾶν Ὁδόν.

Ὁ πονηρὸς Περτίναξ ἐσχολίασε. «Βλέπετε; κόμη κα πίσκοπος μ ελογε.

Ἐμυήθη!

Ὁποία πρόοδος μυητικῶν μεθόδων!

Διὰ πρώτην φορὰν ἐφέτος, ἡ νέα διοίκησις τοῦ Ἐλευσινείου, ἐκάλεσε τοὺς καλυτέρους τῶν ὑποκριτῶν τοῦ Ἄστεος! -Προηγουμένως «ἐμυήθησαν» κι᾿ ἐκεῖνοι…

Τὶ πλοῦτος μηχανῶν καὶ τεχνασμάτων, τὶ μουσικαί! Τὶ στόνοι ἐκ τῶν χασμάτων. Τὶ κατάνυξις! Τὰ Ἐποπτικά! Ὁ Τελεύτιος Βαθμός! Τὶ κομψότης λόγου. Τὶ μυστηριώδεις, ἀκατάληπτοι ἐπωδοί!

Αὐτὸς, ὁ πρώην δοῦλος, μυεῖται μετὰ δεκαεπτὰ ἄλλων! Καὶ ποίων!

Ῥωμαῖοι πατρίκιοι, Ἀθηναῖοι ἐφοπλισταί. Ἰδοῦ καὶ ὁ Διονυσιόδωρος ὁ προμηθευτὴς τῶν Λεγεώνων τῆς Ἀνατολῆς! Ὁποία σύμπτωσις! Ἰδοῦ καὶ ὁ σκυτοτόμος Κλεόπας ἐξ Ἀλεξανδρείας –αἱ φῆμαι τὸν θέλουν καὶ χριστιανόν-!

Ἰδοῦ καὶ ὁ Φιλιππικός, ὁ σιτέμπορος τῆς Νέας Ῥώμης, τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως, γόνος σιτεμπόρων, κατηραμένων διὰ τοῦ αἵματος Σωπάτρου τοῦ Ἀπαμιέως.

Ὅλοι ἐκλήθησαν ἐκεῖ καὶ ἔπιον τὸν κυκκεῶνα!

Ὅλοι ἐμυήθησαν εἰς τὰ Ἐποπτικά.

Ὅλοι ἔλαβον τὸν Τελεύτιον Βαθμόν!

Ὅλοι «εἶδον»!

Ὅλοι «ἐνίκησαν» τὸν θάνατον!

Ὅλοι ἀπῆλθον πρὸς τὸν …θάνατον!

Αναρτήθηκε από Φρεάντλης: «…ὡς γε πένης ὦν ἄγαν ὥρμησε μισθοφορεῖν, καὶ νύκτωρ μὲν ἐν τοῖς κήποις ἤντλει, μεθ᾿ ἡμέραν δὲ τοῖς λόγοις ἐγυμνάζετο ὅθεν καὶ Φρεάντλης ἐκλήθη…»

Από το http://freantles.blogspot.com/2010/11/blog-post.html

από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

Ιππότες του Ναού και η συνάντηση της Ανατολικής με τη Δυτική Παράδοση.

Η ιδέα για αυτή τη μικρή έρευνα γεννήθηκε πριν από δυο περίπου χρόνια. Είχα ήδη κάποιες πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει κυρίως  όταν αναζητούσα υλικό για το Bleeding Angels- Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης (Αρχέτυπο) και ακόμα συνεχώς μάθαινα για την παρουσία ομάδων βουδιστών στην Προβηγκία και το Λανκεντόκ, τις περιοχές δηλαδή που έδρασαν οι Καθαροί και οι Ναίτες. Όταν επισκέφθηκα το διασημότερο μνημείο της σφαγής των Καθαρών το  Μοντσεγκούρ (Montsegour) είχα την πρώτη μου έκπληξη. Το μικρό οχυρό που βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου ήταν το τελευταίο καταφύγιο για τα καταδιωκόμενα γυναικόπαιδα και τους γέροντες όπου κλείστηκαν μαζί με μερικούς μισθοφόρους από τα γειτονικά Πυρηναία που δεν ήταν Καθαροί.

