Κείμενο μου από την στήλη Εν Ιορδάνη Περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ τ. 161

Και όταν έκλεισε τα μάτια ονειρεύτηκε.

Κύκλοι ομόκεντροι η ύπαρξη , περιφέρειες εκτεινόμενες στο άπειρο. Κύκλοι ομόκεντροι που ένα παιχνίδισμα τυχαιότητας, μια διάθλαση φωτός , ανάμνηση από την ανυπαρξία, τους αποκαλύπτει σαν έναν λαβύρινθο. Έναν άπειρο λαβύρινθο που αν βρει το σωστό μονοπάτι να το ακολουθήσει ως το κέντρο θα ανακαλύψει το μυστικό Ρόδο, σαν την εικόνα που αποτύπωσαν οι μαστόροι του μεσαίωνα στον Καθεδρικό Ναό της Σάρτρ. Ή έναν ζωντανό παλλόμενο σχήμα που αν το πιάσει στα χέρια του και τον γυρίσει ενενήντα μοίρες θα του αποκαλυφθεί σαν μια ατέλειωτη σπείρα.

Και ονειρεύτηκε το βλέμμα του να παρατηρεί τον πανταχού παρόντα ενεστώτα χρόνο καθώς αγκαλιάζει το σύνολο του χώρου όπου αποκαλύπτεται το αρχιτεκτόνημα της δημιουργίας.

blind

Ο Νοβάλις έγραψε ότι ο μεγαλύτερος μάγος είναι εκείνος που μαγεύει τον εαυτό του μέχρι του σημείου να αποδεχτεί τις δικές του φαντασμαγορίες σαν αυτόνομα φαντάσματα.

Οι Βέδες αυτό το μακρύ ποίημα που το “είδαν” σε έκλαμψη σαν εικόνα οι Ινδοί παραμυθάδες και το αφηγήθηκαν υπάρχει μια υπέροχη σχετική ιστορία. Οι Ινδοί όπως και Έλληνες φιλόσοφοι της εποχής, οι στωικοί και οι πυθαγόρειοι, πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελείται από άπειρους κύκλους. Ο κάθε τέτοιος κύκλος ύπαρξης που ονομάζουν Κάλπα είναι τόσο μεγάλος που δύσκολα μπορεί να το συλλάβει ο άνθρωπος. Το εξηγούν όμως με μια πανέμορφη αλληγορία. Το Κάλπα είναι ένα πανύψηλο σιδερένιο τείχος, δεκάξι μίλια ψηλό που περιβάλει την ύπαρξη. Κάθε εξακόσια χρόνια ένας άγγελος το χαϊδεύει με ένα αραχνοΰφαντο πανί. Όταν το πανί θα ‘χει διαβρώσει εντελώς αυτό το πανύψηλο σιδερένιο τείχος, τότε θα ‘χει περάσει η πρώτη μέρα ενός από τα Κάλπα. Οι θεοί και οι άνθρωποι ζουν όσο διαρκεί ένα Κάλπα. Μετά εξαφανίζονται, πεθαίνουν. Το μόνο που μένει είναι το αρχέτυπο που δημιουργεί πάλι το πάν, και αυτό είναι οι Βέδες, η αφήγηση της ύπαρξης.
Ο Βράχμα θα βρεθεί και πάλι στο παλάτι του αναγεννημένος. Περνάει ένα- ένα όλα τα άδεια δωμάτια και νοσταλγεί τους άλλους θεούς. Η σκέψη του δίνει υπόσταση σε όλους τους θεούς που εμφανίζονται περιμένοντας τις προσταγές του, πιστεύοντας πως ο Βράχμα τους έχει δημιουργήσει. Δεν μπορούν να πιστέψουν ακόμα και αυτοί ότι είναι προϊόντα μιας νοσταλγίας και ενός ονειρέματος.

Η αφήγηση, η συγκρότηση σε λέξεις της ανάμνησης που φτάνει από τα βάθη της ύπαρξης υπήρξε και είναι η πρώτη μορφή δημιουργίας και τέχνης για εμάς που φτιαχτήκαμε από τα υλικά των ονείρων. Με την αφήγηση δώσαμε υπόσταση στο μυθικό στοιχείο και με την τέχνη ξορκίσαμε την τραγωδία της εγκλωβισμένης ύπαρξης εντός της πραγματικότητας που επιβάλει η γραμμική ιστορία. Η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο πασχίζω να ξυπνήσω, λέει στον Οδυσσέα του ο Τζέιμς Τζόις. Και η περιπλάνηση του είναι ένα “άλγος νόστου” που τον οδηγεί να υπερβεί τα δεσμά και τα όρια της.

