Ας ηχήσουν οι Καμπάνες

Ιορδάνης Πουλκούρας από την στήλη ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ, περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ Αύγουστος 2019.

«ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΗ την καθαρή Συνείδηση που γίνονται τα πάντα, από τους θεούς που υπάρχουν ψηλά επάνω έως τη γη χαμηλά κάτω. Τα αντικείμενα μπορεί να θεωρηθούν ως υψηλά ή χαμηλά, αλλά ο ωκεανός της Συνείδησης, πάντα καθαρός, είναι αυτό που πάντα Είναι. Οι σκιές σε έναν τοίχο είναι συνεχώς μεταβαλλόμενες, όμως ο ίδιος ο τοίχος παραμένει σταθερός και ακίνητος. Ομοίως, οι μορφές του σύμπαντος διαμορφώνονται από τη Συνείδηση – το αρχέγονο Ένα».

Το παραπάνω είναι ένα μικρό απόσπασμα από το τεράστιο έργο του Ινδού ποιητή, φιλόσοφου και γιόγκι Sant Dnyaneshwar, που έζησε τον 13ο αιώνα. Και σε αυτόν με έφερε η αναζήτηση ενός άλλου ποιητή και τραγουδοποιού της πρόσφατης εποχής, του Leonard Cohen. Εβραίος, μελετητής τόσο της δικής του εσωτερικής παράδοσης όσο και του χριστιανισμού, και μοναχός Ζεν για ένα διάστημα, προς το τέλος της ζωής του επισκέφθηκε την Ινδία αναζητώντας τις πηγές της σκέψης του Sant Dnyaneshwar και μέσω αυτών να μελετήσει τις έννοιες Sagun και Nirgun.

Τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Την φανέρωση του Θεού στη μορφή, το Sagun, και την αιώνια και πανταχού παρούσα Θεϊκή συνείδηση που βρίσκεται μακριά από κάθε μορφή, το Nirgun. Ο πιο συνηθισμένος και περιεκτικός συμβολισμός είναι το χωρίς μορφή ηλιακό φως που αντιστοιχεί στο Nirguna και το ουράνιο σώμα του ήλιου που αντιστοιχεί στο Saguna.

gunas_diagram

Nirguna σημαίνει «χωρίς guna» και προκύπτει η επόμενη ερώτηση: τι είναι αυτό; Guna σημαίνει «κλωστή/νήμα» και είναι τα νήματα που μπλέκονται και υφαίνουν την πραγματικότητα. Συχνά επίσης η λέξη αποδίδεται ως «ποιότητα». Είναι οι ποιότητες που συνθέτουν την πραγματικότητα, δηλαδή τον κόσμο όπως τον βιώνουμε.

Ό,τι υπάρχει, το σύμπαν, η αλήθεια μας κι εμείς οι ίδιοι, αποκτά μορφή από τα τρία αυτά νήματα/ποιότητες, που κάθε στιγμή συνυπάρχουν σε διαφορετικές αναλογίες.

Οι ποιότητες ή νήματα που περιγράφουν την πραγματικότητά μας είναι τρεις: Η Tamas, δηλαδή η νωθρότητα, η μονιμότητα, το σκοτάδι, η ψευδαίσθηση, η απληστία, η αρνητικότητα, αυτό που αναδεικνύει το χειρότερο του είναι μας και το παρελθόν. Η Rajas, που είναι το πάθος και η δράση, η κίνηση, η προσκόλληση, η στεναχώρια, η επιθυμία, ο πράττων και το μέλλον. Και τρίτη η Sattva, που είναι η αρμονία, η γνώση, η καλοσύνη και η χαρά και αντιστοιχεί στο παρόν και την αφύπνιση. Είναι η καθαρή φύση μέσα μας που όμως –προσοχή– δεν είναι απαλλαγμένη από το «Εγώ».

Ποια όμως είναι η σχέση μας μαζί τους μέσα στο ταξίδι της ζωής, αφού όσο υψηλή κι αν είναι μια ποιότητα δεν παύει να είναι μια προβολή μέσα στην πλάνη της ύπαρξης; Υπάρχει μια όμορφη αφήγηση σχετική μέσα από την παράδοση.

Κάποτε ένας μοναχικός ταξιδιώτης διέσχιζε μια ζούγκλα. Ξαφνικά δέχτηκε επίθεση από ένα ληστή που τον έδεσε. Ο ταξιδιώτης άρχισε να παλεύει και να φωνάζει απελπισμένα για βοήθεια, και τότε εμφανίστηκε ένας άλλος ληστής ο οποίος άρχισε να τον χτυπάει.

