Τροφή για Σκέψεις


Οδυσσέα Ελύτη, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη» (απόσπασμα)
Α΄

ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις που μου ‘ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιμάζομαι ν’ ανοίξω ένα γράμμα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη μεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ. Τη δικιά μου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ με αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγμένη επάνω στο δέρμα μου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύμφωνα και μόνο με τα αισθήματα που μου την εμπνεύσανε.

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισματικά το περιεχόμενό τους, γίνανε αμέσως-αμέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη μου εφηβεία, γύρω από την πρώτη μου αντίληψη του κόσμου, δορυφόροι που ακόμη κι ως τα σήμερα, με αποκορυφωμένη ένταση, δεν παύουν να μου είναι πιστοί. Ωστόσο, ανάμεσα σ’ όλα τα κυματιστά, μονά ή ζυγά, χρόνια που μας φέρνουν πιο κοντά ή πιο μακριά σ’ εκείνα που αγαπούμε, δεν είναι —ας τ’ ομολογήσουμε— και μερικά που, σάμπως ν’ ανάβει άξαφνα μέσα τους ένας λαμπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε μονομιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά; Δεν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνό τους περιεχόμενο, αποχτούνε μια σμαραγδένια λάμψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύμησης δημιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν μια μέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραμμή — πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, αδιάφορο, πάντα όμως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;

Για μένα, σήμερα, τη στιγμή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σημαδεμένη από την πρώτη μου επαφή με την ελληνική φύση, την πρώτη μου γνωριμία κι εφαρμογή του Υπερρεαλισμού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων φίλων μου ποιητών, και το φανέρωμα ενός τολμηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράμματα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σημαδούρα στο μικρό πέλαγος όπου αγαπώ παντοτινά μου να ταξιδεύω. Θέλω να φαντάζομαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ’ ασήμαντα αυτά γεγονότα σα σημαντικά, μια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες μιας κατάστασης πέρα για πέρα αντικειμενικής.

Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγμές που μ’ ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισμα δείχνουν λουσμένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσμο, γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία και φανερωμένο με μιαν άλλη, μια πρωτοείδωτη —την αληθινή του άραγε;— φυσιογνωμία. Υπάρχουν στιγμές όπου τα πράγματα και τα γεγονότα, όσα μοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόμο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάμψουνε μ’ ένα άλλο νόημα και μ’ έναν άλλο προορισμό στιγμές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε μονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν’ αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστημα των ολοφάνερων αισθημάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσμένουν εκεί, σε μια πικρή γωνιά της ζωής του. Κανένα ξένο στοιχείο, καμιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόμοιες στιγμές, ο κόσμος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγματα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονται σε μια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ’ την πρώτη, μια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουμε, θα ‘πρεπε να την ονομάσουμε «υπερπραγματική».

Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του ‘χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του ‘χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία-ωραία «πραγματικότητα»; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει;

Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.

Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ’ αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ’ ένα χώρο συμβατικό, ν’ απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη — τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της. Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ’ όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ’ επαναστατική σημαία στο χέρι, ν’ αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν’ αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν’ ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της. Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι «μοντέρνοι» πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ’ ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν’ αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…

Μίλησα για το 1935. Να που ήρθε λοιπόν η ώρα να γυρίσω στο «γράμμα» και στο «πνεύμα» του, να ξαναφέρω την αίγλη της πρωτοχρονιάς του εδώ, στη στιγμή τούτη που, με τη σειρά της κι αυτή, ετοιμάζεται να πηδήσει πιο μπροστά σαν ακρίδα – κι ας φαντάζει στο βάθος ο κάμπος σκοταδερός και γεμάτος λογής κινδύνους. Είναι φορές που, μα την αλήθεια, η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την ανυπομονησία της, είτε με το πέταλο ενός αλόγου επάνω στο λιθόστρωτο είτε με το βλέμμα ενός αμούστακου ακόμη παιδιού επάνω στις μορφές των αινιγματικών γυναικών και των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.

Θυμούμαι ότι με τον ίδιο τρόπο που μια ωραία μέρα οι αρχαίοι λυρικοί, από τη μια, ο Κάλβος και ο Καβάφης, από την άλλη, ξύπνησαν πρώτη φορά το ενδιαφέρον μου για την ποίηση, δύο Γάλλοι σύγχρονοι ποιητές, όχι από τους πιο μεγάλους, ο Paul Eluard και ο Pierre-Jean Jouve —ποιητές που από τότε έταξα στον εαυτό μου (κι αργότερα επέτυχα πρώτος) να παρουσιάσω στο ελληνικό κοινό—, μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση.

Δεν είχα φτάσει ακόμη στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου όταν, σπρωγμένος έν’ απόγεμα από την απροσανατόλιστη βιβλιοφιλία μου, είχα χωθεί στο παλιό και σκοτεινό μαγαζάκι του Κάουφμαν, ξεφυλλίζοντας λογής περιοδικά και βιβλία, όμως αποφεύγοντας μ’ επιδειχτική περιφρόνηση τα ποιητικά, που —το θυμάμαι σα σήμερα— τα σφιγμένα στις ρίμες των τετραστίχων τους περιεχόμενα μου ‘διναν την εντύπωση μιας δεσμευτικής, κι ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενης, αισθηματολογίας, ασυμβίβαστης ολότελα με τις τότε ανταρτικές διαθέσεις μου. Ο πειρασμός, παρ’ όλ’ αυτά, της πολυτέλειας, κι ακόμη η παράξενη γοητεία που έπνεε πίσω από τα μαύρα και κόκκινα κεφαλαία μερικών εξωφύλλων, κατανικήσανε τους στερνούς μου δισταγμούς: Capitale de la Douleur, Défense de Savoir, Les Noces… ναι, άρχισα να τα φυλλομετρώ ένα-ένα… και…

Την πολυτέλεια, δεν είναι ανάγκη να το πω, παραμέρισαν αμέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίμαστη σαγήνη που αναπηδούσανε από κάθε διάβασμα μερικών, στην τύχη παρμένων, στίχων που με συνέπαιρναν, όχι πια χάρη στο ρυθμικό ισόμακρό τους λίκνισμα, αλλά —κι αυτό ήταν το σπουδαίο— χάρη στη μαγική κι αιφνιδιαστική κατακύρωση ενός άλλου κόσμου, κόσμου διαφορετικού, που ζούσε γύρω μου ή μέσα μου και δε ζητούσε παρά με ποιο τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγματικότητά του. Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. Μονομιάς οι άνθρωποι αυτοί, που κυκλοφορούσανε κάθε μέρα γύρω μου, οι πραχτικοί και ικανοποιημένοι, άρχισαν να γίνονται στα μάτια μου ξόανα, ξόανα που κανένας Θεός δεν όριζε να μιμηθώ ή να εξυπηρετήσω. Τι διάβολο γιατρός, μηχανικός ή δικηγόρος θα γινόμουνα μεθαύριο, νιώθοντας πως μια και μόνο εμπνευσμένη φράση μπορούσε να ξαναεμπνεύσει χιλιάδες άλλες, που χωρίς τελειωμό ν’ αστράφτουν μες στη διάρκεια; Le poéte doit être beaucoup plus celui qui inspire que celui qui est inspiré. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν είδα τον Éluard να μιλάει με τόση αυτοπεποίθηση, θυμήθηκα τη στιγμήν εκείνη που, όρθιος, μέσα στο βιβλιοπωλείο, διάβαζα:

Si tu t’ en vas la porte s’ ouvre sur le jour
Si tu t’ en vas la porte s’ ouvre sur moi-même.

Ήμουν ακατατόπιστος αλλά δεν ήμουν κακόπιστος. Δε μου πέρασε ποτέ από το νου να πάρω υποδεκάμετρο και να λογαριάσω πόση έπρεπε να ‘ταν η πόρτα που θ’ άνοιγε πάνω στη μέρα ούτε αν μπορούσε ποτέ της να κατασκευαστεί μα τέτοια πόρτα· για μένα, η πόρτα αυτή υπήρχε, κι εγώ, με τις μικρές μου δυνάμεις, όφειλα να βοηθήσω ν’ ανοιχτεί. Από τη χαραμάδα της κιόλας ξεχυνόταν ένα μελτέμι αισθήματα, που ριχνόταν κατάστηθα.

Ένας κόσμος αληθινός αλλά καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια· για τους περισσότερους, ανυποψίαστος· και για μερικούς, ορατός μια στιγμή μονάχα, εκεί, στην κορυφή του έρωτα ή της απελπισίας. Ένας κόσμος αρμονισμένος στα πιο κρυφά, στα πιο άγρια, στα πιο ελεύθερα αισθήματά του, μα, ωστόσο, κλεισμένος πίσω από πελώριες τάφρους μοναξιάς, η τρελή θέληση του ανθρώπου να μη σκύψει ποτέ του κεφάλι, αλλά να μπει στην ψυχή του διπλανού του, και μαζί να παλινορθώσουνε τα τρομερότερά τους όνειρα· να του δώσουνε σάρκα κι αίμα από τη σάρκα τους και το αίμα τους. Η συνεννόηση των καρδιών. Θα τη φτάναμε; δε θα τη φτάναμε;

Η ιδανική επικοινωνία, εκείνη που ακολουθεί το συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εννοώ μια επικοινωνία που να νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά ή το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας ή ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βουή του δάσους ή της θάλασσας, θα μπορούσε ποτέ να γίνει όργανο και σκοπός της λυρικής ποίησης;

[…]

Γ΄

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1935, με τη βοήθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου —που είχε βάλει πρόθυμα στη διάθεσή μου και τη μεγάλη του βιβλιοθήκη—, άρχισα, κάπως αδέξια στην αρχή, να γίνομαι ο κατάπληκτος θεατής ενός παράξενου κόσμου που αναπηδούσε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνω κι ο ίδιος, από μέσα μου. Πόσες φορές, καθισμένοι στο συμπαθητικό διαμέρισμα της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, καπνίζοντας αναρίθμητα τσιγάρα και τριγυρισμένοι από πίνακες του Max Ernst, του Oscar Dominguez και του Yves Tanguy, ή, πάλι, σε μια συγγενική έπαυλη στη Λέσβο, με το πέλαγο και τα βουνά της Ανατολής αντίκρυ, δε γράψαμε πλήθος ποιήματα και κείμενα μέσα σε πέντε ή δέκα λεπτά της ώρας, ποιήματα και κείμενα που ένα σωρό λογοτέχνες και κριτικοί κατηγορήσανε αργότερα ότι μας στοίχισαν πολυήμερες, τάχα, και κοπιαστικές διανοητικές προσπάθειες! Λίγες μέρες νωρίτερα, μ’ ένα φίλο μου νέο ζωγράφο, είχαμε πρωτοδοκιμάσει την επίσκεψη του απροσδόκητου κάτω από τη μορφή παιχνιδιού, δίνοντας ο ένας στον άλλον ερωτήσεις και αποκρίσεις που αγνοούσαμε αμοιβαία το περιεχόμενό τους. Στη βάση του παιχνιδιού τούτου κρυβότανε όχι μονάχα ο ίδιος μηχανισμός, αλλά και κάτι άλλο που εξαιρετικά ευκόλυνε —λύνοντάς του τις αντιστάσεις— τον πρωτόπειρο. Θυμούμαι ότι πολλές φορές το αποτέλεσμα ήταν εύστοχο στη συνειρμική του αλληλουχία και στην εικονοπλαστική του πρωτοπορία.

Ε. — Τι είναι το κόκκινο χρώμα;
Α. — Ένα χαστούκι από παπαρούνες!

Ε. — Τι είναι η δόξα;
Α. — Ένα βουνό για να το βλέπουν οι αιώνες!

Ε. — Τι είναι το χρυσάνθεμο;
Α. — Μια καλόκαρδη μέρα στο ποτήρι.

Ε. — Τι είναι η Πούλια;
Α. — Μυστική κρύπτη των ποιητών.

Ε. — Τι είναι η Ποίηση;
Α. — Συνουσία επ’ άπειρον.

Ε. — Τι είναι ο αετός;
Α. — Εκείνο που βάζουμε πολύ πιο πάνω απ’ το κεφάλι μας.

Ε. — Τι είναι οι τέσσερις εποχές του έτους;
Α. — Ένα παγόνι, μια γαλιάντρα και δυο μεγάλες θάλασσες.

Ή, πάλι, σε μιαν άλλη παραλλαγή του ίδιου παιχνιδιού:

— Όταν λύνονται οι φιόγκοι της ημέρας
— Τα κούμαρα φωνάζουν τ’ όνομά τους.

— Όταν ο κοκκωβιός θολώνει τα νερά του
— Η σημαία του γάτου αλλάζει τρία χρόνια.

— Όταν η κορασίδα πιάνει μια χρυσόμυγα
— Η σβούρα του μεσημεριού λάμπει μες το κεφάλι της.

— Αν δεν είχαμε μικρά παιδιά
— Τα λιβάδια μας θα ‘τανε ορφανά.

— Αν μας έφτανε η βοή της κερασιάς
— Το ΄να το δύο το τρία θα μας δρόσιζαν.

— Αν η Τύχη ξεφόρτωνε χαρούπια
— Χίλια ιστιοφόρα θα ‘σκιζαν τις θάλασσες.