Όταν μετά από πολύμηνη πολιορκία δεν είχαν άλλη λύση από το να παραδοθούν στα παπικά στρατεύματα οι Καρδινάλιοι τους έδωσαν δυο λύσεις. Ή θα μεταλάμβαναν την όστια και θα φυλακίζονταν  σαν καλοί χριστιανοί  ή θα οδηγούνταν στην πυρά. Όχι μόνο οι εξαντλημένοι Καθαροί, αλλά ανεξήγητα  και οι σκληροτράχηλοι μισθοφόροι προτίμησαν να τη δεύτερη λύση. Ανέβηκαν όλοι μαζί σε ένα τεράστιο ξύλινο βάθρο που είχε στηθεί στη βάση του λόφου του Μοντσεγκούρ και παραδόθηκαν στις φλόγες. Αυτή η ηρωική  πράξη αντίστασης στην παπική αυθαιρεσία γέννησε πολλούς μύθους που έχουν εισέλθει σε όλες τις μορφές τις Δυτικής εσωτερικής παράδοσης. Στον τόπο του μαρτυρίου υπάρχει ένα μνημείο όπου καθημερινά ντόπιοι κάτοικοι και περαστικοί ταξιδιώτες αφήνουν λίγα λουλούδια ή ιδιόγραφα σημειώματα. Ανάμεσα σε αυτά είχα παρατηρήσει και ένα σημείωμα με την εικόνα του Βούδα! Τι σχέση μπορεί να έχει ένας βουδιστής με τους Καθαρούς είχα αναρωτηθεί;
(περισσότερα…)

«Ήρθα δάσκαλε, γιατί νιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πώς μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;’

Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε:

‘Πόσο λυπάμαι αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά ίσως…’ και ύστερα από μια παύση συνέχισε: ‘ αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω’.

‘ε… μετά χαράς, δάσκαλε’ είπε διστακτικά ο νεαρός, νιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν γι’ άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

‘Ωραία’ συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε ένα δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας: ‘πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς γι’ αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς.’

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι και έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε γι’ αυτό.

Όταν το παιδί έλεγε ‘ένα χρυσό φλουρί’ όλοι γελούσαν. Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στον δρόμο του στην αγορά –και σίγουρα θα ήταν πάνω από 100 άτομα-, παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.

Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλιτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου.

‘Δάσκαλε’ είπε, ‘λυπάμαι. Είναι αδύνατον να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.’

‘Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε’ απάντησε ο δάσκαλος. ‘Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησε πόσα μπορεί να πιάσει. Όμως, μην του το πουλήσεις όσα κι αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι.’

Ο νεαρός καβάλησε και έφυγε πάλι.

Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με τον φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί:

‘Πες στο δάσκαλο αγόρι μου, ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά για το δαχτυλίδι του.’

‘Πενήντα οχτώ χρυσά;’ Φώναξε το παιδί.

‘Ναι’ απάντησε ο κοσμηματοπώλης.

Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα.

‘Κάθισε’ του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. ‘είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. Ένα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σε εκτιμήσει ένας αληθινά ειδικός. Γιατί στην ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;’

Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού.»

του ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ  από το Faos Satori http://ianisdo.blogspot.com/

Κείμενο απο το ΑΒΑΤΟΝ
«Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος».
Αυτές είναι οι πρώτες λέξεις του Ευαγγελίου του Ιωάννη, του συγγραφέα της Αποκάλυψης. Το Ευαγγέλιο αυτό κατά ένα μυστήριο τρόπο είναι ιδιαίτερα αγαπητό και το αποδέχονταν και χρησιμοποιούσαν πολλές αμφιβόλου κανονικής πίστεως ή αιρετικές ομάδες όπως οι Γνωστικοί, οι Καθαροί και οι Ιππότες του Ναού.
Μου το θύμισαν οι πρώτες λέξεις της εισαγωγής του βιβλίου The Golden Section του Scott Olsen που είχα την τύχη να συναντήσω πάλι καθώς συμμετείχε ως ομιλητής στο Phinix Rising . O Olsen είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, διδάσκοντας επίσης σε μεταπτυχιακά προγράμματα που αφορούν την δυτική εσωτερική παράδοση.