Οι κραυγές του άτυχου ταξιδιώτη έγιναν γοεροί λυγμοί και τότε εμφανίστηκε ένας άνδρας που έδιωξε τους δυο ληστές και τον έλυσε. Στη συνέχεια προσφέρθηκε να του δείξει τον δρόμο που οδηγούσε έξω από τη ζούγκλα και τον συνόδεψε με ασφάλεια μέχρι το σπίτι του .

Ο ταξιδιώτης γεμάτος ευγνωμοσύνη κάλεσε τον άγνωστο σωτήρα στο σπίτι, αλλά η απάντηση τον άφησε εμβρόντητο: «Μπορώ να έρχομαι μόνο μέχρι εδώ αλλά δεν μπορώ να μπω μέσα στο σπίτι σας, γιατί τότε η αληθινή φύση μου θα εμφανιστεί καθώς είμαι κι εγώ ληστής. Είμαι ο τρίτος ληστής της ομάδας».

Ο τρίτος ληστής, λοιπόν, είναι η προσωποποίηση της τρίτης ποιότητας, της Sattva, η οποία μας βοηθά να περπατάμε στο μονοπάτι της ύπαρξης ξεπερνώντας τα εμπόδια και τους «ληστές». Πρέπει να θυμόμαστε ότι εφόσον είμαστε μαζί της, οι «ληστές», δηλαδή οι άλλες δύο gunas, μπορούν πάντα και κάθε στιγμή να επανεμφανιστούν.

Αυτό είναι το αέναο ταξίδι του εαυτού μας μέσα στην ύπαρξη που υφαίνουν τα τρία νήματα, της πραγματικότητας που σχεδιάζεται από τις αναλογίες και τη σχέση μας με τους τρεις «ληστές».

Όσο και αν μοιάζουν απαραίτητοι με τα δώρα και τις ποιότητές τους, πρέπει κάποτε να βρούμε την δύναμη να απαλλαχτούμε από την πραγματικότητά τους, να τις εγκαταλείψουμε, και να οδεύσουμε προς την απόλυτη πραγματικότητα, εντός του οίκου μας, μακριά από χώρο και χρόνο, χωρίς ανάγκη, ιδιότητες και ιστορία, μπροστά στη γυμνότητα της ολότητας με τα χέρια άδεια.

Αλήθεια, τι μπορείς να κάνεις, τι μπορεί να προσδοκάς σε μια τέτοια στιγμή κενού; Μπροστά σε μια τέτοια στιγμή ο Leonard Cohen εμπνεύστηκε τον στίχο του Anthem: «Χτυπήστε τις καμπάνες που ακόμα μπορούν να ηχήσουν / Ξεχάστε τις τέλειες προσφορές σας / Στο παν υπάρχει μια ρωγμή / Και από εκεί μπαίνει μέσα το φως».

Sagun και Nirgun! Οι θεοί με τη μορφή που πήραν για τους ανθρώπους και η αιώνια και πανταχού παρούσα Συνείδηση που βρίσκεται μακριά από κάθε μορφή. Πόσο κοντά βρίσκονται στο βάθος τους η δυτική εσωτερική παράδοση και η ανατολική σκέψη!

Ως επίλογος μια φράση που θα μπορούσε άνετα να αποδοθεί σε έναν μυστικιστή της ευρωπαϊκής Αναγέννησης αν δεν είχε γραφτεί από τον Sant Dnyaneshwar τον 13ο αιώνα:

«May the Self of the universe be pleased with this sacrifice of words and bestow His grace on me. (ήτοι) Είθε ο Εαυτός του σύμπαντος να είναι ευχαριστημένος με αυτή τη θυσία λέξεων και να παραχωρήσει τη χάρη Του σε μένα».


Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης.

Κείμενο μου από την στήλη Εν Ιορδάνη Περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ τ. 161

Και όταν έκλεισε τα μάτια ονειρεύτηκε.