Κανείς δεν είναι δικαιολογημένος αν γελάσει, αν πει πως αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, είναι παιχνίδια. Εξόν από το ότι δεν είναι άσχημο να παίζει κανείς από καιρό σε καιρό, η αλήθεια είναι πως τα παιχνίδια τούτα κρύβουνε βαθιά τους μια σοβαρότατη αρχή: χτυπούνε την πόρτα του Αγνώστου, εμπιστεύονται στην αξία της Τύχης, δημιουργούνε μια καινούρια προοπτική, λύνουν τα δάχτυλα του ποιητή που τόσους αιώνες κρατήθηκαν μακριά απ’ τον πλούτο του κόσμου των παρομοιώσεων. Ξαναγυρίζοντας τώρα στα ξεχασμένα τετράδιά μου, που κλείνουν καμιά εκατοστή ποιήματα, χωρισμένα σε σειρές, χάνομαι σ’ ένα σωρό τίτλους, που τους χαίρομαι ακόμα και σήμερα για τη χρωματική τους ποιότητα και —γιατί όχι;— για την ασυδοσία τους. Σε μερικούς, η εικόνα παίρνει μιαν αξία αντικειμενική: Απογοήτευσις υπό το μηδέν. Ο κολπίσκος κι ο παλμός του. Ξεκρέμασμα καλοκαιρινής ώρας. Ο γειτονικός φάρος σα μακρόθυμη βουτιά. Με τη βοήθεια των ασφοδέλων. Εξοχικό τόξο. Στα ενδότερα του ρίγους. Ζεστή πτυχή χτίσιμο της γυναίκας. Αντικατάστασις του πεπρωμένου. Κυανή σπατάλη. Σα φυλλωσιά κοντά της. Η δεσποινίς Απριλίου. Αγγελούσα. Επί κεφαλής μαΐστρου. Αλλού ξεχωρίζω τίτλους γεμάτους χιούμορ και ειρωνική ή γελοιογραφική διάθεση: Οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοι. Το ρ της παροιμίας. Το περιττόν του καθ’ ημέραν βίου. Εις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης. Τέλος, είναι άλλοι τίτλοι, όπου μέσα τους το απρόοπτο, το μαγικό, παίζουνε το πρώτο ρόλο: 789 π.Χ. Αεροδυναμικόν. Οι πέτρες του θορύβου. Τα ιστορικά δεκανίκια. Εις το επίνειον των μικρών μας πόθων. Ημερολόγιον απλουστάτης μεσημβρίας. Το δίκορφο τεφτέρι. Περισυλλογή χρωμάτων. Έξυπνη διέξοδος φτερό της ύλης. Alsing.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβόλι δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα σταματήσουν κυριευμένοι από το αίσθημα του κωμικού ή του μάταιου. «Εις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης» — τι κουτός, αλήθεια, τίτλος για όλους αυτούς τους κουτούς που δεν αξιωθήκανε να το επισκεφτούνε ποτέ και να γευτούνε τα δυνατά πιοτά του! Τι ανόητοι τίτλοι για όλους αυτούς τους ανόητους που δεν έχουν το θάρρος να μπούνε στα ενδότερα του ρίγους, να περάσουνε από τα εξοχικά τόξα επί κεφαλής μαΐστρου ή συνοδεύοντας τη δεσποινίδα Απριλίου για να καταφέρουν, χάρη σε μια κυανή σπατάλη ή ξεκρεμάζοντας μια καλοκαιρινήν ώρα, να δοθούνε στην περισυλλογή των χρωμάτων και, με τη βοήθεια των ασφοδέλων, να γίνουν οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοι που θα πετάξουν τα ιστορικά δεκανίκια, θα ρίξουνε τις πέτρες του θορύβου, γράφοντας ένα ημερολόγιο — το ημερολόγιο της απλουστάτης μεσημβρίας!

Ε λοιπόν, όσοι ντρέπονται να μπούνε σ’ έναν κόσμο που αναπαριστάνει το μυστήριο της δημιουργίας τους με μια καθαρά ποιητική, δηλαδή, ζωική πράξη, ας μην προχωρήσουνε σε κείμενα, όπου η αισθητική μέριμνα έχει εξοβελιστεί κι όπου η ως τα σήμερα παιδεία τους θα δοκιμαστεί και θα κακοπάθει. Τα πρώτα μου κείμενα θυμίζουνε πολύ τα κείμενα του Εμπειρίκου. Σε τούτο φταίει όχι μόνον η καθαρεύουσα, που ήτανε φυσικό ν’ απλώνεται σε μια περιοχή ήρεμη από βούληση, αλλά και η δυσκολία που συναντούσα ν’ αποκρούσω κάθε εισδοχή εξωτερικών εντυπώσεων, θέλω να πω, ν’ αφήσω τον εαυτό μου στο γνήσιο κύλισμα των συνειρμικών φράσεων. Ιδού ένα παράδειγμα:

Μες τον πυθμένα των κλαυθμυρισμών μεγαλώνουν οι ακρογιαλιές και γίνονται κρημνοί ολέθριοι όπου ακροβατούν παρθένες από τη μέση κι επάνω γυμνές. Πώς βουτηχτήκαμε σ’ αυτές τις γαλανές τολύπες, πώς διαβήκαμε μέσ’ από τις βαθύχρωμες αυτές ταινίες, πώς δρέψαμε τα κεφάλια με τα εορταστικά κουνήματα, δεν ξέρουμε, δεν ξέρει κανείς, ίσως το ξέρει ο κεφαλόπονος του πελαργού που ανατράφηκε απ’ τις άλλες θάλασσες. Πάλι μετά τη σιωπή έρχεται η σιωπή. Κολοσσοί δέντρων σμικρύνουν την όραση που εμφωλεύει σα ζεστό ζώο στις διχάλες των παραμυθιών τους. Ιπτάμενες αστραπές και άλματα που αστροπελεκίζουν μας γεμίζουν την παλάμη από βροχερήν όσφρηση.

Λαχάνιασαν οι κόμποι των χαρών κι απ’ τους λαιμούς της καθεμιάς ξετυλίγεται μια ψευτιά κατάξανθη.

(«Ο γειτονικός φάρος σαν μακρόθυμη βουτιά»)

[…]

Ωστόσο δεν είναι μόνο η επίδραση του Ανδρέα Εμπειρίκου αλλά και του Νικήτα Ράντου που φανερώνεται στις πρώτες μου δοκιμές. Από τη σειρά 14 ευκίνητα ποιήματα δεν είναι άσκοπο ν’ αντιγράψω εδώ μερικά.

IV

Η μέρα έστρεψε το πρόσωπο της υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Κι αίφνης ευρέθηκα στα νώτα τόσων οριζόντων
Θα ‘θελα να ‘μαι όπως αυτή καύχημα του φωτός
Να μην ενδίδω πια στους οινοχόους των επιθυμιών
Θα επιθυμούσα εξόχως κάθε νυχτεγέρτην ως αντίπαλο
Μα η συμμαχία του ήδη με αφοπλίζει
Μ’ αναγκάζει να φαντάζομαι πολύχρωμα φιαλίδια
Εν είδει στόματος υγρών κορασίδων έναν στέφανο
Καμωμένο από τις νίκες και τις ήττες του δεσμώτου χρόνου.

[…]

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ’ ένα απλό, σ’ ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του ’35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν’ απλώνεται με άνεση ως τ’ ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να’ ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…

Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ’ έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ’ έβαλαν να τριγυρίζω μ’ ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ’ αυτή την ποίηση και σ’ αυτή τη γη.

Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν’ αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.

Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ’ αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ’ όλη την έκταση και σ’ όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!

1943. —

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (τρίτη έκδοση οριστική), σ. 115-122 & 142-153]

Ευχαριστώ τον συνοδοιπόρο Καλλία για την επισήμανση.

Advertisements

Τα ποιήματα στο δρόμο

του Νίκου Χουλιαρά

[…]
Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια – όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.

Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
[…]

Από το κείμενο Τα ποιήματα στο δρόμο του Νίκου Χουλιαρά (δημοσιευμένο στο περιοδικό Η Λέξη, τεύχος 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)

 

Από το https://thepoetsiloved.wordpress.com/ της Βίκυς Παπαπροδρόμου

ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΡΟΝΤΕΝ, «ΔΙΑΘΗΚΗ»

ikona

Αυγούστου Ροντέν (Auguste Rodin), » Ο Σκεπτόμενος»

Νέοι, που επιθυμείτε να γίνετε υπηρέτες της ομορφιάς, ίσως, αν θελήσετε, να συναντήσετε εδώ το απόσταγμα μιας μακρόχρονης εμπειρίας.

Αγαπήστε με ευλάβεια τους μεγάλους δασκάλους που προηγήθηκαν.

Υποκλιθείτε μπροστά στο Φειδία και στο Μιχαήλ Άγγελο. Θαυμάστε τη θεϊκή γαλήνη του ενός, την τρομερή αγωνία του άλλου. Ο θαυμασμός είναι ένα γενναιόδωρο κρασί για τα ευγενικά πνεύματα.

Όμως -προς Θεού- μη μιμηθείτε τους μεγαλύτερούς σας. Με σεβασμό στην παράδοση μάθετε να διακρίνετε το αιώνια γόνιμο, που κλείνει μέσα της: την αγάπη για τη φύση και την ειλικρίνεια. Είναι τα δύο ισχυρά πάθη της μεγαλοφυΐας: λατρεύει τη φύση και ποτέ δεν ψεύδεται. Έτσι η παράδοση δίνει το κλειδί, που θα σας βοηθήσει να δραπετεύσετε από τη ρουτίνα. Η παράδοση, που σας συμβουλεύει να ερευνάτε συνεχώς την πραγματικότητα και που σας απαγορεύει την τυφλή υποταγή σε οποιονδήποτε δάσκαλο.

Η φύση ας είναι η μοναδική σας θεότητα!

Να έχετε απόλυτη πίστη σ’ αυτήν. Να είστε βέβαιοι ότι ποτέ δεν είναι άσχημη και περιορίστε τη φιλοδοξία σας στο να της είστε πιστοί.

Τα πάντα είναι ωραία για τον καλλιτέχνη, γιατί σε κάθε ύπαρξη και σε κάθε πράγμα η διαπεραστική του ματιά ανακαλύπτει το χαρακτήρα, την εσωτερική δηλαδή αλήθεια που διαφαίνεται πίσω από τη μορφή. Και η αλήθεια τούτη είναι η ίδια η ομορφιά. Μελετάτε με δέος: και τότε -να είστε βέβαιοι- θα ανακαλύψετε την ομορφιά, γιατί θα συναντήσετε την αλήθεια.

Δουλεύετε με μανία.

Εσείς, αγαλματοποιοί, δυναμώστε μέσα σας την αίσθηση του βάθους. Το πνεύμα δύσκολα εξοικειώνεται μ’ αυτή την έννοια. Δεν αντιλαμβάνεται ευκρινώς παρά μόνο επιφάνειες. Του είναι δύσκολο να φαντάζεται μορφές σε βάθος. Και όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται το έργο σας.

Πρώτα απ’ όλα καθορίστε με σαφήνεια τα κύρια επίπεδα των μορφών που θα σκαλίσετε. Τονίστε με δύναμη την κατεύθυνση που δίνετε σε κάθε μέλος του σώματος, στο κεφάλι, στους ώμους, στη λεκάνη, στις κνήμες. Η τέχνη απαιτεί αποφασιστικότητα. Με την ξεκάθαρη φυγή των γραμμών βυθίζεστε μέσα στο χώρο και κυριαρχείτε στο βάθος. Όταν τα επίπεδά σας βρουν τη σωστή τους θέση, τότε έχετε ανακαλύψει τα πάντα. Το άγαλμά σας είναι κιόλας ζωντανό. Οι λεπτομέρειες γεννιούνται και βρίσκουν τη σωστή θέση από μόνες τους.

Όταν δημιουργείτε, μη σκέπτεστε ποτέ επίπεδα, αλλά ανάγλυφα.

Το πνεύμα σας πρέπει να θεωρεί κάθε επιφάνεια ως προεξοχή ενός όγκου που βρίσκεται πίσω της και την ωθεί. Να φαντάζεστε τις μορφές σαν να κινούνται προς το μέρος σας. Κάθε ζωή αναδύεται από ένα κέντρο, ύστερα αναπτύσσεται και ξεχύνεται από τα μέσα προς τα έξω. Έτσι ακριβώς και στη μεγάλη γλυπτική· πάντα διακρίνει κανείς μέσα της μια ισχυρή εσωτερική ώθηση. Αυτό είναι το μυστικό της αρχαίας τέχνης.

Εσείς, ζωγράφοι, να παρατηρείτε την πραγματικότητα σε βάθος. Δείτε, για παράδειγμα, ένα πορτραίτο ζωγραφισμένο από τον Ραφαήλ. Πώς αυτός ο μεγάλος δάσκαλος απεικονίζει ένα πρόσωπο μετωπικά: στρέφει το στήθος προς το πλάι δίνοντας έτσι την ψευδαίσθηση της τρίτης διάστασης.

Όλοι οι μεγάλοι ζωγράφοι εξετάζουν το χώρο σε βάθος. Στην κατανόηση των όγκων βρίσκεται η δύναμή τους.

Να θυμάστε πάντα: δεν υπάρχουν γραμμές, μόνον όγκοι. Όταν σχεδιάζετε, να μην σας απασχολεί ποτέ το περίγραμμα, αλλά η “αναγλυφικότητα”. Η “αναγλυφικότητα” είναι αυτή που καθορίζει το περίγραμμα.

Να ασκείστε ακατάπαυστα. Επιβάλλεται να εξουσιάσετε την τεχνική σας.

Η τέχνη δεν είναι τίποτε άλλο από αίσθημα. Όμως χωρίς την απόλυτη γνώση των όγκων, των αναλογιών, των χρωμάτων, χωρίς τη δεξιοτεχνία του χεριού, ακόμα και το πιο έντονο αίσθημα παραλύει. Τι θα γινόταν ο πιο μεγάλος ποιητής σε μια ξένη χώρα, αν αγνοούσε τη γλώσσα της; Στη νεότερη γενιά καλλιτεχνών υπάρχουν ποιητές, που, δυστυχώς, αρνούνται να μάθουν να μιλούν. Δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ψελλίζουν.

Να έχετε υπομονή! Μη βασίζεστε στην έμπνευση.

Αυτή δεν υπάρχει. Τα μοναδικά προσόντα του καλλιτέχνη είναι: σωφροσύνη, προσοχή, ειλικρίνεια και θέληση. Να εκτελείτε το έργο σας ως έντιμοι εργάτες.

Νέοι, να είστε αληθινοί. Αυτό όμως δε σημαίνει: ακριβείς άνευ ουσίας. Υπάρχει μια χαμηλή πιστότητα: αυτή της φωτογραφίας και του εκμαγείου. Η τέχνη δεν αρχίζει παρά μόνο με την εσωτερική αλήθεια. Όλα σας τα σχήματα, όλα σας τα χρώματα να διερμηνεύουν συναισθήματα.

