Ο Κύκλος των Φίλων σας προσκαλεί στη διάλεξη του Καθηγητή Ιωάννη Αντωνίου με θέμα

Κβαντομηχανική και Συνείδηση

Ο κος Αντωνίου είναι Καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Διευθυντής του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στα Πολύπλοκα Συστήματα και Δίκτυα (Complex Systems and Networks, http://cosynet.auth.gr/). Το επιστημονικό του έργο επικεντρώνεται στη μοντελοποίηση πολύπλοκων συστημάτων, τα δίκτυα, μεταξύ άλλων το διαδίκτυο, τα δίκτυα γνώσης και τα ανθρώπινα δίκτυα, την κβαντική πληροφορία, το Χάος και τα Μακράν της Ισορροπίας Συστήματα.

Μαζί του συζητούν ο σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού ΑΒΑΤΟΝ Ιορδάνης Πουλκούρας και ο Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Στάθης Γκόνος.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου στο Αίτιον Πολυχώρος, Τζιραίων 8-10, Μακρυγιάννη, Αθήνα (Σταθμός Μετρό: Ακρόπολη) Τηλ.: 2130 256666, http://www.aition-kinima.org/

Είσοδος Ελεύθερη. Ώρα έναρξης 19.00

Την εκδήλωση υποστηρίζει το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ.

Περισσότερες πληροφορίες στο  https://kyklostonfilon.wordpress.com

Advertisements

Απόσπασμα από την ομιλία του Δικηγόρου και Επίκουρου Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου  Λέανδρου Λεφάκη στην εκδήλωση του Κύκλου των Φίλων της  20ης Μαρτίου 2017.

Θέμα: Ο άνθρωπος επινοεί τον άνθρωπο

Μαζί του ήταν οι Στάθης Γκόνος Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών  και ο σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού ΑΒΑΤΟΝ, Ιορδάνης Πουλκούρας.

Αναδημοσίευση από το https://kyklostonfilon.wordpress.com/

 

Το ηρωικό βατραχάκι

                                              Kείμενο μου από το Εν Ιορδάνη στο περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

 

Έχουμε βρεθεί  όλοι μας εδώ και μερικά χρόνια σε μια τρομερά δύσκολη κατάσταση και καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε για τα φοβερά που συμβαίνουν και τα τρομερότερα που έρχονται.

Ένα μεσαιωνικό, γαλλικό παραμύθι που άκουσα πριν λίγο καιρό, νομίζω ότι έχει να πει πολλά περισσότερα στον καθένα μας, από τους ειδήμονες της τηλεόρασης και του διαδικτύου και θα ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας.

frog

Σε ένα βάλτο, στη ρίζα ενός βουνού που φτάνει ως τον ουρανό, ζούσε μια μεγάλη παρέα βατράχων. Από τα αρχαία χρόνια, οι σοφοί έλεγαν πως όποιος κατορθώσει ν’ ανεβεί στην κορυφή του βουνού, θα αντικρίσει το πιο θαυμαστό θέαμα που έχει δει ποτέ θνητό πλάσμα. Μια μέρα λοιπόν, τα βατράχια μαζεύτηκαν να κουβεντιάσουν το ζήτημα.

«Όλοι μάς έχουν για άχρηστα πλάσματα, σιχαμερά και τεμπέλικα, άξια μόνο να πλατσουρίζουμε σε βάλτους. Γιατί να μην είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα δούμε το πιο μαγικό θέαμα που μπορεί να δει θνητός;» είπε ένα ανάμεσά τους.

Τα υπόλοιπα βατράχια τέντωσαν το λαιμό τους περιμένοντας να ακούσουν τι σκαρφίστηκε ο φίλος τους.

«Λέω λοιπόν ν’ ανεβούμε στη βουνοκορυφή!» φώναξε το βατράχι που είχε μιλήσει.

Οι φίλοι του κοιτάχτηκαν έκπληκτοι. Κι ενώ τα περισσότερα είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό, μερικά φώναξαν ξαφνικά «Ναιαιαιαί!» με ενθουσιασμό. «Ναιαιαί!», φώναξαν και ξαναφώναξαν φουσκωμένα από περηφάνια.