Κύκλοι ομόκεντροι η ύπαρξη , περιφέρειες εκτεινόμενες στο άπειρο. Κύκλοι ομόκεντροι που ένα παιχνίδισμα τυχαιότητας, μια διάθλαση φωτός , ανάμνηση από την ανυπαρξία, τους αποκαλύπτει σαν έναν λαβύρινθο. Έναν άπειρο λαβύρινθο που αν βρει το σωστό μονοπάτι να το ακολουθήσει ως το κέντρο θα ανακαλύψει το μυστικό Ρόδο, σαν την εικόνα που αποτύπωσαν οι μαστόροι του μεσαίωνα στον Καθεδρικό Ναό της Σάρτρ. Ή έναν ζωντανό παλλόμενο σχήμα που αν το πιάσει στα χέρια του και τον γυρίσει ενενήντα μοίρες θα του αποκαλυφθεί σαν μια ατέλειωτη σπείρα.

Και ονειρεύτηκε το βλέμμα του να παρατηρεί τον πανταχού παρόντα ενεστώτα χρόνο καθώς αγκαλιάζει το σύνολο του χώρου όπου αποκαλύπτεται το αρχιτεκτόνημα της δημιουργίας.

blind

Ο Νοβάλις έγραψε ότι ο μεγαλύτερος μάγος είναι εκείνος που μαγεύει τον εαυτό του μέχρι του σημείου να αποδεχτεί τις δικές του φαντασμαγορίες σαν αυτόνομα φαντάσματα.

Οι Βέδες αυτό το μακρύ ποίημα που το “είδαν” σε έκλαμψη σαν εικόνα οι Ινδοί παραμυθάδες και το αφηγήθηκαν υπάρχει μια υπέροχη σχετική ιστορία. Οι Ινδοί όπως και Έλληνες φιλόσοφοι της εποχής, οι στωικοί και οι πυθαγόρειοι, πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελείται από άπειρους κύκλους. Ο κάθε τέτοιος κύκλος ύπαρξης που ονομάζουν Κάλπα είναι τόσο μεγάλος που δύσκολα μπορεί να το συλλάβει ο άνθρωπος. Το εξηγούν όμως με μια πανέμορφη αλληγορία. Το Κάλπα είναι ένα πανύψηλο σιδερένιο τείχος, δεκάξι μίλια ψηλό που περιβάλει την ύπαρξη. Κάθε εξακόσια χρόνια ένας άγγελος το χαϊδεύει με ένα αραχνοΰφαντο πανί. Όταν το πανί θα ‘χει διαβρώσει εντελώς αυτό το πανύψηλο σιδερένιο τείχος, τότε θα ‘χει περάσει η πρώτη μέρα ενός από τα Κάλπα. Οι θεοί και οι άνθρωποι ζουν όσο διαρκεί ένα Κάλπα. Μετά εξαφανίζονται, πεθαίνουν. Το μόνο που μένει είναι το αρχέτυπο που δημιουργεί πάλι το πάν, και αυτό είναι οι Βέδες, η αφήγηση της ύπαρξης.
Ο Βράχμα θα βρεθεί και πάλι στο παλάτι του αναγεννημένος. Περνάει ένα- ένα όλα τα άδεια δωμάτια και νοσταλγεί τους άλλους θεούς. Η σκέψη του δίνει υπόσταση σε όλους τους θεούς που εμφανίζονται περιμένοντας τις προσταγές του, πιστεύοντας πως ο Βράχμα τους έχει δημιουργήσει. Δεν μπορούν να πιστέψουν ακόμα και αυτοί ότι είναι προϊόντα μιας νοσταλγίας και ενός ονειρέματος.

Η αφήγηση, η συγκρότηση σε λέξεις της ανάμνησης που φτάνει από τα βάθη της ύπαρξης υπήρξε και είναι η πρώτη μορφή δημιουργίας και τέχνης για εμάς που φτιαχτήκαμε από τα υλικά των ονείρων. Με την αφήγηση δώσαμε υπόσταση στο μυθικό στοιχείο και με την τέχνη ξορκίσαμε την τραγωδία της εγκλωβισμένης ύπαρξης εντός της πραγματικότητας που επιβάλει η γραμμική ιστορία. Η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο πασχίζω να ξυπνήσω, λέει στον Οδυσσέα του ο Τζέιμς Τζόις. Και η περιπλάνηση του είναι ένα “άλγος νόστου” που τον οδηγεί να υπερβεί τα δεσμά και τα όρια της.

Ο Όμηρος που αφηγήθηκε πρώτη φορά την περιπλάνηση του Οδυσσέα ήταν τυφλός. Όπως και ο Μπόρχες που εκτός από την διήγηση του Βράχμα είχε πει μια ακόμα όμορφη ιστορία.