Ο καλλιτέχνης που αρκείται στην ψευδαίσθηση και με δουλοπρέπεια αναπαράγει ανούσιες λεπτομέρειες δε θα γίνει ποτέ μεγάλος καλλιτέχνης. Αν έχετε ποτέ επισκεφθεί κάποιο κοιμητήριο της Ιταλίας, οπωσδήποτε θα παρατηρήσατε με πόση παιδαριώδη αφέλεια οι καλλιτέχνες που ανέλαβαν να διακοσμήσουν τους τάφους προσπαθούν να αντιγράψουν στα αγάλματά τους κεντήματα, δαντέλες και πλεξούδες. Είναι ίσως ακριβείς. Δεν είναι όμως καθόλου αληθινοί, αφού δεν απευθύνονται στην ψυχή.

Σχεδόν όλοι μας οι γλύπτες θυμίζουν αυτούς των ιταλικών νεκροταφείων. Στα μνημεία που βρίσκονται στις δημόσιες πλατείες μας διακρίνουμε μόνο ρεντιγκότες, τετράποδα ή μονόποδα τραπέζια, καρέκλες, μηχανές, μπαλόνια, τηλέγραφους. Κανένα ίχνος εσωτερικής αλήθειας, συνεπώς κανένα ίχνος τέχνης. Να φρίττετε μ’ αυτά τα παλιοπράγματα.

Να είστε βαθιά και άγρια λάτρεις της αλήθειας. Να μη διστάζετε ποτέ να εκφράζετε αυτό που αισθάνεστε, ακόμα κι όταν έρχεται σε αντίθεση με τις παραδεδεγμένες ιδέες. Ίσως να μη σας καταλάβουν στην αρχή. Αλλά η μοναξιά σας δε θα κρατήσει για πολύ. Φίλοι θα τρέξουν γρήγορα κοντά σας, γιατί ό,τι είναι βαθιά αληθινό για έναν άνθρωπο είναι και για όλους.

Ωστόσο, ούτε γκριμάτσες ούτε μορφασμούς για να προσελκύσετε το κοινό. Απλότητα! Αφέλεια!

Τα ωραιότερα θέματα βρίσκονται μπροστά σας: είναι εκείνα που γνωρίζετε καλύτερα.

Ο πολύ αγαπητός μου και τόσο μεγάλος Ευγένιος Καρριέρ, που μας άφησε τόσο γρήγορα, έδειξε τη μεγαλοφυΐα του ζωγραφίζοντας τη γυναίκα και τα παιδιά του. Του ήταν αρκετό να εξυμνεί τη μητρική στοργή, για να είναι υπέροχος. Μεγάλοι καλλιτέχνες είναι εκείνοι που βλέπουν με τα δικά τους τα μάτια αυτά που όλος ο κόσμος έχει δει και είναι σε θέση να διακρίνουν την ομορφιά μέσα σ’ εκείνα, που είναι τόσο κοινά για τους άλλους.

Οι κακοί καλλιτέχνες βλέπουν πάντοτε με τα γυαλιά κάποιου άλλου.

Το ύψιστο είναι να συγκινείσαι, να αγαπάς, να ελπίζεις, να πάλλεσαι, να ζεις. Πρώτα να είσαι άνθρωπος και μετά καλλιτέχνης!

Η αληθινή ευγλωττία χλευάζει την ευγλωττία, έλεγε ο Πασκάλ. Η αληθινή τέχνη χλευάζει την τέχνη. Θα αναφέρω πάλι εδώ το παράδειγμα του Ευγένιου Καρριέρ. Στις εκθέσεις οι περισσότεροι πίνακες δεν είναι τίποτε άλλο από ζωγραφική. Οι δικοί του πίνακες φαίνονταν, ανάμεσα στους άλλους, σαν παράθυρα ανοιγμένα προς τη ζωή!

Να αποδέχεστε τις δίκαιες κριτικές. Εύκολα θα τις αναγνωρίσετε. Είναι εκείνες που επιβεβαιώνουν τις αμφιβολίες που σας βασανίζουν. Όμως να μην πτοείστε από εκείνες που η συνείδησή σας δεν παραδέχεται.

Μη φοβηθείτε τις άδικες κριτικές. Θα εξεγείρουν τους φίλους σας. Θα τους υποχρεώσουν να ξανασκεφτούν για τη συμπάθεια που νιώθουν προς εσάς και θα την εκδηλώνουν με περισσότερο θάρρος, αφού θα κατανοήσουν καλύτερα το λόγο της ύπαρξής της.

Αν το ταλέντο σας είναι πρωτότυπο, στην αρχή δε θα έχετε παρά λίγους οπαδούς και ένα πλήθος εχθρών. Μη χάνετε το θάρρος σας. Οι πρώτοι θα θριαμβεύσουν, γιατί ξέρουν για ποιο λόγο σας αγαπούν, ενώ οι άλλοι αγνοούν γιατί τους είστε μισητοί· οι πρώτοι είναι παθιασμένοι με την αλήθεια και θα στρατολογούν συνεχώς νέους οπαδούς, ενώ οι άλλοι δε θα δείξουν ιδιαίτερο ζήλο για τις λανθασμένες απόψεις τους. Οι πρώτοι είναι σταθεροί, ενώ οι δεύτεροι πηγαίνουν όπου φυσά ο άνεμος. Η νίκη της αλήθειας είναι βέβαιη.

Μη χάνετε τον καιρό σας συνάπτοντας κοσμικές ή πολιτικές σχέσεις. Θα δείτε πολλούς συναδέλφους σας να αποκτούν με ραδιουργίες τιμές και πλούτη. Δεν είναι αυτοί οι αληθινοί καλλιτέχνες. Μερικοί όμως είναι πολύ έξυπνοι και, αν θελήσετε να παραβγείτε μαζί τους στο γήπεδό τους, θα αναλώσετε τόσο χρόνο όσο και εκείνοι, δηλαδή εξ ολοκλήρου την ύπαρξή σας κι έτσι δε θα σας απομείνει ούτε μια στιγμή για να είστε καλλιτέχνης.

Να αγαπάτε με πάθος την αποστολή σας. Δεν υπάρχει ωραιότερη. Είναι πολύ πιο υψηλή απ’ ό,τι ο όχλος πιστεύει.

Ο καλλιτέχνης δίνει ένα μεγάλο παράδειγμα. Λατρεύει τη δουλειά του και η πολυτιμότερη ανταμοιβή του είναι η χαρά που παίρνει μέσα από αυτήν. Στις μέρες μας -τι κρίμα!- προσπαθούν να πείσουν τους εργάτες ότι πρέπει να μισούν τη δουλειά τους και να την σαμποτάρουν. Η ανθρωπότητα όμως δε θα γίνει ευτυχισμένη παρά μόνον όταν όλοι οι άνθρωποι αποκτήσουν ψυχές καλλιτεχνών, δηλαδή όταν όλοι βρίσκουν απόλαυση μέσα από το έργο τους.

Η τέχνη είναι ακόμα ένα υπέροχο μάθημα ειλικρίνειας.

Ο πραγματικός καλλιτέχνης εκφράζει πάντοτε αυτό που σκέπτεται διακινδυνεύοντας να ανατρέψει όλες τις καθιερωμένες αξίες.

Διδάσκει έτσι την ειλικρίνεια στους συνανθρώπους του.

Θα μπορούσε κανείς λοιπόν να φανταστεί τι θαυμάσια πρόοδος θα είχε αίφνης συντελεστεί, αν η απόλυτη αγάπη για την αλήθεια βασίλευε ανάμεσα στους ανθρώπους!

Α, πόσο γρήγορα η κοινωνία θα απέρριπτε πλάνες και ασκήμιες, αφού θα τις παραδεχόταν, και πόσο γρήγορα η γη μας θα γινόταν ένας Παράδεισος!

 

Το αντέγραψα από τον Δημήτρη Κακριδά!

Κείμενο του αστροφυσικού και ομότιμου καθηγητή Μάνου Δανέζη από το: http://manosdanezis.gr/time-3/

Μου θυμίζει πάντα τον Τ.Σ. Έλιοτ που έγραψε,

«Χρόνος περασμένος και χρόνος μελλοντικός

Ό,τι θα μπορούσε να γίνει και ό,τι έγινε

Κατευθύνουν σ’ έναν σκοπό που είναι πάντοτε παρών.»
Πώς ο εγκέφαλός μας βιώνει το χρόνο.
Πολλές φορές μέχρι σήμερα σε άρθρα μας, βιβλία και διαλέξεις έχουμε αναφερθεί και αναλύσει, με κάθε επιστημονική ακρίβεια, το γεγονός ότι ο χρόνος των ρολογιών και των ημερολογίων μας δεν εκφράζει τίποτα όσον αφορά την αλήθεια του σύμπαντος. Ο μετρούμενος χρόνος αποτελεί ένα πλαστό δημιούργημα της ανθρώπινης βιολογίας, ένα matrix κι αυτός, όπως ακριβώς αυτό το οποίο ονομάζουμε «ύλη».
Η Θεωρία της Σχετικότητας το αποδεικνύει και δεν είναι τυχαίο ότι ο A. Einstein ανέφερε για τον χρόνο: «Για μας τους ορκισμένους φυσικούς η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια ψευδαίσθηση ακόμα κι αν είναι τόσο επίμονη».
Σαν μια μικρή απάντηση στις πολλές, και όχι πάντα ευγενικές, αντιρρήσεις οι οποίες έχουν διατυπωθεί, αναφέρουμε την επόμενη επιστημονική εργασία.
Και να υπενθυμίσω ότι ο Alvin Toffler στο βιβλίο του «Το τρίτο κύμα» είχε προειδοποιήσει: «οι αγράμματοι του 21 αιώνα, δεν θα είναι αυτοί που δεν μπορούν να γράψουν ή να διαβάσουν, αλλά αυτοί που δεν θα μπορούν να μάθουν, να ξεμάθουν και να ξαναμάθουν»
Για την ιστορία δίνω τις ιστοσελίδες οι οποίες αναφέρονται στα βιογραφικά των συμμετεχόντων ερευνητών και το Επιστημονικό Ινστιτούτο στο οποίο έγιναν.
Ινστιτούτο Kavli: http://www.kavlifoundation.org/institutes
Edvard Moser : https://en.wikipedia.org/wiki/Edvard_Moser
JohnO’Keefe: https://en.wikipedia.org/wiki/John_O%27Keefe
Ομοίως την επιστημονική δημοσίευση με τίτλο «Integrating time from experience in the lateral entorhinal cortex. Nature», οι αμφιβάλλοντες μπορούν να την βρουν στην ιστοσελίδα: https://www.nature.com/articles/s41586-018-0459-6
Πώς ο εγκέφαλός μας βιώνει το χρόνο μέσα σε ένα νευρωνικό του δίκτυο
https://egno.gr/2018/09/pos-o-egkefalos-mas-vionoi-to-chrono-anakalipsan-erevnites-se-nevroniko-tou-diktio/

Ερευνητές στο Ινστιτούτο Kavli ανακάλυψαν δίκτυο εγκεφαλικών κυττάρων το οποίο εκφράζει την αίσθηση του χρόνου μέσα από εμπειρίες και μνήμες. Η περιοχή όπου βιώνεται ο χρόνος βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην περιοχή που κωδικοποιεί το χώρο.

Τα ρολόγια είναι συσκευές που δημιουργήθηκαν από τους ανθρώπους για να μετρούν το χρόνο. Με κοινωνική σύμβαση, συμφωνούμε να συντονίζουμε τις δραστηριότητές μας σύμφωνα με το χρόνο του ρολογιού. Ωστόσο, ο εγκέφαλός σας δεν αντιλαμβάνεται τη χρονική διάρκεια με τις τυπικές μονάδες των λεπτών και ωρών στο ρολόι του χεριού μας. Η υπογραφή του χρόνου στις εμπειρίες μας και τις αναμνήσεις μας ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος χρονικότητας. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, οι ζώντες οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, ανέπτυξαν πολλαπλά βιολογικά ρολόγια για να μας βοηθήσουν να παρακολουθούμε το χρόνο. Αυτό που διακρίνει τους ποικίλους χρονομέτρες του εγκεφάλου δεν είναι μόνο η κλίμακα του χρόνου που μετριέται, αλλά επίσης τα φαινόμενα που συντόνισαν τα νευρωνικά ρολόγια.