Μαζεύτηκαν λοιπόν δέκα βατραχάκια, έτοιμα να πετύχουν αυτό που όλοι έλεγαν πως ήταν ακατόρθωτο. Αποχαιρέτισαν τους δικούς τους και ξεκίνησαν να σκαρφαλώνουν στο βουνό πάνω από το βάλτο, το μόνο μέρος που είχαν γνωρίσει ποτέ στη ζωή τους.

«Ναιαιαί!» φώναζαν κι αντιλαλούσε ολόκληρη η κοιλάδα από την τόλμη και τον ενθουσιασμό τους.

Μετά από πολύ κόπο, λαχανιάσματα και τούμπες, έφτασαν στο πρώτο πλάτωμα του βουνού. Εκεί συνάντησαν μια παρέα από νυφίτσες.

«Πού πάτε, δύσμοιρα βατράχια; Θα πεθάνετε εδώ πάνω χωρίς γούνα μέσα στο κρύο», τους είπαν.

«Πάμε στην κορυφή, να δούμε το πιο όμορφο θέαμα του κόσμου!» απάντησαν εκείνα.

«Ανόητα πλάσματα», είπαν οι νυφίτσες, «κανένας δεν το έχει καταφέρει. Πριν φτάσετε στα μισά του δρόμου θα είστε όλοι νεκροί. Σας το λέμε, λοιπόν, για τα καλό σας, γυρίστε στο βάλτο σας όσο είναι καιρός».

 

Τα μισά βατράχια με σκυμμένο κεφάλι πήραν το δρόμο της επιστροφής. Τα άλλα μισά φωνάζοντας όλα μαζί «Ναιαιαί!» (για να δίνουν κουράγιο το ένα στο άλλο) συνέχισαν αποφασιστικά το δρόμο τους για την κορυφή.

Σαν έφτασαν, με χίλια βάσανα, στο δεύτερο πλάτωμα του βουνού, να ’σου μπροστά τους μια οικογένεια αλεπούδων. «Τι δουλειά έχετε τόσο μακριά από το βάλτο σας μικρά βατραχάκια;» τα ρώτησαν.

«Ανεβαίνουμε στην κορυφή του βουνού να δούμε το μαγικό θέαμα!» απάντησαν εκείνα.

«Τόσο ηλίθια βατράχια δεν έχουμε ξαναδεί», είπαν οι αλεπούδες. «Ούτε να σας φάμε για μεζέ δεν καταδεχόμαστε. Κανείς ποτέ δεν πάτησε αυτή την κορυφή, όλοι ξέρουμε ότι οι σπουδαίοι σοφοί που μιλούν για τη μαγική της ομορφιά έχουν προειδοποιήσει για τους θανάσιμους κινδύνους. Γυρίστε γρήγορα στο βάλτο σας όσο είναι καιρός, γιατί σε λίγο τα δέρματά σας θα είναι κολλημένα σε κάποιο βράχο και ξεραμένα από τον ήλιο».

Τρία από τα βατραχάκια έκαναν μεταβολή αμίλητα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Τα δυο που είχαν απομείνει, κοιτάχτηκαν και φωνάζοντας «Ναιαιαί!» με όλη τους τη δύναμη συνέχισαν να σκαρφαλώνουν.

Με ήλιο καυτό και άνεμο παγωμένο, μέσα από βράχια και βάτα, εκεί που ένιωθαν την ανάσα τους να τελειώνει στα μικρά τους στήθη, πάτησαν στο τρίτο και τελευταίο πλάτωμα πριν την κορυφή, που ορθωνόταν από πάνω τους πελώρια και κοφτερή, με το σκαρφάλωμα να φαίνεται ακατόρθωτο.

Τότε, ο ίσκιος ενός βασιλικού αετού τα σκέπασε κι ακούστηκε η σαρκαστική φωνή του.

«Κι αν φτάσατε ως εδώ, ήρθε το τέλος σας, βατράχια! Η νύχτα πλησιάζει και θα ’ναι η στερνή σας! Φύγετε τώρα, πίσω στο βάλτο, γρήγορα!»

 

Τα δυο βατραχάκια κοκάλωσαν. Είχαν αφήσει πίσω γονείς, αδέρφια, συντρόφους, παιδιά, φίλους. Ήταν πεινασμένα και αποκαμωμένα. Τότε το ένα αγκάλιασε το άλλο και του ψιθύρισε δείχνοντας κατά την κορυφή: «Φίλε μου, δεν αντέχω άλλο. Αν δοκιμάσεις ν’ ανέβεις, ίσως μπορέσεις να μας πεις τι θαυμαστά βλέπει κανείς από εκεί ψηλά».