Για έναν πληγωμένο πολεμιστή κάπου στην μακρινή ανατολή, που περιπλανιέται μέρες μακριά από τον τόπο της μάχης προς τον βορρά και τελικά βρίσκει καταφύγια σε κάποια αρχαία κυκλικά ερείπια. Όταν ξυπνά βρίσκει τις πληγές του να έχουν θεραπευτεί με μαγικό τρόπο και ακόμα προσφορές δίπλα του από τους ντόπιους. Κάτι που σημαίνει ότι οι ντόπιοι είτε ζητούν την εύνοιά του είτε φοβούνται τη μαγεία του. Στη συνέχεια αποφασίζει να εστιάσει την δύναμη του στο να ονειρευτεί έναν άνθρωπο. Εισέρχεται σε ένα διαλογιστικό ύπνο και συγκεντρώνει όλες τις προσπάθειές του στο όνειρο, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μέσα από την ίδια τη διαδικασία του ονείρου. Κάποιο πρωί θα διαπιστώσει ότι το πλάσμα που ονειρεύτηκε υπάρχει δίπλα του με σάρκα και οστά. Τον διδάσκει και τον χρησιμοποιεί ως μαθητή στη σχέση του με τους ντόπιους.

Όμως μετά από λίγα χρόνια θα αισθανθεί κουρασμένος, αδύναμος μέσα στην ματαιότητα των πράξεων του και φοβούμενος ότι τελικά ο νεαρός θα ανακαλύψει ότι δεν είναι σαν τους άλλους αλλά το προϊόν του ονείρου του. Η ιστορία τελειώνει με ένα ολοκαύτωμα που κατατρώει τα ερείπια όπου έζησε αυτός ο άνθρωπος. Τότε διαπιστώνει ότι η φωτιά δεν τον βλάπτει, και έτσι ανακαλύπτει ότι και αυτός είναι επίσης το προϊόν του ονείρου κάποιου άλλου.

Και ο Όμηρος και ο Μπόρχες όπως και πολλοί μάντεις και αφηγητές μέσα στη ροή της ιστορίας ήταν τυφλοί.

Ίσως η έλλειψη της πλασματικής εικόνας της καθημερινότητας τους επέτρεψε να περιδιαβούν τον λαβύρινθο της ύπαρξης και να μας διηγηθούν αποσπάσματα από μια άλλη πραγματικότητα.

Αυτή που αντίκρισε Εκείνος που είπε “Τετέλεσται”.

Και κλείνοντας τα μάτια, βγήκε από το όνειρο του άλλου.

Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης.

Το ηρωικό βατραχάκι

                                              Kείμενο μου από το Εν Ιορδάνη στο περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

 

Έχουμε βρεθεί  όλοι μας εδώ και μερικά χρόνια σε μια τρομερά δύσκολη κατάσταση και καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε για τα φοβερά που συμβαίνουν και τα τρομερότερα που έρχονται.

Ένα μεσαιωνικό, γαλλικό παραμύθι που άκουσα πριν λίγο καιρό, νομίζω ότι έχει να πει πολλά περισσότερα στον καθένα μας, από τους ειδήμονες της τηλεόρασης και του διαδικτύου και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας.

frog

Σε ένα βάλτο, στη ρίζα ενός βουνού που φτάνει ως τον ουρανό, ζούσε μια μεγάλη παρέα βατράχων. Από τα αρχαία χρόνια, οι σοφοί έλεγαν πως όποιος κατορθώσει ν’ ανεβεί στην κορυφή του βουνού, θα αντικρίσει το πιο θαυμαστό θέαμα που έχει δει ποτέ θνητό πλάσμα. Μια μέρα λοιπόν, τα βατράχια μαζεύτηκαν να κουβεντιάσουν το ζήτημα.

«Όλοι μάς έχουν για άχρηστα πλάσματα, σιχαμερά και τεμπέλικα, άξια μόνο να πλατσουρίζουμε σε βάλτους. Γιατί να μην είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα δούμε το πιο μαγικό θέαμα που μπορεί να δει θνητός;» είπε ένα ανάμεσά τους.

Τα υπόλοιπα βατράχια τέντωσαν το λαιμό τους περιμένοντας να ακούσουν τι σκαρφίστηκε ο φίλος τους.

«Λέω λοιπόν ν’ ανεβούμε στη βουνοκορυφή!» φώναξε το βατράχι που είχε μιλήσει.