Ορισμένοι χρονομέτρες τίθενται από εξωτερικές διεργασίες, όπως το κιρκάδιο ρολόι που συντονίστηκε στην ανάδυση και εξαφάνιση του ημερήσιου φωτός. Αυτό το ρολόι βοηθάει τους οργανισμούς να προσαρμόζονται με τους ρυθμούς της μέρας. Άλλοι χρονομέτρες τίθενται από φαινόμενα με πιο εσωτερική προέλευση, όπως τα κύτταρα του ιπποκάμπιου χρόνου που σχηματίζουν μια, σαν ντόμινο, αλυσίδα σήματος που παρακολουθούν χρονικές διάρκειες μέχρι και 10 δευτερόλεπτα ακριβώς. Σήμερα γνωρίζουμε πολλά σχετικά με τους μηχανισμούς του εγκεφάλου για τη μέτρηση μικρών χρονικών κλιμάκων όπως τα δευτερόλεπτα. Λίγα είναι γνωστά, ωστόσο, σχετικά με τη χρονική κλίμακα που ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί για να καταγράψει τις εμπειρίες και τις μνήμες μας, οι οποίες μπορούν να διαρκούν από δευτερόλεπτα, μέχρι λεπτά ή ώρες.
Ένα νευρωνικό ρολόι για το χρόνο που βιώνεται
Ένα νευρωνικό ρολόι που παρακολουθεί το χρόνο που διαρκούν οι εμπειρίες είναι ακριβώς αυτό που ο Albert Tsao και οι συνάδελφοί του στο Ινστιτούτο Kavli για Συστήματα Νευροεπιστήμης του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας, θεωρούν ότι έχουν ανακαλύψει. Με την καταγραφή στοιχείων από έναν πληθυσμό εγκεφαλικών κυττάρων οι ερευνητές προσδιόρισαν ένα ισχυρό σήμα κωδικοποίησης χρόνου βαθιά μέσα στον εγκέφαλο. «Η μελέτη μας αποκαλύπτει πώς ο εγκέφαλος κατανοεί το χρόνο καθώς βιώνεται ένα γεγονός», αναφέρει ο Tsao στην ιστοσελίδα Gemini. «Το δίκτυο δεν κωδικοποιεί το χρόνο αναλυτικά. Αυτό που καταγράφουμε είναι μάλλον ένας υποκειμενικός χρόνος που παράγεται από την εν εξελίξει ροή της εμπειρίας».
Το δίκτυο παρέχει χρονοσημάνσεις για τα γεγονότα και παρακολουθεί τη σειρά των γεγονότων μέσα σε μια εμπειρία, αναφέρει ο καθηγητής Moser. Το νευρωνικό ρολόι λειτουργεί οργανώνοντας τη ροή των εμπειριών μας σε μια διευθετημένη σειρά γεγονότων. Η δραστηριότητα αυτή δίνει το έναυσμα στο ρολόι του εγκεφάλου για τον υποκειμενικό χρόνο. Η εμπειρία, και η αλληλουχία των γεγονότων μέσα στην εμπειρία, είναι έτσι το υλικό του οποίου ο υποκειμενικός χρόνος γεννιέται και μετριέται από τον εγκέφαλο.
Χρόνος, Χώρος και Μνήμη στον Εγκέφαλο
Όπως αναφέρει, στην ίδια ιστοσελίδα, ο καθηγητής Moser: «Σήμερα, έχουμε μια αρκετά καλή κατανόηση του τρόπου που οι εγκέφαλοί μας διαχειρίζονται το χώρο, ενώ οι γνώση του χρόνου είναι λιγότερο σαφής. Ο χώρος στον εγκέφαλο είναι σχετικά εύκολο να ερευνηθεί. Συνίσταται από εξειδικευμένους τύπους κυττάρου που είναι ειδικοί για συγκεκριμένες λειτουργίες. Μαζί συνιστούν τις λεπτομέρειες του συστήματος». Το 2005, οι May-Britt και Edvard Moser ανακάλυψαν πλέγμα κυττάρων, που χαρτογραφεί το περιβάλλον μας σε διαφορετικές κλίμακες χωρίζοντας το χώρο σε εξαγωνικές μονάδες. Το 2014, ο Mosers μοιράστηκε το βραβείο Nobel με τον συνάδελφο και μέντορά τους John O’Keefe στο UCL (University College London) για τις ανακαλύψεις τους των κυττάρων που συνιστούν το σύστημα προσδιορισμού θέσης.
Το 2007, εμπνευσμένος από την ανακάλυψη του κυτταρικού πλέγματος χωρικής κωδικοποίησης των Mosers, ο τότε υποψήφιος διδάκτορας στο Ινστιτούτο Kavli, Albert Tsao, σχεδίασε να σπάσει τον κώδικα του τι συμβαίνει στον αινιγματικό πλευρικό ενδορινικό φλοιό (lateral entorhinal cortex ή LEC). Η περιοχή αυτή του εγκεφάλου είναι ακριβώς δίπλα στον έσω ενδορινικό φλοιό (medial entorhinal cortex ή MEC), όπου οι επιβλέποντες του Tsao, Mosers, είχαν ανακαλύψει το πλέγμα κυττάρων. «Ήλπιζα να βρω ένα παρόμοιο βασικό λειτουργικό κύτταρο που θα αποκάλυπτε τη λειτουργική ταυτότητα αυτού του νευρωνικού δικτύου», λέει ο Tsao. Η εργασία αποδείχθηκε να είναι ένα χρονοβόρο πρόγραμμα. «Δεν έμοιαζε να υπάρχει ένα μοτίβο στη δραστηριότητα αυτών των κυττάρων. Το σήμα άλλαζε συνεχώς» αναφέρει ο καθηγητής Moser.

Ήταν μόνο στα δυο τελευταία χρόνια που οι ερευνητές άρχισαν να υποψιάζονται ότι το σήμα πράγματι άλλαζε με το χρόνο. Έξαφνα τα καταγεγραμμένα δεδομένα άρχισαν να αποκτούν νόημα. «Ο χρόνος είναι μια εκτός-ισορροπίας διαδικασία. Είναι πάντα μοναδικός και μεταβαλλόμενος», αναφέρει ο καθηγητής. «Εάν αυτό το δίκτυο πράγματι κωδικοποιούσε το χρόνο, το σήμα θα πρέπει να αλλάζει με το χρόνο προκειμένου να καταγράφει τις εμπειρίες ως μοναδικές αναμνήσεις». Ο Mosers χρειάστηκε μόνο να αποκωδικοποιήσουν το σήμα ενός απλού κυτταρικού πλέγματος για να ανακαλύψουν πώς κωδικοποιείται ο χώρος στον έσω ενδορινικό φλοιό. Η αποκωδικοποίηση του χρόνου στον πλευρικό ενδορινικό φλοιό αποδείχθηκε ότι είναι μια πιο περίπλοκη εργασία. Ήταν μόνο μετά από την έρευνα στην δραστηριότητα εκατοντάδων κυττάρων που ο Tsao μπόρεσε να δει ότι το σήμα κωδικοποιούσε τον χρόνο.
Το σχήμα του χρόνου
Η δομή του χρόνου υπήρξε από μακρού πεδίο αντιπαράθεσης φιλοσόφων και φυσικών. Τι μπορεί ο νεοανακαλυφθείς μηχανισμός του εγκεφάλου για τον επεισοδιακό χρόνο να μας πει σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε το χρόνο; Είναι η αντίληψη του χρόνου γραμμική μοιάζοντας με ένα ποτάμι που ρέει ή κυκλική σαν ένα τροχό ή έλικα;
Τα δεδομένα από τη μελέτη του Kavli υποστηρίζουν ότι και τα δυο είναι σωστά και ότι το σήμα στο δίκτυο που κωδικοποιεί το χρόνο μπορεί να πάρει πολλές μορφές που εξαρτώνται από την εμπειρία.
Με ένα σύνολο πειραμάτων ακόμη ελέγχθηκε η υπόθεση ότι το δίκτυο LEC (πλευρικoύ ενδορινικού φλοιού) κωδικοποιούσε τον επεισοδιακό χρόνο, ελέγχοντας ευρείες και πιο στενές περιοχές εμπειριών και επιλογών δράσης. Σύμφωνα με τον καθηγητή Moser, η μελέτη δείχνει ότι αλλάζοντας τις δραστηριότητες που κάνετε, το περιεχόμενο της εμπειρίας σας, μπορείτε πραγματικά να αλλάξετε τη πορεία του χρονικού σήματος στο LEC και έτσι τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε το χρόνο.

Σκέψεις γα το Σαββατοκύριακο, Μircea Eliade.

      

 

  Ο Μιρτσέα Ελιάντε γεννήθηκε το 1907 στο Βουκουρέστι. Σπούδασε στο εκεί Πανεπιστήμιο και μετά τη διδακτορική διατριβή του, συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Καλκούτας όπου ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά και την ινδική φιλοσοφία. Από εκεί έφυγε και πήγε στην περιοχή των Ιμαλαΐων, όπου μέσα σε δυο χρόνια συγκέντρωσε υλικό για τους ashrams (θρησκευτικές κοινότητες ζωής και εργασίας ανύπαντρων, ένα είδος τάγματος) της Almora, Hardwar και Rishikesh, για τη διατριβή του η οποία δημοσιεύτηκε το 1936 στο Παρίσι με τίτλο «Essai sur les origines de la mystique indienne» («Δοκίμιο για την καταγωγή του ινδικού μυστικισμού»). To 1933 πήρε την έδρα της ινδικής φιλοσοφίας και της γενικής ιστορίας των θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Το 1938 ίδρυσε το περιοδικό «Zamolxis – Revue des etudes religieuses» από το οποίο κυκλοφόρησαν τρεις τόμοι. Το 1940 διορίστηκε πολιτιστικός ακόλουθος στη ρουμανική πρεσβεία του Λονδίνου και το επόμενο έτος στη Λισαβόνα, ως διπλωματικός ακόλουθος για πολιτιστικά θέματα. To 1945 εκλέχθηκε καθηγητής στην Ecole des Hautes Etudes, στο Παρίσι, και άρχισε να γράφει κυρίως στα γαλλικά. Έδωσε διαλέξεις σε θέματα θρησκευτικής ιστορίας στη Σορβόνη και σε άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Το 1957 ανέλαβε την έδρα Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Πέθανε στο Σικάγο των ΗΠΑ το 1986.
(Στο τέλος του κειμένου υπάρχει λίστα των μεταφρασμένων στα ελληνικά βιβλίων του Ελλιάντε από τo biblionet.gr)

———————————————————

  • Μιμούμενος τις υποδειγματικές πράξεις ενός θεού ή ενός μυθικού ήρωα, ή απλά εξιστορώντας τις περιπέτειες τους, ο άνθρωπος της αρχαϊκής κοινωνίας αποσπά τον εαυτό του από τον βέβηλο χρόνο και μαγικά ξανά μπαίνει στον Μεγάλο Χρόνο, τον ιερό χρόνο.
  • Η εμπειρία του Ιερού Χώρου καθιστά δυνατή την «ίδρυση του κόσμου»: όπου το ιερό εκδηλώνεται στο χώρο, το πραγματικό αποκαλύπτει τον εαυτό του,ο κόσμος έρχεται σε ύπαρξη.
  • Η μεγάλη κοσμική ψευδαίσθηση είναι μια ιεροφάνεια …. Κάποιος καταβροχθίζεται από τον Χρόνο, όχι επειδή ζει μέσα στον Χρόνο, αλλά επειδή πιστεύει στην πραγματικότητά του και επομένως ξεχνά ή περιφρονεί την αιωνιότητα.
  • Το ακατέργαστο προϊόν της φύσης, το βιομηχανικό προϊόν του ανθρώπου, αποκτούν την πραγματικότητά τους, την ταυτότητά τους, μόνο στο βαθμό που συμμετέχουν σε μια υπερβατική πραγματικότητα.
  • Ένα θρησκευτικό φαινόμενο θα αναγνωριστεί ως τέτοιο μόνο εάν συλληφθεί στο δικό του επίπεδο, δηλαδή αν μελετηθεί ως κάτι θρησκευτικό. Το να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την ουσία ενός τέτοιου φαινομένου με τα μέσα της φυσιολογίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, των οικονομικών, της γλωσσολογίας, της τέχνης ή οποιασδήποτε άλλης επιστήμης, είναι λάθος. Χάνει το μοναδικό και μη αναγώγιμο στοιχείο—το στοιχείο του ιερού.
  • Θα ήθελα να αναλύσω τη στάση των ιστορικιστών όλων των ειδών. . . όλων όσων πιστεύουν ότι κάποιος μπορεί να κατανοήσει τον πολιτισμό μόνο με τη ανάγωγη του σε κάτι χαμηλότερο (σεξουαλικότητα, οικονομία, ιστορία κλπ.) και να δείξω ότι αυτή είναι μια νευρωτική συμπεριφορά. Ο νευροπαθής απομυθοποιεί τη ζωή, τον πολιτισμό, την πνευματική ζωή. . . δεν μπορεί πλέον να κατανοήσει τη βαθιά έννοια των πραγμάτων, και κατά συνέπεια, δεν μπορεί πλέον να πιστέψει στην πραγματικότητά τους.
  • Δεν θέλω να είμαι μέτριος, αυτός είναι ο φόβος της ψυχής και του σώματός μου
  • Το εάν η θρησκεία είναι ανθρωπογενής είναι μια ερώτηση για τους φιλοσόφους ή τους θεολόγους. Αλλά οι μορφές είναι φτιαγμένες απο ανθρώπους. Είναι μια ανθρώπινη απάντηση σε κάτι. Ως ιστορικός των θρησκειών, ενδιαφέρομαι για αυτές τις εκφράσεις.
  • Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το ιερό, επειδή εκδηλώνεται, παρουσιάζεται ως κάτι εντελώς διαφορετικό από το βέβηλο. Για να χαρακτηρίσουμε την πράξη της εκδήλωσης του ιερού, έχουμε προτείνει τον όρο ιεροφάνεια. Είναι ένας κατάλληλος όρος, διότι δεν συνεπάγεται τίποτα περισσότερο. Δεν εκφράζει τίποτε άλλο από το υπονοούμενο στο ετυμολογικό του περιεχόμενο, δηλαδή ότι κάτι ιερό εμφανίζεται σε εμάς. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ιστορία των θρησκειών – από την πιο πρωτόγονη έως την πλέον ανεπτυγμένη – αποτελείται από μεγάλο αριθμό ιεροφανειών, από εκδηλώσεις ιερών πραγματικοτήτων. Από την πιο στοιχειώδη ιεροφάνεια – π.χ. εκδήλωση του ιερού σε κάποιο συνηθισμένο αντικείμενο, μια πέτρα ή ένα δέντρο – στην υπέρτατη ιεροφάνεια (η οποία, για έναν Χριστιανό, είναι η ενσάρκωση του Θεού στον Ιησού Χριστό) δεν υπάρχει λύση της συνέχειας. Σε κάθε περίπτωση βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ίδια μυστηριώδη πράξη – την εκδήλωση μιας εντελώς διαφορετικής τάξης, μιας πραγματικότητας που δεν ανήκει στον κόσμο μας, σε αντικείμενα που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του φυσικού μας «βέβηλου» κόσμου.
  • Σε όποιο βαθμό κι αν έχει εκκοσμικεύσει (αποιεροποιήσει) τον κόσμο, ο άνθρωπος που έχει κάνει την επιλογή του υπέρ μίας βέβηλης ζωής ποτέ δεν καταφέρνει να καταργήσει εντελώς τη θρησκευτική συμπεριφορά.
  • Εφ ‘όσον δεν έχετε κατανοήσει ότι πρέπει να πεθάνετε για να εξελιχτείτε, είστε ένας ταραγμένος επισκέπτης στη σκοτεινή γη.
  • Για εκείνους στους οποίους μια πέτρα αποκαλύπτεται ως ιερή, η άμεση πραγματικότητά τους μετασχηματίζεται σε υπερφυσική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, για όσους έχουν θρησκευτική εμπειρία, όλη η φύση είναι ικανή να αποκαλυφθεί ως κοσμική ιερότητα.
  • Μέσω της ανάγνωσης, ο σύγχρονος άνθρωπος καταφέρνει να αποκτήσει μια «απόδραση από το χρόνο» που είναι συγκρίσιμη με την «αποκάλυψη από το χρόνο» που επιτελείτε από τους μύθους …Η ανάγνωση τον προβάλλει εκτός του προσωπικού του χρόνου και τον ενσωματώνει σε άλλους ρυθμούς, τον κάνει να ζει σε μια άλλη «ιστορία».
  • Η ποίηση αναδιαμορφώνει και επιμηκύνει τη γλώσσα. Κάθε ποιητική γλώσσα ξεκινά με το να είναι μια μυστική γλώσσα, δηλαδή με τη δημιουργία ενός προσωπικού σύμπαντος, ενός εντελώς κλειστού κόσμου. Η καθαρότερη ποιητική πράξη φαίνεται να επαναδημιουργεί τη γλώσσα από μια εσωτερική εμπειρία που … αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων.
  • Είναι πάνω απ ‘όλα η αξιοποίηση του παρόντος που πρέπει να τονιστεί. Το απλό γεγονός της ύπαρξης, της διαβίωσης στο χρόνο, μπορεί να περιλαμβάνει μια θρησκευτική διάσταση. Αυτή η διάσταση δεν είναι πάντοτε προφανής, δεδομένου ότι η ιερότητα είναι κατά μια έννοια καμουφλαρισμένη στο άμεσο, στο «φυσικό» και στο καθημερινό. Η χαρά της ζωής που ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες δεν είναι ένας βέβηλος τύπος απόλαυσης: αποκαλύπτει την ευδαιμονία του να υπάρχεις, να μοιράζεται – ακόμη και φαινομενικά – στον αυθορμητισμό της ζωής και την μεγαλοπρέπεια του κόσμου. Όπως και πολλοί άλλοι πριν και μετά από αυτούς, οι Έλληνες έμαθαν ότι ο πιο σίγουρος τρόπος για να ξεφύγουμε από το χρόνο είναι να εκμεταλλευτούμε τον πλούτο – εκ πρώτης όψεως αδύνατο να υποψιαστούμε- της ζωντανής στιγμής, της ζωής που ζούμε.
  • Η ιστορία των θρησκειών καταλήγει και έρχεται σε επαφή με αυτό που είναι ουσιαστικά ανθρώπινο: τη σχέση του ανθρώπου με τον ιερό. Η ιστορία των θρησκειών μπορεί να διαδραματίσει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην κρίση στην οποία ζούμε. Οι κρίσεις του σύγχρονου ανθρώπου είναι σε μεγάλο βαθμό θρησκευτικές, εφόσον αφυπνίζουν τη συνείδηση για την απουσία νοήματος.
  • Και αντιλαμβάνομαι πόσο άχρηστοι είναι οι θρήνοι και πόσο ανώφελη η μελαγχολία
  • Το Φως δεν προέρχεται από το φως, αλλά από το σκοτάδι.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2009)
Ο σαμανισμός και οι αρχαϊκές τεχνικές της έκστασης, Χατζηνικολή
(2004)
Η δεσποινίς Χριστίνα, Διώνη
(2003)
Το εσωτερικό φως, Αρμός
(2002)
Το ιερό και το βέβηλο, Αρσενίδης
(2001)
Ίζαμπελ και τα ύδατα του διαβόλου, Λαγουδέρα
(1999)
Δεκαεννέα τριαντάφυλλα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1999)
Κόσμος και ιστορία, Ελληνικά Γράμματα
(1999)
Πραγματεία πάνω στην ιστορία των θρησκειών, Χατζηνικολή
(1994)
Εικόνες και σύμβολα, Αρσενίδης
(1988)
Η νύχτα της Βεγγάλης, Αρσενίδης
(1988)
Στον ήσκιο ενός κρινολούλουδου, Χατζηνικολή
(1980)
Γιόγκα, Χατζηνικολή
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2001)
Αλχημεία, Αρχέτυπο
(1999)
Λεξικό των θρησκειών, Χατζηνικολή
Βιογραφικά στοιχεία και οι ελληνικές εκδόσεις προέρχονται από την http://www.biblionet.gr