Ο Όμηρος που αφηγήθηκε πρώτη φορά την περιπλάνηση του Οδυσσέα ήταν τυφλός. Όπως και ο Μπόρχες που εκτός από την διήγηση του Βράχμα είχε πει μια ακόμα όμορφη ιστορία.

Για έναν πληγωμένο πολεμιστή κάπου στην μακρινή ανατολή, που περιπλανιέται μέρες μακριά από τον τόπο της μάχης προς τον βορρά και τελικά βρίσκει καταφύγια σε κάποια αρχαία κυκλικά ερείπια. Όταν ξυπνά βρίσκει τις πληγές του να έχουν θεραπευτεί με μαγικό τρόπο και ακόμα προσφορές δίπλα του από τους ντόπιους. Κάτι που σημαίνει ότι οι ντόπιοι είτε ζητούν την εύνοιά του είτε φοβούνται τη μαγεία του. Στη συνέχεια αποφασίζει να εστιάσει την δύναμη του στο να ονειρευτεί έναν άνθρωπο. Εισέρχεται σε ένα διαλογιστικό ύπνο και συγκεντρώνει όλες τις προσπάθειές του στο όνειρο, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μέσα από την ίδια τη διαδικασία του ονείρου. Κάποιο πρωί θα διαπιστώσει ότι το πλάσμα που ονειρεύτηκε υπάρχει δίπλα του με σάρκα και οστά. Τον διδάσκει και τον χρησιμοποιεί ως μαθητή στη σχέση του με τους ντόπιους.

Όμως μετά από λίγα χρόνια θα αισθανθεί κουρασμένος, αδύναμος μέσα στην ματαιότητα των πράξεων του και φοβούμενος ότι τελικά ο νεαρός θα ανακαλύψει ότι δεν είναι σαν τους άλλους αλλά το προϊόν του ονείρου του. Η ιστορία τελειώνει με ένα ολοκαύτωμα που κατατρώει τα ερείπια όπου έζησε αυτός ο άνθρωπος. Τότε διαπιστώνει ότι η φωτιά δεν τον βλάπτει, και έτσι ανακαλύπτει ότι και αυτός είναι επίσης το προϊόν του ονείρου κάποιου άλλου.

Και ο Όμηρος και ο Μπόρχες όπως και πολλοί μάντεις και αφηγητές μέσα στη ροή της ιστορίας ήταν τυφλοί.

Ίσως η έλλειψη της πλασματικής εικόνας της καθημερινότητας τους επέτρεψε να περιδιαβούν τον λαβύρινθο της ύπαρξης και να μας διηγηθούν αποσπάσματα από μια άλλη πραγματικότητα.

Αυτή που αντίκρισε Εκείνος που είπε “Τετέλεσται”.

Και κλείνοντας τα μάτια, βγήκε από το όνειρο του άλλου.

Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης.

Advertisements

Το ηρωικό βατραχάκι

                                              Kείμενο μου από το Εν Ιορδάνη στο περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

 

Έχουμε βρεθεί  όλοι μας εδώ και μερικά χρόνια σε μια τρομερά δύσκολη κατάσταση και καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε για τα φοβερά που συμβαίνουν και τα τρομερότερα που έρχονται.

Ένα μεσαιωνικό, γαλλικό παραμύθι που άκουσα πριν λίγο καιρό, νομίζω ότι έχει να πει πολλά περισσότερα στον καθένα μας, από τους ειδήμονες της τηλεόρασης και του διαδικτύου και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας.

frog

Σε ένα βάλτο, στη ρίζα ενός βουνού που φτάνει ως τον ουρανό, ζούσε μια μεγάλη παρέα βατράχων. Από τα αρχαία χρόνια, οι σοφοί έλεγαν πως όποιος κατορθώσει ν’ ανεβεί στην κορυφή του βουνού, θα αντικρίσει το πιο θαυμαστό θέαμα που έχει δει ποτέ θνητό πλάσμα. Μια μέρα λοιπόν, τα βατράχια μαζεύτηκαν να κουβεντιάσουν το ζήτημα.

«Όλοι μάς έχουν για άχρηστα πλάσματα, σιχαμερά και τεμπέλικα, άξια μόνο να πλατσουρίζουμε σε βάλτους. Γιατί να μην είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα δούμε το πιο μαγικό θέαμα που μπορεί να δει θνητός;» είπε ένα ανάμεσά τους.

Τα υπόλοιπα βατράχια τέντωσαν το λαιμό τους περιμένοντας να ακούσουν τι σκαρφίστηκε ο φίλος τους.