Οι φίλοι του κοιτάχτηκαν έκπληκτοι. Κι ενώ τα περισσότερα είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό, μερικά φώναξαν ξαφνικά «Ναιαιαιαί!» με ενθουσιασμό. «Ναιαιαί!», φώναξαν και ξαναφώναξαν φουσκωμένα από περηφάνια.

Μαζεύτηκαν λοιπόν δέκα βατραχάκια, έτοιμα να πετύχουν αυτό που όλοι έλεγαν πως ήταν ακατόρθωτο. Αποχαιρέτισαν τους δικούς τους και ξεκίνησαν να σκαρφαλώνουν στο βουνό πάνω από το βάλτο, το μόνο μέρος που είχαν γνωρίσει ποτέ στη ζωή τους.

«Ναιαιαί!» φώναζαν κι αντιλαλούσε ολόκληρη η κοιλάδα από την τόλμη και τον ενθουσιασμό τους.

Μετά από πολύ κόπο, λαχανιάσματα και τούμπες, έφτασαν στο πρώτο πλάτωμα του βουνού. Εκεί συνάντησαν μια παρέα από νυφίτσες.

«Πού πάτε, δύσμοιρα βατράχια; Θα πεθάνετε εδώ πάνω χωρίς γούνα μέσα στο κρύο», τους είπαν.

«Πάμε στην κορυφή, να δούμε το πιο όμορφο θέαμα του κόσμου!» απάντησαν εκείνα.

«Ανόητα πλάσματα», είπαν οι νυφίτσες, «κανένας δεν το έχει καταφέρει. Πριν φτάσετε στα μισά του δρόμου θα είστε όλοι νεκροί. Σας το λέμε, λοιπόν, για τα καλό σας, γυρίστε στο βάλτο σας όσο είναι καιρός».

 

Τα μισά βατράχια με σκυμμένο κεφάλι πήραν το δρόμο της επιστροφής. Τα άλλα μισά φωνάζοντας όλα μαζί «Ναιαιαί!» (για να δίνουν κουράγιο το ένα στο άλλο) συνέχισαν αποφασιστικά το δρόμο τους για την κορυφή.

Σαν έφτασαν, με χίλια βάσανα, στο δεύτερο πλάτωμα του βουνού, να ’σου μπροστά τους μια οικογένεια αλεπούδων. «Τι δουλειά έχετε τόσο μακριά από το βάλτο σας μικρά βατραχάκια;» τα ρώτησαν.

«Ανεβαίνουμε στην κορυφή του βουνού να δούμε το μαγικό θέαμα!» απάντησαν εκείνα.

«Τόσο ηλίθια βατράχια δεν έχουμε ξαναδεί», είπαν οι αλεπούδες. «Ούτε να σας φάμε για μεζέ δεν καταδεχόμαστε. Κανείς ποτέ δεν πάτησε αυτή την κορυφή, όλοι ξέρουμε ότι οι σπουδαίοι σοφοί που μιλούν για τη μαγική της ομορφιά έχουν προειδοποιήσει για τους θανάσιμους κινδύνους. Γυρίστε γρήγορα στο βάλτο σας όσο είναι καιρός, γιατί σε λίγο τα δέρματά σας θα είναι κολλημένα σε κάποιο βράχο και ξεραμένα από τον ήλιο».

Τρία από τα βατραχάκια έκαναν μεταβολή αμίλητα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Τα δυο που είχαν απομείνει, κοιτάχτηκαν και φωνάζοντας «Ναιαιαί!» με όλη τους τη δύναμη συνέχισαν να σκαρφαλώνουν.

Με ήλιο καυτό και άνεμο παγωμένο, μέσα από βράχια και βάτα, εκεί που ένιωθαν την ανάσα τους να τελειώνει στα μικρά τους στήθη, πάτησαν στο τρίτο και τελευταίο πλάτωμα πριν την κορυφή, που ορθωνόταν από πάνω τους πελώρια και κοφτερή, με το σκαρφάλωμα να φαίνεται ακατόρθωτο.

Τότε, ο ίσκιος ενός βασιλικού αετού τα σκέπασε κι ακούστηκε η σαρκαστική φωνή του.

«Κι αν φτάσατε ως εδώ, ήρθε το τέλος σας, βατράχια! Η νύχτα πλησιάζει και θα ’ναι η στερνή σας! Φύγετε τώρα, πίσω στο βάλτο, γρήγορα!»