Τα παιδιά που αγαπιούνται φιλιούνται όρθια
Με τις πλάτες στις πόρτες της νύχτας
Κι οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο
Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
Δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Κι είναι μονάχα ο ίσκιος τους
Που τρέμει μες στη νύχτα
Προκαλώντας την οργή των περαστικών
Την οργή, την περιφρόνηση, τα γέλια και τον φθόνο τους
Τα παιδιά που αγαπιούνται δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Είν΄ αλλού πολύ πιο μακριά απ’ τη νύχτα
Πολύ πιο ψηλά απ΄ τη μέρα
Μες στο εκθαμβωτικό φως της πρώτης τους αγάπης

Paroles : J. Prévert, Musique  : J. Kosma

*Mετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com

Posted by  Το κόσκινο

Για την κρίση ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, του Evandro Agazzi*

agazzi

Μτφρ.: Γιώργος Κουτσαντώνης

Συχνά μιλάμε για «απώλεια ταυτότητας» από την οποία υποφέρει ο άνθρωπος της εποχής μας και το νόημα που της δίνουμε είναι μια αδυναμία προσανατολισμού. Μιλάμε για μια βαθιά κρίση που έχει επηρεάσει όλα τα πλαίσια αναφοράς και αξιών εντός των οποίων οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει να τοποθετούν τους εαυτούς τους και να δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους.
Μια ριζοσπαστική εξέταση αυτής της απώλειας ταυτότητας θα έπρεπε να ξεκινήσει με τη δυσκολία να δοθεί μια απάντηση στην ερώτηση: «Ποιος είμαι» ή γενικότερα, «Τι είναι ο άνθρωπος;» Η επίγνωση του εαυτού είναι ένα πανάρχαιο ζήτημα, το οποίο, από την κλασική αρχαιότητα, φαίνεται να συνυφαίνεται με τη έννοια της σοφίας. Το γνώθι σ’ αυτόν για τους αρχαίους προέρχεται από τους θεούς, και αποδίδεται στο μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς.

Εδώ όμως προκύπτει ένα μεγάλο παράδοξο. Μοιάζει προφανές ότι η αυτογνωσία είναι ένα εύκολο έργο ακριβώς γιατί δεν υπάρχει καμία παρεμβολή ανάμεσα στο υποκείμενο που γνωρίζει και στο αντικείμενο αυτής της γνώσης. Ωστόσο, αυτή η φαινομενική ευκολία μετατρέπεται σε τεράστια δυσκολία, όταν το υποκείμενο θεωρεί τη γνώση ως κάτι που απαιτεί μια ετερότητα, μια αποστασιοποίηση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Έτσι αυτή η «αντικειμενικοποίηση» του εαυτού γίνεται μια απεγνωσμένη προσπάθεια, που μας ωθεί να αναζητήσουμε έμμεσους τρόπους και μέσα (δηλαδή «πηγές γνώσης»).

Η αναπόφευκτη συνέπεια είναι ότι η απάντηση στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη φύση και την αποδοχή των μέσων που θα χρησιμοποιηθούν. Επομένως η ταυτότητα του ανθρώπου θα προσδιοριστεί σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά αυτών των μέσων και από τα πεδία που αυτά είναι σε θέση να πραγματευτούν. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, η Δύση βρήκε αυτά τα μέσα στη φιλοσοφία και τη θρησκεία ενώ τις πηγές γνώσης στη μεταφυσική και την αποκάλυψη. Στη σύγχρονη εποχή εμφανίστηκε στον ορίζοντα ένα νέο γνωστικό εργαλείο: η φυσική επιστήμη, η οποία δεν χρησιμοποιεί πλέον την μεταφυσική ή την αποκάλυψη. Τώρα ο εννοιολογικός χώρος στον οποίο ενθυλακώνονται όλα όσα μπορούν να γίνουν γνωστά περιορίζεται στην ύλη και στην κίνηση (που καθοδηγούνται από «δυνάμεις» οι οποίες δρουν «από το εξωτερικό» πάνω σε υλικά σώματα).

Οι περισσότερο παρατηρητικοί στοχαστές προειδοποίησαν για τον κίνδυνο από την ανεξέλεγκτη επέκταση της νέας αυτής πηγής γνώσης, και σχεδόν αμέσως μπήκαν στον κόπο να «σώσουν τον άνθρωπο». Η γενική λύση που υιοθετήθηκε ήταν μια δυαδική έννοια του ανθρώπου, μια σύλληψη που εγκαινιάστηκε από τον Descartes, αλλά έγινε δεκτή, σε διάφορες μορφές, και από διάφορους άλλους στοχαστές, μέχρι τον Kant. Ωστόσο, μια τέτοια λύση προϋποθέτει ήδη την απώλεια της ταυτότητας του ανθρώπου. Γιατί η ταυτότητα συνεπάγεται μια ενότητα στην οποία μπορούν να βρεθούν όλες μαζί οι διαφορές.

Μετά από αυτό το ναυάγιο, ο λεγόμενος «υπερβατικός» ιδεαλισμός ανάλαβε την υψηλή αποστολή να κατεδαφίσει την «υπερβατική» θεώρηση και ικανότητα αντίληψης του πραγματικού σε σχέση με τη γνωστική σκέψη (η οποία είχε φυλακιστεί από την σύγχρονη φιλοσοφία). Όμως κατέληξε να εξαλείψει όλες τις μορφές υπερβατικότητας και να μετασχηματίσει τη σκέψη σε κάτι το απόλυτο που ενυπάρχει. Έτσι ο άνθρωπος «αποθεώθηκε», ωστόσο και πάλι δεν μπόρεσε να ανακαλύψει την ταυτότητά του γιατί μέσα από αυτή την υπερβολή δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει τα όριά του, την ατομικότητά του, αλλά ούτε και την προσωπική του ελευθερία.

Ενώ ορισμένες φιλοσοφίες της εμμένειας εξύψωναν την πνευματική διάσταση του ανθρώπου σε σημείο που την καταστούσαν στην πράξη αβάσιμη και ανεδαφική, οι φυσικές επιστήμες προχωρούσαν και σταδιακά αφαίρεσαν αυτή τη διάσταση, υποβαθμίζοντάς την με τη σειρά τους σε μια ανώφελη φαντασία. Πράγματι, θεωρήθηκε ότι το σώμα του ανθρώπου ανήκει στον τομέα αρμοδιότητας της φυσικής επιστήμης, με την επιφύλαξη ότι, σε κάθε περίπτωση, ένας αυθεντικός άνθρωπος παραμένει στην ουσία ανέπαφος στην ακρόπολη της υποκειμενικότητάς του, σε μια ακρόπολη όπου ωστόσο οι φυσικές επιστήμες δεν έχουν πρόσβαση παραμένοντας έτσι εντός της δικαιοδοσίας της μεταφυσικής και της θεολογίας.

Όμως, δυστυχώς, αυτός ο συλλογισμός τελικά κατάληξε να νομιμοποιήσει την αντίθετη άποψη: κανένα φως, καμία αρχή που να σχετίζεται με την επικράτεια του πνευματικού, του μεταφυσικού και του υπερβατικού δεν κρίνεται αναγκαία για να εξηγήσει τη δομή και τη λειτουργία του ανθρώπινου σώματος. Αυτός είναι ο λόγος που σύντομα θα παρατηρηθεί, στην ερμηνεία του ανθρώπου, ένα φαινόμενο ανάλογο με αυτό που είχε προκύψει στην ερμηνεία του φυσικού κόσμου: ακριβώς όπως ο Θεός έγινε ένα άχρηστο στόμα για την κοσμολογία (ας θυμηθούμε τη διάσημη απάντηση του Laplace στον Ναπολέοντα: «Δεν είχα ανάγκη αυτή την υπόθεση»), έτσι και η πνευματική υπόσταση (ψυχή) έγινε ένα άχρηστο στόμα (μια περιττή υπόθεση) για την κατανόηση του ανθρώπινου σώματος.

Θα μπορούσαμε ωστόσο να αναμένουμε ότι με τη σταδιακή επέκταση των ερευνών στην υλική πλευρά ή την «υλική συνιστώσα» του ανθρώπου, θα φτάναμε σε κάποια όρια που θα μας υποχρέωναν να απευθυνθούμε στην άλλη διάσταση, στην άλλη «συνιστώσα». Αλλά ένα τέτοιο γεγονός φαίνεται σχεδόν αδύνατο για τρεις βασικούς λόγους: πρώτον η δυαδικότητα του σώματος-πνεύματος ερμηνεύεται ως αντιπαράθεση δύο ουσιών, δεύτερον, μόνον η αναλυτική μέθοδος έχει υιοθετηθεί ως η μόνη μέθοδος κατανόησης και ορθολογικής εξήγησης, και τρίτον η μηχανή έχει γίνει αποδεκτή ως ένα ερμηνευτικό και επεξηγηματικό μοντέλο γενικής εμβέλειας.

Η μηχανή ως μοντέλο αντίληψης

Ιδιαίτερα σημαντικός αποδείχτηκε ο ρόλος του τελευταίου εκ των τριών αυτών παραγόντων, ως συνέπεια της ανόδου της τεχνολογίας, δηλαδή εκείνης της καινοτομίας στον τομέα της καθαρής και απλής τεχνικής που παράγεται με την ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης. Ενώ το τεχνικό εργαλείο γενικά είναι το αποτέλεσμα μιας περισσότερο ή λιγότερο τυχαίας ανακάλυψης, η οποία τελειοποιείται και εξευγενίζεται με την πάροδο του χρόνου με τη συσσώρευση πρακτικών εμπειριών, η μηχανή έχει την εξής ιδιαιτερότητα: έχει ήδη εφευρεθεί, δηλαδή είναι εκ των προτέρων σχεδιασμένη και είναι γνωστό το πώς θα δομηθεί, πώς θα λειτουργήσει και γιατί θα λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο πριν τελικά κατασκευαστεί.