Το άλλο βατραχάκι κοίταξε προς τα εκεί που έδειχνε ο φίλος του και φώναξε «Ναιαιαί!»

Το πρώτο βατραχάκι έκανε μεταβολή. Το δεύτερο έμεινε να κοιτάζει την βουνοκορυφή. Κι άρχισε πάλι να σκαρφαλώνει.

Και δεν θα το πιστέψετε. Στα κοφτερά βράχια ο δρόμος ήταν πολύ πιο εύκολος απ’ ό,τι φαινόταν, πιο εύκολος από όσο είχαν σκαρφαλώσει μέχρι τώρα και μάλλον δεν είχε καμιά σχέση με τις τρομακτικές περιγραφές των σοφών.

Και πράγματι, από την κορυφή το θέαμα ήταν μαγικό. Το βατραχάκι είδε όσα μπορεί να δει μάτι θνητού πλάσματος και ακόμα περισσότερα. Και αφού θαύμασε κι έμαθε, νοστάλγησε να γυρίσει πίσω στο βάλτο του.

Γιατί, τι αξία έχει να γνωρίσεις τα χίλια μυστικά της ύπαρξης, αν δεν μπορέσεις να μοιραστείς το θαύμα με τους δικούς σου ανθρώπους;

Κι εκεί που έψαχνε να βρει κουράγιο να αποχωριστεί την κορυφή και να αρχίσει το δύσκολο δρόμο της επιστροφής, ένας γνώριμος ίσκιος το σκέπασε. Ο αετός, που δεν το είχε χάσει από τα μάτια του, προσγειώθηκε δίπλα του. Του έκανε νόημα με το βλέμμα του και το μικρό βατράχι σκαρφάλωσε στην πλάτη του.

Και πριν περάσει πολλή ώρα, τα βατράχια, έκπληκτα, είδαν τον αετό να αφήνει τον φίλο τους, που τον θεωρούσαν πια χαμένο, στην άκρη του βάλτου.

 

Τρέξανε όλα δίπλα του, και πρώτοι οι σύντροφοί του στο ταξίδι.

«Εμείς, εμείς είμαστε οι μόνοι που κατορθώσαμε να κατακτήσουμε τη μαγική κορυφή!» φώναζαν όλοι μαζί. «Ναιαιαί!»

«Αδελφέ μας, πες μας, διηγήσου μας τι είδες από κει πάνω», είπε εκείνο που ήταν μαζί του ως το τελευταίο πλάτωμα.

«Ναιαιαί! Πες μας, πες μας!», άρχισαν να φωνάζουν τρελά από ενθουσιασμό, καμάρι κι ανυπομονησία όλα μαζί τα βατράχια.

Μονάχα ένα όμως παρατήρησε ότι ο ήρωας βάτραχος το μόνο που έλεγε, ήταν «Εεέ; Εεέ; Εεέ;»

«Εεέ;» αναρωτήθηκε.

Και τότε θυμήθηκε!

Ο ήρωας βάτραχος ήταν κουφός.

Και καθώς ήταν κουφός, δεν είχε ακούσει ούτε τις νυφίτσες, ούτε τις αλεπούδες, ούτε τον αετό, ούτε τα άλλα βατράχια που ανεβαίνοντας στο βουνό μιλούσαν μεταξύ τους όλο φόβο και γιγάντωναν ο ένας του άλλου την απελπισία και τον πανικό.

Και καθώς δεν άκουγε, το κουφό βατραχάκι έμενε εστιασμένο στο όνειρό του, μόνο αυτό είχε μέσα στο νου και στην καρδιά του, κι έτσι δεν τα παράτησε προτού φτάσει στην κορυφή, και στο θαύμα.

Το παραμύθι αυτό το άκουσα στο Εργαστήρι Μαιρηβή από την Chloe Gabrielli και τον Στέλιο Παλασγό. Αναγκαίες προσαρμογές έγιναν στην απόδοση γαλλικών φράσεων στα ελληνικά.

 Ιορδάνης Πουλκούρας