 

Τα δυο βατραχάκια κοκάλωσαν. Είχαν αφήσει πίσω γονείς, αδέρφια, συντρόφους, παιδιά, φίλους. Ήταν πεινασμένα και αποκαμωμένα. Τότε το ένα αγκάλιασε το άλλο και του ψιθύρισε δείχνοντας κατά την κορυφή: «Φίλε μου, δεν αντέχω άλλο. Αν δοκιμάσεις ν’ ανέβεις, ίσως μπορέσεις να μας πεις τι θαυμαστά βλέπει κανείς από εκεί ψηλά».

Το άλλο βατραχάκι κοίταξε προς τα εκεί που έδειχνε ο φίλος του και φώναξε «Ναιαιαί!»

Το πρώτο βατραχάκι έκανε μεταβολή. Το δεύτερο έμεινε να κοιτάζει την βουνοκορυφή. Κι άρχισε πάλι να σκαρφαλώνει.

Και δεν θα το πιστέψετε. Στα κοφτερά βράχια ο δρόμος ήταν πολύ πιο εύκολος απ’ ό,τι φαινόταν, πιο εύκολος από όσο είχαν σκαρφαλώσει μέχρι τώρα και μάλλον δεν είχε καμιά σχέση με τις τρομακτικές περιγραφές των σοφών.

Και πράγματι, από την κορυφή το θέαμα ήταν μαγικό. Το βατραχάκι είδε όσα μπορεί να δει μάτι θνητού πλάσματος και ακόμα περισσότερα. Και αφού θαύμασε κι έμαθε, νοστάλγησε να γυρίσει πίσω στο βάλτο του.

Γιατί, τι αξία έχει να γνωρίσεις τα χίλια μυστικά της ύπαρξης, αν δεν μπορέσεις να μοιραστείς το θαύμα με τους δικούς σου ανθρώπους;

Κι εκεί που έψαχνε να βρει κουράγιο να αποχωριστεί την κορυφή και να αρχίσει το δύσκολο δρόμο της επιστροφής, ένας γνώριμος ίσκιος το σκέπασε. Ο αετός, που δεν το είχε χάσει από τα μάτια του, προσγειώθηκε δίπλα του. Του έκανε νόημα με το βλέμμα του και το μικρό βατράχι σκαρφάλωσε στην πλάτη του.

Και πριν περάσει πολλή ώρα, τα βατράχια, έκπληκτα, είδαν τον αετό να αφήνει τον φίλο τους, που τον θεωρούσαν πια χαμένο, στην άκρη του βάλτου.

 

Τρέξανε όλα δίπλα του, και πρώτοι οι σύντροφοί του στο ταξίδι.

«Εμείς, εμείς είμαστε οι μόνοι που κατορθώσαμε να κατακτήσουμε τη μαγική κορυφή!» φώναζαν όλοι μαζί. «Ναιαιαί!»

«Αδελφέ μας, πες μας, διηγήσου μας τι είδες από κει πάνω», είπε εκείνο που ήταν μαζί του ως το τελευταίο πλάτωμα.

«Ναιαιαί! Πες μας, πες μας!», άρχισαν να φωνάζουν τρελά από ενθουσιασμό, καμάρι κι ανυπομονησία όλα μαζί τα βατράχια.

Μονάχα ένα όμως παρατήρησε ότι ο ήρωας βάτραχος το μόνο που έλεγε, ήταν «Εεέ; Εεέ; Εεέ;»

«Εεέ;» αναρωτήθηκε.

Και τότε θυμήθηκε!

Ο ήρωας βάτραχος ήταν κουφός.

Και καθώς ήταν κουφός, δεν είχε ακούσει ούτε τις νυφίτσες, ούτε τις αλεπούδες, ούτε τον αετό, ούτε τα άλλα βατράχια που ανεβαίνοντας στο βουνό μιλούσαν μεταξύ τους όλο φόβο και γιγάντωναν ο ένας του άλλου την απελπισία και τον πανικό.

Και καθώς δεν άκουγε, το κουφό βατραχάκι έμενε εστιασμένο στο όνειρό του, μόνο αυτό είχε μέσα στο νου και στην καρδιά του, κι έτσι δεν τα παράτησε προτού φτάσει στην κορυφή, και στο θαύμα.

Το παραμύθι αυτό το άκουσα στο Εργαστήρι Μαιρηβή από την Chloe Gabrielli και τον Στέλιο Παλασγό. Αναγκαίες προσαρμογές έγιναν στην απόδοση γαλλικών φράσεων στα ελληνικά.

 Ιορδάνης Πουλκούρας