Όλα αυτά ισοδυναμούν με το ότι σε μια μηχανή δεν υπάρχει τίποτα το μυστηριώδες, όλα είναι από πριν σαφή και διακριτά, γιατί προκύπτουν από τη σύνθεση μερών των οποίων η δομή μας είναι απόλυτα γνωστή, διατεταγμένη σε μια γνωστή σειρά (αφού είμαστε οι ίδιοι που την σχεδιάζουμε) και λειτουργεί σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους που γνωρίζουμε και που συνειδητά εφαρμόζουμε. Ο επιστημολογικός ρόλος της μηχανής γίνεται εύκολα κατανοητός: δεν είναι πλέον απλά ένα όργανο του οποίου η αποτελεσματικότητα εκτείνεται πολύ πέρα από εκείνη των προϊόντων ή των φυσικών διεργασιών, αλλά είναι επίσης ένα αξιοθαύμαστο εννοιολογικό μοντέλο. Όταν είμαστε σε θέση να ερμηνεύσουμε ένα οποιοδήποτε φυσικό σύστημα ως μια ορισμένη μηχανή περισσότερο ή λιγότερο πολύπλοκη, δομημένη και λειτουργική σύμφωνα με τους νόμους μιας συγκεκριμένης επιστήμης την οποία κατέχουμε, θα έχουμε και την εντύπωση ότι την κατανοούμε και μπορούμε να την εξηγήσουμε πλήρως. Επομένως δεν θα υπάρχουν πλέον μυστήρια για μας. Αυτή η κατάσταση της καταληπτότητας φαίνεται να μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να σταθούμε σε ό,τι δεν είμαστε πλέον σε θέση να παρατηρήσουμε.

Μοιάζει αδύνατο να αρνηθεί κανείς τη γοητεία ενός τέτοιου εννοιολογικού μοντέλου, του οποίου η εφαρμογή στον άνθρωπο έγινε ακατανίκητη όταν επιβλήθηκε το πλαίσιο του καρτεσιανού δυϊσμού. Ο ίδιος ο Καρτέσιος μας άφησε ένα από τα πρώτα παραδείγματα της θεωρίας ανθρώπου-μηχανής, εγκαινιάζοντας μια αδιάκοπη επαλληλία παρόμοιων ενοράσεων, βασισμένων σε τύπους μηχανών που οι καινούργιες επιστήμες θα μας επέτρεπαν να φανταστούμε καθώς αυτές έφταναν να επιβάλλονται στον δυτικό πολιτισμό (μηχανές χημικές, θερμοδυναμικές, ηλεκτρομαγνητικές…).

Η κατάργηση της κατηγορίας του σκοπού

Υπήρξε μια σοβαρή δυσκολία που παρεμπόδιζε την υιοθέτηση της μηχανής ως μοντέλου φυσικών συστημάτων: η μηχανή συνεπάγεται πάντα μια οργάνωση, ένα σχέδιο, έναν οριστικοποιημένο σκοπό και αυτός ο σκοπός υπάρχει απλά γιατί εκφράζει την πρόθεση κάποιου που την σχεδίασε και κατασκεύασε. Επομένως, αυτή η πρόθεση θα παρέμενε «μυστηριώδης», εάν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η θεμελιώδης συνθήκη. Χρησιμοποιώντας την Αριστοτελική ορολογία, πρέπει να ειπωθεί ότι η μηχανή είναι μια ουσία της οποίας το «ίχνος» (δηλαδή η βασική αρχή που καθορίζει τη οργανωμένη δομή και τη λειτουργία της) σχεδιάστηκε πριν από την υλοποίησή της και αυτή είναι που την οδήγησε.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα η δυσκολία αυτή δεν ελήφθη σοβαρά υπόψη, καθώς η έννοια του σκοπού είχε αποκλειστεί κατηγορηματικά από τη σύγχρονη φυσική επιστήμη για δύο βασικούς λόγους: πρώτον, επειδή φαινόταν να αφήνει την πόρτα ανοιχτή στην εισβολή μιας υπερβατικής νοημοσύνης στην εξήγηση της φύσης (που ήταν σε αντίθεση με το κοσμικό πνεύμα της νεωτερικότητας). Δεύτερον, αν, (όπως έκανε ο Αριστοτέλης), περιοριζόταν στην εγγραφή του σκοπού στην ουσιαστική μορφή των φυσικών όντων, θα έπρεπε να τοποθετηθεί η επιστήμη στη γνώση των ουσιών, ενώ, από το Γαλιλαίο, η ίδια επιστήμη δηλώνει ότι θέλει να περιοριστεί στην απλή μελέτη των φαινομένων, αποποιούμενη την έρευνα των αιτιών και των σκοπών που η παραδοσιακή φιλοσοφία εντοπίζει στις ουσίες.

Η τεχνολογία και η οντολογική εμβέλεια των επιστημών

Η τεχνολογία διαδραματίζει έναν ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο δεδομένου ότι προσφέρει στην επιστήμη (της οποίας είναι η συγκεκριμένη εφαρμογή) ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα για να επιβεβαιώσει τους οντολογικούς ισχυρισμούς της (όπως επίσης να ενισχύσει την ιδέα ότι η μόνη μορφή σκοπού που μπορούμε να επιβεβαιώσουμε με τρόπο συγκεκριμένο, είναι αυτή των τεχνολογικών αντικειμένων, τα οποία είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που τα επιθυμεί). Αν περιοριστούμε στη θεώρηση της καθαρής επιστήμης, πράγματι, θα πρέπει να δεχθούμε ότι αυτή προσφέρεται ώστε να περιγράψει και να εξηγήσει την πραγματικότητα, ακόμη και δεδομένων των αδιαμφισβήτητων επιτυχιών της, μπορούμε πάντα να υποστηρίξουμε ότι μπορεί να μας προσφέρει μόνο ένα πλαίσιο λογικά ικανοποιητικό των φαινομένων, το οποίο, ωστόσο, δεν ενέχει καμία εγγενή ανάγκη, ενώ μπορεί να τροποποιηθεί με έναν πάνω κάτω συμβατικό τρόπο: αυτό είναι και το νόημα των πολλών αντιρεαλιστικών επιστημολογιών που υπάρχουν σήμερα.

Ωστόσο, η σύγχρονη επιστήμη δεν περιορίζεται στο να γνωρίσει τον κόσμο, αλλά χάρη στην τεχνολογία που εφαρμόζει τις γνώσεις της, είναι ικανή να αλλάξει τον κόσμο και επίσης να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες. Ο τεχνολογικός κόσμος είναι ένα γιγαντιαίο σύστημα «ουσιών» που δεν υπήρχαν πριν τις κατασκευάσει ο άνθρωπος και θα ήταν γελοίο να πούμε ότι αυτά τα τεχνολογικά αντικείμενα μπορούν να θεωρηθούν φαινόμενα. Θα ήταν συνεπώς ορθό να πούμε ότι η μόνη αυθεντική πραγματικότητα είναι αυτή που μελετά η επιστήμη, διότι είναι η επιστήμη που μας επιτρέπει να παρέμβουμε σε αυτή και να επεκτείνουμε σημαντικά τον πλούτο και τα σύνορά της.

Από αυτή την άποψη, η τεχνολογία σήμερα δεν περιορίζεται πλέον, χάρη στις μηχανές, στην παροχή εννοιολογικών μοντέλων για την κατανόηση των φυσικών συστημάτων, αλλά επιτρέπει επίσης την κατασκευή συγκεκριμένων υλικών μηχανών που συμπεριφέρονται όπως τα συστήματα που μελετήθηκαν. Προφανώς, είναι σωστή η παρατήρηση ότι αυτές η μηχανές εξακολουθούν να παραμένουν τεχνητά «μοντέλα» σε σύγκριση με τα φυσικά συστήματα, αλλά παρ ‘όλα αυτά είναι κάτι περισσότερο από καθαρά «ιδανικά» μοντέλα· αυτά είναι, τρόπος του λέγειν, «οντολογικά» μοντέλα και η αποτελεσματικότητά τους φαίνεται να δικαιολογεί το επιχείρημα ότι τα φυσικά συστήματα δεν έχουν μια διαφορετική οντολογική κατάσταση και ότι δεν χρειάζεται να καταφεύγουμε σε άλλες οντολογικές αρχές για να τα εξηγήσουμε.

Εάν η στρατηγική αυτή εφαρμοστεί στη μοντελοποίηση των φυσικών συστημάτων τα οποία (όπως ο άνθρωπος) είναι ικανά για τις λεγόμενες ψυχικές δραστηριότητες (που ξεκινούν από την αντίληψη έως τη μνήμη, την επαγωγική συλλογιστική, την αφαίρεση έως τη λεκτική επικοινωνία), και αρχίσουν να κατασκευάζονται μηχανές σε θέση να πραγματοποιήσουν τις ίδιες λειτουργίες με τα ανθρώπινα όντα, χάρη σε αυτό το στρατήγημα, δεν συνεπάγεται ότι μπορεί και να δηλωθεί ότι αυτές οι λειτουργίες δεν απαιτούν την ύπαρξη μιας μη υλικής ουσίας (όπως το πνεύμα). Με αυτόν τον τρόπο, το πνεύμα υποβαθμίζεται σε επιφαινόμενο της ύλης: η ύλη, όταν φτάνει στο απαραίτητο επίπεδο πολυπλοκότητας (χάρη στη δυναμική της τύχης και της αναγκαιότητας, που έχουν γίνει αρκετά σαφείς σήμερα), γίνεται ικανή να σκέφτεται.

Η κριτική του μοντέλου άνθρωπος-μηχανή

Ο άνθρωπος μεταθέτει συνολικά τη φύση του στις ενέργειες που πραγματοποιεί: επομένως η διάσταση της «σκοπιμότητας» είναι πάντα παρούσα σε αυτές. Εντούτοις υπάρχουν ενέργειες (τις οποίες η κλασσική παράδοση ονομάζει έμμεσες») που δεν προκαλούν αλλαγές στον έξω κόσμο, αλλά παραμένουν, ας πούμε, στα «υποκείμενα» (όπως το να σκέφτονται, να βλέπουν, να ακούν, να επιθυμούν, να θέλουν, να πιστεύουν κ.λπ.) ενώ άλλες (που ονομάζονται «μεταβατικές») δείχνουν μια αλλαγή στον έξω κόσμο (παράγουν παρατηρήσιμα αποτελέσματα). Θα ονομάσουμε «λειτουργίες» τις ενέργειες αυτό του δεύτερου τύπου. Οι λειτουργίες μπορούν να οριστούν κατάλληλα, υποδεικνύοντας την «κατάσταση του κόσμου» πριν και μετά την εκτέλεσή τους, ενώ ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται αυτός ο μετασχηματισμός είναι αδιάφορος.

Προκύπτει ότι πολλές ενέργειες, τις οποίες ο άνθρωπος εκτελεί με βάση τη σκοπιμότητα, μπορούν να αναλυθούν και να μεταφραστούν σε λειτουργίες: για παράδειγμα, η επαγωγική συλλογιστική (βασισμένη στην διαισθητική και εκ προθέσεως (σκόπιμη) έννοια της «λογικής συνέπειας») αναλύθηκε και μεταφράστηκε σε σύνολο κανόνων από τον Αριστοτέλη, και αυτοί οι κανόνες δεν είναι παρά μόνο συνταγές που σχετίζονται με τη χειραγώγηση των υλικών σημάτων (που είναι, στην πραγματικότητα, λειτουργίες).

Δεν θα έπρεπε επομένως να εκπλαγούμε από το γεγονός ότι μπορούμε να κατασκευάσουμε μια μηχανή ικανή να χειραγωγεί τα υλικά σημεία σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες, εκτελώντας έτσι λειτουργίες τυπικής επαγωγής. Αλλά θα ήταν αυθαίρετο να πούμε ότι αυτή η μηχανή έχει αποδείξει και κάτι, γιατί δεν έχει αυτή την σκοπιμότητα (πρόθεση) που θα της επέτρεπε να συνειδητοποιήσει ότι έχει διαπιστώσει την ύπαρξη της αλήθειας των προϋποθέσεων στα συμπεράσματά της. Είναι ο χρήστης της μηχανής ο οποίος, ερμηνεύοντας τα σημεία και τους κανόνες λειτουργίας, μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει αποδείξει κάτι μέσω του χρησιμοποιούμενου υλικού.

Το παράδειγμα που παρουσιάζεται εδώ μας παρέχει μια σύντομη ένδειξη της γενικής κριτικής παρατήρησης σχετικά με τη μοντελοποίηση των «ψυχικών» δραστηριοτήτων που εκτελούνται σε επίπεδο τεχνητής νοημοσύνης, όταν τους παραχωρείται η αξίωση να αποδείξουν τη υλική φύση της σκέψης. Αυτές μπορούν μόνο να μιμηθούν ορισμένες λειτουργίες που συνδέονται με τη λειτουργία της σκέψης, αλλά αυτό δεν σημαίνει με κανέναν τρόπο ότι η σκέψη λειτουργεί ως μηχανή (κάθε λειτουργία της είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τον τρόπο με τον οποίο εκτελείται και, το πιο σημαντικό, από τη φύση αυτού που την εκτελεί).

Φυσικά, το πρακτικό και θεωρητικό ενδιαφέρον για αυτά τα μοντέλα παραμένει αμετάβλητο: ειδικότερα, όταν αυτά βασίζονται σε μια πραγματική «προσομοίωση» νευροφυσιολογικών ή ψυχολογικών διεργασιών, μας παρέχουν μια σημαντική ποσότητα πληροφοριών σχετικά με τις υλικές συνθήκες που απαιτούνται για την άσκηση αυτών των πνευματικών λειτουργιών, αλλά δεν είναι ικανά να αντικαταστήσουν την τυπική ανθρώπινη διάσταση της σκοπιμότητας. Ορίστε ένας από τους λόγους για τους οποίους ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται ότι έχει χάσει την ταυτότητά του όταν καλείται να θεωρήσει τον εαυτό του ως «μηχανή σκέψης».

Η ηθική διάσταση του ανθρώπου

Ας περάσουμε τώρα σε μια άλλη τάξη φαινομενολογικών αποδείξεων που ανευρίσκονται στην εσωτερικότητα του ανθρώπου: στις ηθικές αποδείξεις. Με αυτές δεν θέλουμε να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι ορισμένες συγκεκριμένες ενέργειες φαίνεται να είναι καλές από μόνες τους (όπως για παράδειγμα, να βοηθούμε το γείτονά μας) και άλλες να είναι κακές (όπως η δολοφονία), αλλά το γενικότερο γεγονός ότι κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι ικανή για ηθική κρίση, με άλλα λόγια για ένα είδος κρίσης βάσει του οποίου υπάρχει το καθήκον να κάνουμε το καλό και να αποφεύγουμε το κακό. Τώρα, η έννοια της ύπαρξης και της υποχρέωσης είναι εντελώς ανεφάρμοστη στον κόσμο της φύσης και ως εκ τούτου δεν είναι μεταξύ των αξιωμάτων και των αρχών της επιστήμης και της τεχνολογίας. Κάθε φυσικό και τεχνητό σύστημα συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις «συστατικές αρχές» που καθορίζουν τη δομή και τη λειτουργία του, αρχές από τις οποίες δεν μπορεί να παρεκκλίνει.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι κάθε διερμηνεία που μειώνει τον άνθρωπο σε μηχανή (αν και πολύ σύνθετη, που προκύπτει από τη σύνθεση πολλών μηχανών) διαταράσσει βαθιά την ταυτότητα του ανθρώπου, από τη στιγμή που αδειάζει το νόημα της ηθικής του διάστασης. Εάν ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα περισσότερο από το αποτέλεσμα ορισμένων μηχανισμών (εσωτερικού τύπου, όπως εκείνοι που σχετίζονται με τη δομή του, ή όπως εκείνοι που προκύπτουν από τη δράση του φυσικού ή κοινωνικού περιβάλλοντος), στην πραγματικότητα οι πράξεις του θα περιορίζονταν σε απλές, υπό όρους, συμπεριφορές, και για τις οποίες δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να αναρωτηθούμε αν συμμορφώνονται ή όχι με αυτό που θα έπρεπε να είναι.