«Λέω λοιπόν ν’ ανεβούμε στη βουνοκορυφή!» φώναξε το βατράχι που είχε μιλήσει.

Οι φίλοι του κοιτάχτηκαν έκπληκτοι. Κι ενώ τα περισσότερα είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό, μερικά φώναξαν ξαφνικά «Ναιαιαιαί!» με ενθουσιασμό. «Ναιαιαί!», φώναξαν και ξαναφώναξαν φουσκωμένα από περηφάνια.

Μαζεύτηκαν λοιπόν δέκα βατραχάκια, έτοιμα να πετύχουν αυτό που όλοι έλεγαν πως ήταν ακατόρθωτο. Αποχαιρέτισαν τους δικούς τους και ξεκίνησαν να σκαρφαλώνουν στο βουνό πάνω από το βάλτο, το μόνο μέρος που είχαν γνωρίσει ποτέ στη ζωή τους.

«Ναιαιαί!» φώναζαν κι αντιλαλούσε ολόκληρη η κοιλάδα από την τόλμη και τον ενθουσιασμό τους.

Μετά από πολύ κόπο, λαχανιάσματα και τούμπες, έφτασαν στο πρώτο πλάτωμα του βουνού. Εκεί συνάντησαν μια παρέα από νυφίτσες.

«Πού πάτε, δύσμοιρα βατράχια; Θα πεθάνετε εδώ πάνω χωρίς γούνα μέσα στο κρύο», τους είπαν.

«Πάμε στην κορυφή, να δούμε το πιο όμορφο θέαμα του κόσμου!» απάντησαν εκείνα.

«Ανόητα πλάσματα», είπαν οι νυφίτσες, «κανένας δεν το έχει καταφέρει. Πριν φτάσετε στα μισά του δρόμου θα είστε όλοι νεκροί. Σας το λέμε, λοιπόν, για τα καλό σας, γυρίστε στο βάλτο σας όσο είναι καιρός».

 

Τα μισά βατράχια με σκυμμένο κεφάλι πήραν το δρόμο της επιστροφής. Τα άλλα μισά φωνάζοντας όλα μαζί «Ναιαιαί!» (για να δίνουν κουράγιο το ένα στο άλλο) συνέχισαν αποφασιστικά το δρόμο τους για την κορυφή.

Σαν έφτασαν, με χίλια βάσανα, στο δεύτερο πλάτωμα του βουνού, να ’σου μπροστά τους μια οικογένεια αλεπούδων. «Τι δουλειά έχετε τόσο μακριά από το βάλτο σας μικρά βατραχάκια;» τα ρώτησαν.

«Ανεβαίνουμε στην κορυφή του βουνού να δούμε το μαγικό θέαμα!» απάντησαν εκείνα.

«Τόσο ηλίθια βατράχια δεν έχουμε ξαναδεί», είπαν οι αλεπούδες. «Ούτε να σας φάμε για μεζέ δεν καταδεχόμαστε. Κανείς ποτέ δεν πάτησε αυτή την κορυφή, όλοι ξέρουμε ότι οι σπουδαίοι σοφοί που μιλούν για τη μαγική της ομορφιά έχουν προειδοποιήσει για τους θανάσιμους κινδύνους. Γυρίστε γρήγορα στο βάλτο σας όσο είναι καιρός, γιατί σε λίγο τα δέρματά σας θα είναι κολλημένα σε κάποιο βράχο και ξεραμένα από τον ήλιο».

Τρία από τα βατραχάκια έκαναν μεταβολή αμίλητα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Τα δυο που είχαν απομείνει, κοιτάχτηκαν και φωνάζοντας «Ναιαιαί!» με όλη τους τη δύναμη συνέχισαν να σκαρφαλώνουν.

Με ήλιο καυτό και άνεμο παγωμένο, μέσα από βράχια και βάτα, εκεί που ένιωθαν την ανάσα τους να τελειώνει στα μικρά τους στήθη, πάτησαν στο τρίτο και τελευταίο πλάτωμα πριν την κορυφή, που ορθωνόταν από πάνω τους πελώρια και κοφτερή, με το σκαρφάλωμα να φαίνεται ακατόρθωτο.

Τότε, ο ίσκιος ενός βασιλικού αετού τα σκέπασε κι ακούστηκε η σαρκαστική φωνή του.

«Κι αν φτάσατε ως εδώ, ήρθε το τέλος σας, βατράχια! Η νύχτα πλησιάζει και θα ’ναι η στερνή σας! Φύγετε τώρα, πίσω στο βάλτο, γρήγορα!»