Η Χρυσή Τομή ή Χρυσή Αναλογία για να το θυμηθούμε λιγάκι είναι η πιο αρμονική διαίρεση ενός ευθύγραμμου τμήματος σε δύο άνισα μέρη που έχουν μια συγκεκριμένη μαθηματική αναλογία. Αυτή η αναλογία είναι πολύ συχνή στη φύση και θεωρείται ιδανικό ομορφιάς και αρμονίας. Στα έργα τέχνης χρησιμοποιείται συχνά το χρυσό ορθογώνιο, η βάση του οποίου είναι η χρυσή τομή του ύψους του – αν το ύψος ισούται με 1, η βάση θα είναι 0,618. (Η αναλογία της χρυσής τομής είναι 1:1,618.). Ο Παρθενώνας, η Τζοκόντα του Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι και καθημερινά χρηστικά αντικείμενα όπως τα μαθητικά τετράδια, οι σελίδες Α4 και οι πιστωτικές κάρτες στηρίχτηκαν στο σχήμα του χρυσού ορθογωνίου.
Η χρυσή τομή που αποδίδεται στον Πυθαγόρα μας αποκαλύπτει ότι, ο λόγος του μικρότερου (τμήματος) προς το μεγαλύτερο είναι ίσος με το λόγο του μεγαλύτερου (τμήματος) προς το Όλον (μήκος του ευθύγραμμου τμήματος). Δεν μιλά όπως γίνεται αντιληπτό μόνο για ευθύγραμμα τμήματα αλλά μπορεί να εφαρμοστεί στα πάντα.
Λοιπόν, το μικρό αυτό βιβλίο του Olsen (μόλις 58 σελίδες) συνοπτικά και γλαφυρά βάζει σε τάξη και εξηγεί στο άσχετο (δηλαδή σε εμένα) τις γεωμετρικές προτάσεις που αποκαλύπτουν τα μυστικά της Φύσης. Η Χρυσή αναλογία, οι αριθμοί Π και Φ (από το πρώτο γράμμα του ονόματος του Φειδία)… Προτάσεις που διατύπωσαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι και όταν τα διαβάζουμε σε κάποιο ξενόγλωσσο βιβλίο – καλή ώρα- ή από κάποια μετάφραση ξεχνάμε ότι γράφτηκαν για πρώτη φορά στην γλώσσα που μιλάμε και σήμερα. Την ελληνική.
Εν αρχή ην ο Λόγος, και τι σημαίνει λόγος;
– Λόγος είναι η Αιτία, το πρώτο Αίτιο. Εκείνο που έδωσε την αφορμή για την Δημιουργία, τις επτά βιβλικές ημέρες που κατά πολλούς ακόμα δεν έχουν συμπληρώσει τον κύκλο τους.
– Ο Λόγος είναι η λέξη που αρθρώνεται, η Λέξη που μαγικά δημιουργεί και βάζει τάξει στο χάος. Οι αρχαίοι πίστευαν πολύ στη δύναμη μιας λέξης όταν γνωρίζουμε τον τρόπο προφοράς της. Μάλιστα θεωρούσαν πως το όνομα με το οποίο έχει χρησθεί κάποιος, το αληθινό του όνομα δεν πρέπει να γίνεται γνωστό γιατί αν κάποιος κακόβουλος το γνωρίζει τότε μπορεί να τον επηρεάσει. Ακόμα και η θεά Ίσιδα για να μπορέσει να επαναφέρει στη ζωή τον αγαπημένο της Όσιρη έπρεπε να ξέρει το αληθινό του όνομα, την μαγική λέξη που αν προφέρονταν κανονικά αναγεννούσε μέχρι και θεούς. Η λέξη αυτή ήταν χαραγμένη στο πιο απόκρυφο σημείο του διαμελισμένου θεού και όταν βρέθηκε τότε αναγεννήθηκε και αυτός και η ερημωμένη χώρα του. Από αυτή την αρχαία παράδοση κρατούν και όλες οι διαφορετικές ιστορίες αναζήτησης ενός «απολεσθέντος Λόγου».
– Λόγος τέλος είναι η αναλογία, το μυστικό της δημιουργίας που αναζήτησαν οι αλχημιστές του μεσαίωνα και περιγράφεται στον Σμαράγδινο Πίνακα του Ερμή του Τρισμέγιστου:
Είναι αληθέστατον, αψευδέστατον, βεβαιότατον.
Το προς τα κάτω, αναλογεί τω προς τα άνω, και το προς τα άνω είναι ανάλογον τω προς τα κάτω, προς επιτέλεσιν των θαυμασίων του Ενός μόνου Πράγματος.
Και όπως τα πάντα προήλθον εξ Ενός πράγματος, δια της Σκέψεως Ενός, ούτω τα πάντα εγεννήθησαν εκ του Όντος τούτου δια προσαρμογής.

Ας ξαναδούμε λοιπόν ολοκληρωμένη την πρώτη παράγραφο του Ευαγγελίου Ιωάννη που λέει:
«Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν».
Στην αρχή ο Λόγος ήταν προς τον Θεό και τα πάντα μέσω αυτού έγιναν.
Και να επαναλάβουμε τη χρυσή αναλογία όπου το μικρότερου προς το μεγαλύτερο είναι ίσο με το λόγο του μεγαλύτερου προς το Όλον.
Αρκεί να γνωρίζουμε να κατανοούμε και να ορίσουμε ποιο είναι το μικρό ( ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι ίσως) και ποιου μεγαλύτερου μέρους αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι .
Ορίστε λοιπόν τις παραμέτρους και τα συμπεράσματα… δικά σας.