Το προαναφερθέντα ισοδυναμούν με το ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε πως μια καθαρή και απλή τεχνο-επιστημονική ανάγνωση του ανθρώπου εξαπατά αυτή την ουσιώδη όψη της ταυτότητάς του που αντιπροσωπεύεται από τη συνείδηση της ελευθερίας του, χωρίς την οποία καταργείται η όποια έννοια της ηθικής, όπως εξαφανίζεται το νόημα κάθε σχεδιασμού ζωής, τον νόημα της υπευθυνότητας και οποιαδήποτε μορφή δημιουργικότητας. Αυτή η ριζοσπαστική ελευθερία συνίσταται στην ελευθερία της θέλησης ή της ελευθερίας επιλογής (αποκαλούμενη επίσης «ελεύθερη βούληση») και αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη με τους, επίσης πολύ ισχυρούς, περιορισμούς της ελευθερίας δράσης.

Από αμνημονεύτων χρόνων ο άνθρωπος έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η ελευθερία δράσης του υπόκειται σε πολλούς περιορισμούς, και οι επιστήμες (φυσικές και «ανθρώπινες» έχουν αποκαλύψει μια σειρά από «ντετερμινισμούς» και επιρροές που περικλείουν τις ενέργειές μας. Δυστυχώς, η σύγχρονη σκέψη έχει ριζικά προσδιορίσει την ελευθερία ως ελευθερία δράσης, ώστε κάθε επιστημονική πρόοδος (αναγκαστικά συνίσταται στην ανακάλυψη ενός νέου «μηχανισμού» ικανού να καθορίσει τις διαδικασίες αυτής ή της άλλης πλευράς της πραγματικότητας) φαίνεται να μειώνει όλο και περισσότερο το χώρο της ελευθερίας (δράσης), μέχρι η ίδια η έννοια της ελευθερίας να γίνει μια ευσεβής ψευδαίσθηση. Η μόνη μορφή ελεύθερης δράσης που είναι δεκτική στο να επιληφθεί «εξωτερικά» είναι το γεγονός ότι αυτή είναι απρόβλεπτη.

Θα θεωρηθεί λοιπόν ότι είναι δυνατόν να «προσομοιωθούν» τέτοιες δράσεις μέσω μηχανών που θα είναι εξοπλισμένες με μια «τυχαία» συσκευή (τύπου ρουλέτας) και, στην περίπτωση της τεχνητής μοντελοποίησης της ανθρώπινης συνείδησης, θα πούμε, για παράδειγμα, ότι αυτές οι απρόβλεπτες διατάξεις είναι αποτέλεσμα της επίδρασης τυχαίων υποατομικών φαινομένων (όπως τα «κβαντικά άλματα» και άλλα φυσικά φαινόμενα που εμπίπτουν αρχή της απροσδιοριστίας του Heisemberg). Τώρα, κάθε άνθρωπος γνωρίζει καλά ότι η ελεύθερη επιλογή είναι κάτι διαφορετικό από μια τυχαία συμπεριφορά. Επομένως, αν δεχτεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στην τεχνο-επιστημονική εικόνα του ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να απογοητευθεί βαθιά από αυτή την ασυμφωνία.

Ένα από τα σημαντικότερα παράδοξα του σύγχρονου πολιτισμού είναι το εξής: ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη μια προοδευτική μείωση του ανθρώπου στο καθεστώς οποιουδήποτε άλλου φυσικού όντος, η σύγχρονη κουλτούρα επιδίδεται στον εορτασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, διακηρύσσοντας επίσημα έναν όλο και αυξανόμενο αριθμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η σύγχρονη εποχή έχει ήδη φτάσει στην «τρίτη γενιά» προσδιορισμού των εν λόγω δικαιωμάτων, και αυτά αποτελούν πλέον ένα είδος κοινής βάσης της τρέχουσας ηθικής συνείδησης, ακόμη και στο επίπεδο της δημόσιας ηθικής. Πώς μπορεί αυτή η ηθική στάση να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι μηχανή; Τι νόημα έχει να πούμε ότι πρέπει να σεβόμαστε μια μηχανή; Η ορθολογική στάση απέναντι σε μια μηχανή δεν είναι ακριβώς να το εκμεταλλευτεί κανείς στο έπακρο; Ορίστε άλλη μια άλλη πτυχή της απώλειας της ταυτότητας που οφείλεται στην καθαρά τεχνο-επιστημονική θέαση του ανθρώπου: το ξερίζωμα των λογικών αιτιών που επιβεβαιώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Διαφυγή από τους κινδύνους της τεχνοεπιστήμης;

Τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε μεγάλη ανησυχία σχετικά με την τεχνοεπιστήμη καθώς, μετά από μια μακρά χρονική περίοδο, διαπιστώθηκε η τεράστια ανάπτυξή της με την πρόοδο της ανθρωπότητας, ώστε άρχισε να γίνεται κατανοητό ότι αυτή η ανάπτυξη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές, ακόμη και να θέσει σε κίνδυνο την επιβίωση της ανθρωπότητας. Επομένως, η τεχνοεπιστήμη μπορεί να προκαλέσει κακό ακόμη και αν αρχικά το κακό αυτό είχε μια μάλλον υποτυπώδη μορφή· αυτή του φυσικού κινδύνου. Ωστόσο οι προβληματισμοί σύντομα προσανατολίστηκαν στην κατεύθυνση μιας πραγματικής συζήτησης πάνω στην ηθική, όπου τέθηκε το λεπτό ζήτημα της ρύθμισης, αλλά και του περιορισμού, της τεχνοεπιστήμης. Αλλά σε τι μπορούμε να προσφύγουμε ώστε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα; Από αυτή την άποψη, βρισκόμαστε αποπροσανατολισμένοι, ακριβώς γιατί έχουμε αποδεχτεί την ιδέα ότι η έννοια του σκοπού πρέπει να εξαφανιστεί από τον εννοιολογικό πεδίο του «ορθολογισμού», όπως τον έχει επιβάλει η τεχνοεπιστήμη.

Προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητό το ερώτημα, είναι χρήσιμο να εξεταστεί η παραδοσιακή μεταφυσική (και θεολογική) οπτική, που έβλεπε έναν σκοπό στη φύση, με την διπλή έννοια ότι κάθε φυσικό ον φέρει στην ίδια του την ουσία το σχέδιο του ατομικού του σκοπού, και ότι οι διάφοροι αυτοί σκοποί είναι εναρμονισμένοι με έναν παγκόσμιο σκοπό («φυσική τάξη»). Ο άνθρωπος επίσης περιλαμβανόταν σε αυτή την οπτική: είχε τον δικό του σκοπό (που ακολουθούσε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του) και οι δράσεις του έπρεπε να ενταχθούν στην «ηθική τάξη» (η οποία με τη σειρά της εντάσσεται στη φυσική τάξη). Αντιθέτως, δεν υπάρχει συγκεκριμένος σκοπός στην τεχνοεπιστήμη, επειδή η πρόοδός της εξαρτάται από τις ήδη υπάρχουσες γνώσεις και μεθόδους: προχωράει κάτω από την ώθηση των γνωστικών καταστάσεων και των προβλημάτων που προηγούνται αυτής.

Σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, την τεχνική, είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε ότι κάθε τεχνική καινοτομία, ακόμη και σε ελάχιστο βαθμό, γίνεται σύμφωνα με κάποια πρόθεση (και ως εκ τούτου, με ένα σκοπό) άμεσο ή και βραχυπρόθεσμο, ενώ εξαρτάται επίσης (σε μεγαλύτερο βαθμό) από τα επιτεύγματα που ήδη υπάρχουν και από τα προβλήματα και τις προσδοκίες που αυτή ενέχει. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν κάποιος θελήσει να δείξει στη βούληση του ανθρώπου την πηγή των σκοπών της τεχνοεπιστήμης, μια τέτοια βούληση δεν θα έφτανε να καθορίσει έναν παγκόσμιο στόχο από άποψη καθαρών τεχνοεπιστημονικών κριτηρίων. Αυτή η πηγή πράγματι -με την έννοια ότι μέσα από αυτή αναβλύζει η τεχνική με την πιο πρωταρχική και αόριστη έννοια, στις πιο συναρπαστικές και «ρομαντικές» πτυχές της- είναι μια δημιουργική βούληση η οποία, ως μια ορμητική πηγή, ξεσπάει σε ένα χείμαρρο του οποίου η κοίτη μας διαφεύγει και δεν μας ενδιαφέρει και τόσο.

Μπροστά στις δυσκολίες αντιμετώπισης του προβλήματος προσανατολισμού και περιορισμού της πορείας της τεχνοεπιστήμης, σήμερα υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη πλην όμως παραπλανητική απάντηση στο ερώτημα αυτό: είναι απαραίτητο να «επιστρέψουμε στη φύση», να σταματήσουμε την ανάπτυξη του τεχνητού και να επιστρέψουμε στο φυσικό ή τουλάχιστον να υποτάξουμε το τεχνητό στο φυσικό. Αυτή η απάντηση είναι ανεπαρκής για διάφορους λόγους. Πρώτον, γιατί η φυσική τάξη δεν έχει πλέον στα μάτια μας εκείνη την μεταφυσική και θεολογική αξία που κάποτε θα μπορούσε να αποτελέσει το μέτρο της ανθρώπινης δράσης. Δεύτερον, γιατί το τεχνητό δεν είναι παρά μόνο η πιο τυπική εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης, που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος εγγυάται την επιβίωσή του και την πρόοδό του προσαρμόζοντας τη φύση στις ανάγκες του αντί να προσαρμοστεί σε αυτήν. Τρίτον, γιατί χάρη στο τεχνητό, ο άνθρωπος κατάφερε να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής του, και από την άποψη της βιολογικής και της «φυσικής» ύπαρξής του (επιβίωση, υγεία, προστασία από καταστροφικές φυσικές δυνάμεις κ.λπ). Επιπλέον, σήμερα η φύση ερμηνεύεται, γίνεται κατανοητή και εξηγείται σύμφωνα με τις μεθόδους και τα μοντέλα της τεχνοεπιστήμης, έτσι ώστε να μην μπορεί κανείς να φανταστεί σε ποιά ψευδώς πρωταρχική Φύση θα μπορούσε να «επιστρέψει» ο άνθρωπος.

Ο μύθος του Πρωταγόρα

Μια πιο ικανοποιητική απάντηση μας προσφέρεται από τα ίχνη ενός μύθου που εκφράζει την αρχαία σοφία μπροστά σε εκείνη την «δημιουργικότητα» που συνθέτει το προνόμιο του ανθρώπου: πρόκειται για τον μύθο του Πρωταγόρα στον διάλογο του Πλάτωνα. Όταν οι θεοί αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να κατοικηθεί η γη με ζωντανά όντα, ανέθεσαν στον Προμηθέα και το Επιμηθέα την αποστολή να «σφυρηλατήσουν» αυτά τα όντα και να τα εξοπλίσουν με τα κατάλληλα εφόδια. Ο Επιμηθέας ξεκίνησε τις εργασίες, ενώ ο Προμηθέας επιφορτίστηκε με το καθήκον της επίβλεψης του τελικού αποτελέσματος. Αφού με σοφό τρόπο διένειμε τα εφόδια και τους εξοπλισμούς στα διάφορα είδη των ζώων που θα τους επέτρεπαν να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν με μια αρμονική τάξη, ο Επιμηθέας είδε ότι, όταν σφυρηλατούσε τον άνθρωπο, είχε ήδη εξαντλήσει ολόκληρο το απόθεμα φυσικών ιδιοτήτων. Έτσι περιορίστηκε στο να φτιάξει ένα αδύναμο, γυμνό ον, κατώτερο όλων των άλλων ζώων.

Για να διορθώσει αυτό το καταστροφικό αποτέλεσμα, ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά και τις τέχνες από τον Ήφαιστο (δηλαδή τις αρχές της τεχνικής) και από την Αθηνά την τέχνη της διανόησης (δηλαδή τις αρχές της επιστήμης). Αυτά τα εφόδια χωρίστηκαν σε διαφορετικό βαθμό ανάμεσα στους ανθρώπους και με τη χρήση τους αυτοί κατάφεραν να εξασφαλίσουν την υπεροχή τους πάνω στα άλλα ζώα, άρχισαν να κατασκευάζουν ένα μεγάλο αριθμό τεχνητών αντικειμένων και ίδρυσαν πόλεις. Ωστόσο, αποδείχθηκαν ανίκανοι να ζουν σε κοινότητες και άρχισαν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο, να διασκορπίζονται και να πεθαίνουν. Τότε ήταν που ο Δίας, ανησυχώντας για την τύχη των ανθρώπων, ανέθεσε στον Ερμή να τους προσφέρει τις πολιτικές αρετές, (δικαιοσύνη και αιδώς). Όμως αυτές χορηγήθηκαν στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και χάρη σε αυτές οι άνθρωποι κατάφεραν να επιτύχουν μια αρμονική ζωή στις πόλεις τους.