 

Τα δυο βατραχάκια κοκάλωσαν. Είχαν αφήσει πίσω γονείς, αδέρφια, συντρόφους, παιδιά, φίλους. Ήταν πεινασμένα και αποκαμωμένα. Τότε το ένα αγκάλιασε το άλλο και του ψιθύρισε δείχνοντας κατά την κορυφή: «Φίλε μου, δεν αντέχω άλλο. Αν δοκιμάσεις ν’ ανέβεις, ίσως μπορέσεις να μας πεις τι θαυμαστά βλέπει κανείς από εκεί ψηλά».

Το άλλο βατραχάκι κοίταξε προς τα εκεί που έδειχνε ο φίλος του και φώναξε «Ναιαιαί!»

Το πρώτο βατραχάκι έκανε μεταβολή. Το δεύτερο έμεινε να κοιτάζει την βουνοκορυφή. Κι άρχισε πάλι να σκαρφαλώνει.

Και δεν θα το πιστέψετε. Στα κοφτερά βράχια ο δρόμος ήταν πολύ πιο εύκολος απ’ ό,τι φαινόταν, πιο εύκολος από όσο είχαν σκαρφαλώσει μέχρι τώρα και μάλλον δεν είχε καμιά σχέση με τις τρομακτικές περιγραφές των σοφών.

Και πράγματι, από την κορυφή το θέαμα ήταν μαγικό. Το βατραχάκι είδε όσα μπορεί να δει μάτι θνητού πλάσματος και ακόμα περισσότερα. Και αφού θαύμασε κι έμαθε, νοστάλγησε να γυρίσει πίσω στο βάλτο του.

Γιατί, τι αξία έχει να γνωρίσεις τα χίλια μυστικά της ύπαρξης, αν δεν μπορέσεις να μοιραστείς το θαύμα με τους δικούς σου ανθρώπους;

Κι εκεί που έψαχνε να βρει κουράγιο να αποχωριστεί την κορυφή και να αρχίσει το δύσκολο δρόμο της επιστροφής, ένας γνώριμος ίσκιος το σκέπασε. Ο αετός, που δεν το είχε χάσει από τα μάτια του, προσγειώθηκε δίπλα του. Του έκανε νόημα με το βλέμμα του και το μικρό βατράχι σκαρφάλωσε στην πλάτη του.

Και πριν περάσει πολλή ώρα, τα βατράχια, έκπληκτα, είδαν τον αετό να αφήνει τον φίλο τους, που τον θεωρούσαν πια χαμένο, στην άκρη του βάλτου.

 

Τρέξανε όλα δίπλα του, και πρώτοι οι σύντροφοί του στο ταξίδι.

«Εμείς, εμείς είμαστε οι μόνοι που κατορθώσαμε να κατακτήσουμε τη μαγική κορυφή!» φώναζαν όλοι μαζί. «Ναιαιαί!»

«Αδελφέ μας, πες μας, διηγήσου μας τι είδες από κει πάνω», είπε εκείνο που ήταν μαζί του ως το τελευταίο πλάτωμα.

«Ναιαιαί! Πες μας, πες μας!», άρχισαν να φωνάζουν τρελά από ενθουσιασμό, καμάρι κι ανυπομονησία όλα μαζί τα βατράχια.

Μονάχα ένα όμως παρατήρησε ότι ο ήρωας βάτραχος το μόνο που έλεγε, ήταν «Εεέ; Εεέ; Εεέ;»

«Εεέ;» αναρωτήθηκε.

Και τότε θυμήθηκε!

Ο ήρωας βάτραχος ήταν κουφός.

Και καθώς ήταν κουφός, δεν είχε ακούσει ούτε τις νυφίτσες, ούτε τις αλεπούδες, ούτε τον αετό, ούτε τα άλλα βατράχια που ανεβαίνοντας στο βουνό μιλούσαν μεταξύ τους όλο φόβο και γιγάντωναν ο ένας του άλλου την απελπισία και τον πανικό.

Και καθώς δεν άκουγε, το κουφό βατραχάκι έμενε εστιασμένο στο όνειρό του, μόνο αυτό είχε μέσα στο νου και στην καρδιά του, κι έτσι δεν τα παράτησε προτού φτάσει στην κορυφή, και στο θαύμα.

Το παραμύθι αυτό το άκουσα στο Εργαστήρι Μαιρηβή από την Chloe Gabrielli και τον Στέλιο Παλασγό. Αναγκαίες προσαρμογές έγιναν στην απόδοση γαλλικών φράσεων στα ελληνικά.

 Ιορδάνης Πουλκούρας