Κείμενο απο το ΑΒΑΤΟΝ
Αρχές Ιουλίου βρέθηκα στα Πυρηναία στο Grotte de Niaux. Το τελευταίο σπήλαιο με βραχογραφίες της Ανώτερης Παλαιολιθικής (Μαγδαλένια) εποχής που μπορεί ακόμα να επισκεφτεί ο οποιοσδήποτε. Τα άλλα γνωστά σπήλαια όπως το Λασκό είναι πλέον προσβάσιμα μόνο σε ειδικούς επιστήμονές για να διαφυλαχθεί κατά το δυνατόν ακέραιο το περιβάλλον που τα συντήρησε για χιλιάδες χρόνια.

Η κάθοδος είναι μια μυητική επιστροφή στη μήτρα της ύπαρξης μας. Κάθε ομάδα δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από 15 άτομα, γερά ντυμένα , με αθλητικά παπούτσια και με ατομικό φακό αφού μετά από 1200 μέτρα πορεία στο βάθος του σπηλαίου βρίσκεσαι σε μια σταθερή θερμοκρασία 12 βαθμών. Εκεί τα φώτα όλα σβήνουν. Απόλυτο σκοτάδι με ορθάνοιχτα μάτια, απόλυτη ησυχία εκατοντάδες μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης.  Μαγεία! Τότε η οδηγός ανάβει τον δικό της φακό και φωτίζει ένα ένα τα βραχογραφήματα. 15-18000 χρόνια πριν από την εποχή μας κάποιοι άνθρωποι έκαναν την ίδια πορεία, και με γενναίες μονοκοντυλιές απεικόνισαν ζώα της εποχής τους. Το χέρι που σχεδιάζει με μια γραμμή ενός μέτρου μια μορφή είναι χέρι αρτίστα που το έχει κάνει εκατοντάδες ή χιλιάδες φορές . Σχεδίαζαν μάλιστα γύρω από φυσικές καμπύλες των βράχων εκμεταλλευόμενοι τη μορφή τους έτσι ώστε να φαίνεται τρισδιάστατη η μυϊκή δομή του ζώου που απεικόνιζαν. Η τέχνη και η εξειδίκευση σε αυτή είναι διαχρονικό στοιχείο πολιτισμού. Για να εντρυφήσει κάποιος σε αυτή πρέπει να έχει λυμένα τα βιοπορίστικά του προβλήματα και αρκετό ελεύθερο χρόνο. Πότε; πριν από 15000 χρόνια. Θυμήθηκα μια ακόμα μορφή που έχω περιλάβει και στην «Απόκρυφη Παράδοση της Δύσης».

«Η Κυρία του Brassempouy»,φτιαγμένη πριν από 28.000 !!! χρόνια. Μια γλυκύτατη γυναικεία μορφή σκαλισμένη σε κόκαλο μαμούθ περίπου 4 με 5 πόντους ύψος.

Αυτό που στην τέχνη ονομάζουμε μικρογλυπτογραφία. Που για να ασχοληθείς με αυτή πρέπει πρώτα να γνωρίζεις γλυπτική. Είκοσι οκτώ χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή μας. Ένας πολιτισμός, μια κουλτούρα χαμένη σε μια πορεία που μάλλον δεν μας ενδιαφέρει ούτε καν να μας διδάξει την αιτία της εξαφάνισης της αφού και η κοινή άποψη είναι ότι εκείνη την εποχή κατοικούσαν τη γη μόνο κάποια πιθηκοειδή.

Εκείνο το βράδυ είδα στην τηλεόραση τη συνάντηση των αρχηγών των οικονομικά ισχυρότερων κρατών. Πανηγύριζαν γιατί συζήτησαν επιτέλους την προοπτική λήψης κοινών μέτρων για την σωτηρία του πλανήτη στα ερείπια της L’ Aquila.

Τι θα κάνουμε για τη σωτηρία του άτριχου πίθηκου. Αυτού που πίστευε μέχρι πρόσφατα ότι όλα δημιουργήθηκαν από το μηδέν ένα μεσημέρι Παρασκευής πριν από 6000  χρόνια. (Αυτό επιτάσσανε οι θρησκείες και υπό αυτό το πρίσμα γινόντουσταν όλες οι επιστημονικές εργασίες μέχρι τα μέσα του περασμένου ακόμα). Πριν από την δημιουργία του Παραδείσου δεν υπήρξε τίποτα και ότι βρήκε μπροστά του εκείνη την μέρα ο πρώτος «άνθρωπος» ήταν σίγουρος πως του χαρίστηκε για να παίζει μαζί του. Έτσι έφτιαξε τον κόσμο του. Περιπλανήθηκε με την έπαρση του μονογενή περιούσιου και την αθωότητα του άσχετου.