Μέσω αυτού του μύθου (και στις συζητήσεις που τον ακολουθούν στο διάλογο), φαίνεται ήδη, από μια φιλοσοφική ιδιοφυία, όπως ο Πλάτων, το όλο πρόβλημα της τεχνοεπιστήμης. Η επιστήμη και η τεχνική είναι η ένδειξη και το σημάδι της ανωτερότητας του ανθρώπου πάνω στη φύση, αυτές αναπτύσσονται μέσα από τα έργα ιδιαίτερα χαρισματικών ατόμων, αλλά που οδηγούν σε ένα φτωχό αποτέλεσμα αν δεν καθοδηγούνται από κάτι το οποίο δεν είναι η συμμόρφωση με τη φύση, αλλά ένα αποκλειστικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό, δηλαδή από την ηθική. Αυτή είναι που παράγει ένα συνολικό θετικό αποτέλεσμα, δεδομένου ότι είναι ένα χαρακτηριστικό που κατέχει κάθε άνθρωπος ξεχωριστά.

Κυριάρχηση της τεχνοεπιστήμης με την τεχνοεπιστήμη;

Ο μύθος του Πρωταγόρα μας δείχνει την αδυναμία μια άλλης απατηλής πεποίθηση (επίσης ιδιαίτερα διαδεδομένης), σχετικά με τη δυνατότητα μιας «παγκόσμιας» και καθολικής ρύθμισης της τεχνοεπιστήμης· λέγεται συχνά ότι καθώς οι γνώσεις μας αυξάνονται, θα φτάσουμε να «ανακαλύψουμε» και τα μέσα για τον έλεγχο της τεχνοεπιστήμης (ώστε αυτή θα είναι σε θέση να ελέγχει τους κινδύνους που συνδέονται με την ίδια).

Αυτή η πεποίθηση βασίζεται στον αφελή τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνεται η πρόοδος της γνώσης: πολλοί φαντάζονται τη σφαίρα του άγνωστου ως ένα είδος τεράστιου χώρου πεπερασμένων όμως διαστάσεων, το οποίο μπορεί να διερευνηθεί μέχρι και την εξάντληση όλης της έκτασής του. Όμως υπάρχει μια άλλη εικόνα που είναι πολύ πιο κατάλληλη και αντιπροσωπευτική της γνωστικής προόδου: το περιεχόμενο της γνώσης μας είναι σαν την επιφάνεια (εμβαδόν) ενός κύκλου, η περιφέρεια του οποίου είναι το όριο, το σύνορο επαφής με το άγνωστο. Καθώς η επιφάνεια του κύκλου αυξάνεται, το μήκος της περιφέρειας αυξάνεται, και επομένως το «σύνορο με το άγνωστο». Από την άλλη, είναι ευρέως γνωστό ότι από την επίλυση οποιουδήποτε επιστημονικού προβλήματος προκύπτουν νέα επιστημονικά προβλήματα (και το ίδιο ισχύει και για την τεχνική). Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα συγκεκριμένο πρόβλημα δεν έχει λυθεί, αλλά υπάρχουν και άλλα ζητήματα που εγείρονται από αυτή τη λύση. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί μια «καθολική» λύση.

Αυτή η φυγή προς τα εμπρός, ως εκ τούτου, αποδεικνύεται άχρηστη, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μια φυγή προς τα έξω. Επομένως, η σωστή ένδειξη δεν είναι αυτή μιας διαδρομής προς τα πίσω, αλλά πολύ περισσότερο μια ανάκτηση όλων αυτών που βρίσκονται στο εσωτερικό. Η ανάκτηση της εικόνας μας δεν μπορεί να γίνει μέσα από την στείρα αξίωση να διατηρούμε αυτή την εικόνα πάντα ενήμερη διαμέσου της διεύρυνσης της περιφέρειας του κύκλου (μια πραγματικά απογοητευτική και κουραστική Σισύφεια προσπάθεια). Η ανθρωπότητα θα μπορέσει να δώσει μια λύση σε αυτό το καθοριστικό πρόβλημα αξιολογώντας το κέντρο του κύκλου, δηλαδή την εσωτερικότητα του ανθρώπου που τελικά αποτελεί την πηγή κάθε επιστήμης και τεχνικής και βρίσκει στην ηθική συνείδηση κάθε ατόμου τα κριτήρια για την καθοδήγηση των πράξεών του, χωρίς να τα περιμένει από τις απίθανες και πλέον προηγμένες «γνώσεις» που (χωρίς τέτοιους προσανατολισμούς) δεν θα γνωρίζαμε καν πώς να τις χρησιμοποιήσουμε καλά.

Η τεχνική κάνει έκκληση στην ηθική

Ωστόσο κάτι το αρκετά αναπάντεχο, εξελίσσεται σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες: ενώ υπάρχει μια εξασθένηση της ηθικής και μια κρίση των παραδοσιακών αξιών και εθίμων μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, προκύπτει μια ξαφνική και ισχυρή αφύπνιση της ηθικής ευαισθησίας από την πλευρά του κόσμου της τεχνοεπιστήμης. Ακριβώς όπως και στο μύθο του Πρωταγόρα, οι άνθρωποι, αφού καλλιέργησαν την ψευδαίσθηση ότι η καθαρή «αντικειμενική», αμερόληπτη και απρόσωπη γνώση -που χαρακτηρίζει τον επιστημονικό ορθολογισμό- θα τους παρείχε τις σωστές ενδείξεις για το τι πρέπει να κάνουν, και η αυστηρή και απρόσωπη γνώση, που χαρακτηρίζεται από τεχνολογική ορθολογικότητα, θα τους υποδείκνυε επίσης τα καταλληλότερα μέσα για την επίτευξη των σκοπών τους, συνειδητοποίησαν ότι, στην πραγματικότητα, ο συνδυασμός αυτών των δύο γνώσεων οδηγούσε σε μια τυφλή, ανέλεγκτη διασταλτική διαδικασία χωρίς κανένα σκοπό, της οποίας τα αποτελέσματα, όχι και τόσο μακροπρόθεσμα, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εξόντωση της ίδιας ανθρωπότητας ή τουλάχιστον σε μια σοβαρή υποβάθμιση των συνθηκών επιβίωσης.

Έτσι, βρήκαν απήχηση, στις συζητήσεις για τον έλεγχο των τεχνικών γνώσεων, λέξεις που φάνταζαν απαρχαιωμένες για τα δεδομένα της εποχής μας, όπως αυτές της ευθύνης, του καθήκοντος, του σεβασμού, της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων των ανθρώπων του σήμερα αλλά ταυτόχρονα και του αύριο. Αυτές οι λέξεις μεταφράζουν αιτήματα που δεν εξαρτώνται από το επίπεδο της επιστημονικής γνώσης ή τα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά από το ότι κάθε άνθρωπος φέρει μια εντελώς διαφορετική αλλά σαφή σφαίρα, εκείνη του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, του καθήκοντος δηλαδή απέναντι στην ηθική σφαίρα.

Κατά βάθος, ο σύγχρονος άνθρωπος, μετά από αιώνες κατά τους οποίους είχε συνηθίσει να αισθάνεται απογοητευμένος μπροστά στα πολλά πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει, βρέθηκε ξαφνικά (χάρη στην υπέρμετρη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης και των τεχνολογικών επιτευγμάτων) σε μια κατάσταση που τον οδήγησε στο να κατανοήσει ότι υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που όντως μπορεί να κάνει αλλά δεν πρέπει να τα κάνει και ότι αντιθέτως το πραγματικό πρόβλημα της ανθρωπότητας σήμερα δεν είναι πλέον να αυξήσει τις πιθανότητες για περαιτέρω ενέργειες και δράσεις, αλλά να κάνει τις σωστές επιλογές. Αυτό σημαίνει ότι αναδύεται με αυξητικό τρόπο, η προτεραιότητα της ηθικής διάστασης σε σχέση με την τεχνο-πραγματιστική προτεραιότητα η οποία, εξάλλου, δεν βασίστηκε σε φιλοσοφικούς στοχασμούς αλλά στην ιστορική συνέπεια των εξελίξεων στην ίδια την τεχνοεπιστήμη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως και στο μύθο του Πρωταγόρα, η ηθική συνείδηση έχει την αξία και την λειτουργία προϋπόθεσης για την επιβίωση και την άνθηση της κοινωνικής ζωής. Διότι οι άνθρωποι -κατά το μύθο- ζούσαν χρησιμοποιώντας τα δώρα της επιστήμης και των τεχνικών, και από την δημιουργική αλλά άναρχη άνθησή τους, δημιούργησαν τις «πόλεις» (δηλαδή συσχετισμένες μορφές ζωής), αλλά όχι και την αρμονική και ασφαλή συνύπαρξή τους μέσα σε αυτές. Γι ‘αυτό χρειαζόταν το θεϊκό δώρο της «πολιτικής» αρετής. Σήμερα, η επιστήμη και η τεχνική επέτρεψαν στους ανθρώπους να κατασκευάσουν μια τεράστια πόλη, ενώνοντας σε πλανητικό επίπεδο τις μορφές ζωής του ανθρώπινου είδους, και τώρα αυτή η ανθρωπότητα γίνεται όλο και περισσότερο μια κοινότητα ιστορίας και πεπρωμένου. Αλλά ποιο θα είναι αυτό το πεπρωμένο; Οι άνθρωποι, με τα έργα τους, θα επιτύχουν μια ειρηνική, αξιοπρεπή και ευημερούσα συνύπαρξη, ή θα κατασκευάσουν την καταστροφή τους; Μόνο η συνείδηση και η δέσμευση για πολιτική αρετή είναι σε θέση να εξασφαλίσει στην ανθρωπότητα ένα μέλλον προόδου.

Η ηθική οδός για την ανάκτηση της ταυτότητας του ανθρώπου

Αυτό που η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας μας έχει οδηγήσει να ανακαλύψουμε, εκ νέου και κατ’ ουσία, είναι η ανάγκη για δημόσια ηθική, δηλαδή για όλες εκείνες τις αρετές που ονομάζονται πολιτικές, επειδή αφορούν τη συνύπαρξη των ανθρώπων σε κοινότητα. Ωστόσο, όπως είδαμε, αυτές οι πολιτικές αρετές βασίζονται σε ορισμένες επιμέρους και ατομικές διαστάσεις της ηθικής, όπως (πρώτα απ ‘όλα) η συνείδηση του καλού και του κακού και, αμέσως μετά, η αίσθηση του καθήκοντος, της ευθύνης και της προσωπικής δέσμευσης. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν τη βάση των δύο στάσεων ζωής: της ηθικής κρίσης και της επιλογής, οι οποίες δεν μπορούν παρά να είναι μόνο ατομικές, και ταυτόχρονα, καθορίζουν ξεκάθαρα και με σαφήνεια φαινομενολογικής απόδειξης, τη διαφορά μεταξύ του ανθρώπινου υποκειμένου και του κόσμου (συμπεριλαμβανομένης της τεχνοεπιστήμης) και της ανωτερότητάς του (δυνάμει ανωτερότητα που σχετίζεται με την ικανότητα να κρίνει και να μην επηρεάζεται από άλλες πραγματικές ή πιθανές μορφές εξάρτησης).

Ώστε έτσι ο άνθρωπος να βρει τον εαυτό του και την ταυτότητά του στη θεμελιώδη εμπειρία της ηθικής του συνείδησης και της ευθύνης, που θα τον βοηθήσει να καταλάβει ότι αυτός ο δαιδαλώδης κόσμος της τεχνοεπιστήμης έχει τελικά κατασκευαστεί από τον ίδιο (και εξακολουθεί να είναι δικός του), και εξαρτάται, οντολογικά, από τις αποφάσεις του, μολονότι αυτός ο κόσμος μπορεί να καθορίσει τις συνθήκες διαβίωσης και τις δυνατότητες δράσης του. Ως εκ τούτου, δεν απορρίπτει κατ ‘αρχήν τις δυνατότητες παρέμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα αποφασιστούν και θα εφαρμοστούν στις σχετικές τους μορφές, οι οποίες ασφαλώς δεν επαρκούν από μόνες τους ώστε να ρυθμίσουν την ατομική δράση, η οποία συνήθως εξετάζεται από την παραδοσιακή ηθική.

Ωστόσο, δεν θέλουμε να περάσουμε σε αυτή τη συζήτηση, η οποία θα μας οδηγούσε πολύ μακριά. Απεναντίας, μας ενδιαφέρει να σημειώσουμε, τουλάχιστον μερικώς, μια πτυχή, που άνθησε στο παρελθόν, η οποία σήμερα αναδύεται ξανά με ισχύ στη βάση της ηθικής συνείδησης, με άλλα λόγια το γεγονός ότι η ανάκτηση της ταυτότητας του ανθρώπου απαιτεί μια αυθεντική ανάκτηση της διάστασης της εσωτερικότητάς του.

———— / ————

Evandro Agazzi, La tecnoscienza e l’identità dell’uomo contemporaneo, in La tecnica, la vita, i dilemmi dell’azione. Annuario di Filosofia, Mondadori, Milano 1998, pp. 74-89

*Ο Evandro Agazzi γεννήθηκε το 1934 στο Μπέργκαμο της Ιταλίας και είναι φυσικομαθηματικός και φιλόσοφος. Από το 1970 είναι καθηγητής Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας. Επίσης από το 1979 κατέχει την έδρα Φιλοσοφικής Ανθρωπολογίας, Φιλοσοφίας της Επιστήμης και Φιλοσοφίας της Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Fribourg στην Ελβετία. Είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης, της Γενεύης, του Ντίσελντορφ, του Πίτσμπουργκ και του Στάνφορντ και επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Κόρδοβα στην Αργεντινή.

Από πολλούς θεωρείται μια από πιο έγκυρες και υψηλού κύρους φιλοσοφικές φωνές σε διεθνές επίπεδο. Η φιλοσοφία της επιστήμης συνθέτει τον πυρήνα του κριτικού του έργου, το οποίο περιλαμβάνει πλούσια βιβλιογραφία και πολλές επιστημολογικές μελέτες. Η σκέψη του κινείται στα όρια μεταξύ διαφόρων γνωστικών πεδίων, από τα μαθηματικά και την λογική έως τη κβαντική φυσική και τη βιοηθική και από την ανάλυση της κοινής λογικής μέχρι την ηθική φιλοσοφία.

Παραπομπή από το https://authormanolis.wordpress.com και η πηγή είναι το :

http://www.presspublica.gr/gia-tin-krisi-taftotitas-tou-sygchronou-anthropou/

Επόμενη σελίδα: »