Κοίταξε μέσα στα ύδατα της δημιουργίας και αντίκρισε το είδωλό του.

Τρομάζοντας στην όψη του δίδυμου αντίπαλου που αντίκρισε τράβηξε ένα στιλέτο και άρχισε να τον μαχαιρώνει με μανία.

Αίμα πλημμύρησε τα μαγικά νερά, η επιφάνειά τους σκιάχτηκε από τα βογκητά των πλασμάτων. Πονά διπλά η πληγή που σου ανοίγει το διπλό σου φάσμα, όσο φριχτά πονά κι αυτό.

Αυτή η πάλη, αυτή η τρέλα δεν μπορεί να τελειώσει με υπόγραφές σε φυλλάδες και ευχολόγια. Ο άσπρος πίθηκος πρέπει να τιθασεύσει το αγρίμι, να ορθώσει το ανάστημά του και να κοιτάξει ψηλά, ως άνθρωπος *.

Αυτογνωσία νομίζω πως το έλεγαν από παλιά.

Άνθρωπος : κατά μια εκδοχή η λέξη προέρχεται από το άνω θρώσκων , αυτός που κοιτά ψηλά

Από το PHOENIX RISING, Διεθνές Ακαδημαϊκό Συνέδριο με Θέμα τον Δυτικό Εσωτερισμό και τίτλο “Θάνατος και Αναγέννηση στην Φιλοσοφία, την Τέχνη και την Λογοτεχνία:
Μια Κοινωνία που Πεθαίνει, ή μια Αναγέννηση για τον 21ο Αιώνα;”
που έγινε στο Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Ινδιανάπολης, Αθήνα Μάρκου Αυρηλίου 5, Πλάκα 6-7 Νοεμβρίου 2009.

«Ανοίξτε το μυαλό σας, φίλοι μου. Όλοι φοβόμαστε αυτό που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε»

Ο τίτλος αυτής της εισήγησης[2] προϊδεάζει για το ατελές του περιεχομένου. Πρόκειται -κατ’ ουσίαν- για μια συνοπτική εισαγωγή με αμφίβολη –μάλιστα- αυθεντικότητα. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ως εύσχημο υπότιτλο ή και διαφορετικό ακόμα τίτλο: «μια προσεγγιστική απόπειρα – μικρή συμβολή στην ιστορία του δυτικού εσωτερισμού». Όταν ξεκίνησα να δώσω τον τίτλο της εισήγησης ήξερα περί τίνος ήθελα να γράψω. Αυτό όμως που δεν ήξερα ήταν πόσο δύσκολο θα ήταν το εγχείρημα αυτό στην πραγματικότητα. Δεν σας κρύβω ότι πολλές φορές –κατά τη διάρκεια της μελέτης και της συγγραφής- ένιωσα σαν καταξιωμένος αστρονόμος, ο οποίος όμως στην πράξη ποτέ του δεν είχε κοιτάξει τα άστρα κατάματα!

Νόμιζα και ίσως συνεχίζω να θεωρώ ότι ξέρω πολλά περί Eλευθεροτεκτονισμού. Πολλοί από εσάς ενδεχομένως να πιστεύετε το ίδιο. Ίσως πράγματι να ξέρετε το αντικείμενο τόσο καλά που δεν μπορείτε να το ορίσετε με λέξεις, όπως δεν μπορείτε να ορίσετε τη γεύση του καφέ, το κίτρινο ή το κόκκινο χρώμα, ή την έννοια του θυμού, την ανατολή, το ηλιοβασίλεμα… Αυτό συμβαίνει διότι ορισμένα πράγματα είναι τόσο βαθιά μέσα μας που μπορούν να εκφραστούν μόνο με τα κοινά σύμβολα, με κοινές παραστάσεις που μοιραζόμαστε. Επομένως, γιατί να χρειαστούμε λέξεις;

Θυμάμαι ένα παράθεμα από τον Άγιο Αυγουστίνο[3] που νομίζω ταιριάζει στην περίπτωσή μου. Λέει: «Τι είναι χρόνος; Αν οι άνθρωποι δεν με ρωτήσουν τι είναι χρόνος, ξέρω. Αν με ρωτήσουν τότε δεν ξέρω». Έτσι, νιώθω κι εγώ για ό,τι επιχειρήσω να σας πω απόψε. Παρά ταύτα θα προσπαθήσω!

(περισσότερα…)