Σύμβολα


Σκέψεις γα το Σαββατοκύριακο, Μircea Eliade.

      

 

  Ο Μιρτσέα Ελιάντε γεννήθηκε το 1907 στο Βουκουρέστι. Σπούδασε στο εκεί Πανεπιστήμιο και μετά τη διδακτορική διατριβή του, συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Καλκούτας όπου ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά και την ινδική φιλοσοφία. Από εκεί έφυγε και πήγε στην περιοχή των Ιμαλαΐων, όπου μέσα σε δυο χρόνια συγκέντρωσε υλικό για τους ashrams (θρησκευτικές κοινότητες ζωής και εργασίας ανύπαντρων, ένα είδος τάγματος) της Almora, Hardwar και Rishikesh, για τη διατριβή του η οποία δημοσιεύτηκε το 1936 στο Παρίσι με τίτλο «Essai sur les origines de la mystique indienne» («Δοκίμιο για την καταγωγή του ινδικού μυστικισμού»). To 1933 πήρε την έδρα της ινδικής φιλοσοφίας και της γενικής ιστορίας των θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Το 1938 ίδρυσε το περιοδικό «Zamolxis – Revue des etudes religieuses» από το οποίο κυκλοφόρησαν τρεις τόμοι. Το 1940 διορίστηκε πολιτιστικός ακόλουθος στη ρουμανική πρεσβεία του Λονδίνου και το επόμενο έτος στη Λισαβόνα, ως διπλωματικός ακόλουθος για πολιτιστικά θέματα. To 1945 εκλέχθηκε καθηγητής στην Ecole des Hautes Etudes, στο Παρίσι, και άρχισε να γράφει κυρίως στα γαλλικά. Έδωσε διαλέξεις σε θέματα θρησκευτικής ιστορίας στη Σορβόνη και σε άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Το 1957 ανέλαβε την έδρα Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Πέθανε στο Σικάγο των ΗΠΑ το 1986.
(Στο τέλος του κειμένου υπάρχει λίστα των μεταφρασμένων στα ελληνικά βιβλίων του Ελλιάντε από τo biblionet.gr)

———————————————————

  • Μιμούμενος τις υποδειγματικές πράξεις ενός θεού ή ενός μυθικού ήρωα, ή απλά εξιστορώντας τις περιπέτειες τους, ο άνθρωπος της αρχαϊκής κοινωνίας αποσπά τον εαυτό του από τον βέβηλο χρόνο και μαγικά ξανά μπαίνει στον Μεγάλο Χρόνο, τον ιερό χρόνο.
  • Η εμπειρία του Ιερού Χώρου καθιστά δυνατή την «ίδρυση του κόσμου»: όπου το ιερό εκδηλώνεται στο χώρο, το πραγματικό αποκαλύπτει τον εαυτό του,ο κόσμος έρχεται σε ύπαρξη.
  • Η μεγάλη κοσμική ψευδαίσθηση είναι μια ιεροφάνεια …. Κάποιος καταβροχθίζεται από τον Χρόνο, όχι επειδή ζει μέσα στον Χρόνο, αλλά επειδή πιστεύει στην πραγματικότητά του και επομένως ξεχνά ή περιφρονεί την αιωνιότητα.
  • Το ακατέργαστο προϊόν της φύσης, το βιομηχανικό προϊόν του ανθρώπου, αποκτούν την πραγματικότητά τους, την ταυτότητά τους, μόνο στο βαθμό που συμμετέχουν σε μια υπερβατική πραγματικότητα.
  • Ένα θρησκευτικό φαινόμενο θα αναγνωριστεί ως τέτοιο μόνο εάν συλληφθεί στο δικό του επίπεδο, δηλαδή αν μελετηθεί ως κάτι θρησκευτικό. Το να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την ουσία ενός τέτοιου φαινομένου με τα μέσα της φυσιολογίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, των οικονομικών, της γλωσσολογίας, της τέχνης ή οποιασδήποτε άλλης επιστήμης, είναι λάθος. Χάνει το μοναδικό και μη αναγώγιμο στοιχείο—το στοιχείο του ιερού.
  • Θα ήθελα να αναλύσω τη στάση των ιστορικιστών όλων των ειδών. . . όλων όσων πιστεύουν ότι κάποιος μπορεί να κατανοήσει τον πολιτισμό μόνο με τη ανάγωγη του σε κάτι χαμηλότερο (σεξουαλικότητα, οικονομία, ιστορία κλπ.) και να δείξω ότι αυτή είναι μια νευρωτική συμπεριφορά. Ο νευροπαθής απομυθοποιεί τη ζωή, τον πολιτισμό, την πνευματική ζωή. . . δεν μπορεί πλέον να κατανοήσει τη βαθιά έννοια των πραγμάτων, και κατά συνέπεια, δεν μπορεί πλέον να πιστέψει στην πραγματικότητά τους.
  • Δεν θέλω να είμαι μέτριος, αυτός είναι ο φόβος της ψυχής και του σώματός μου
  • Το εάν η θρησκεία είναι ανθρωπογενής είναι μια ερώτηση για τους φιλοσόφους ή τους θεολόγους. Αλλά οι μορφές είναι φτιαγμένες απο ανθρώπους. Είναι μια ανθρώπινη απάντηση σε κάτι. Ως ιστορικός των θρησκειών, ενδιαφέρομαι για αυτές τις εκφράσεις.
  • Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το ιερό, επειδή εκδηλώνεται, παρουσιάζεται ως κάτι εντελώς διαφορετικό από το βέβηλο. Για να χαρακτηρίσουμε την πράξη της εκδήλωσης του ιερού, έχουμε προτείνει τον όρο ιεροφάνεια. Είναι ένας κατάλληλος όρος, διότι δεν συνεπάγεται τίποτα περισσότερο. Δεν εκφράζει τίποτε άλλο από το υπονοούμενο στο ετυμολογικό του περιεχόμενο, δηλαδή ότι κάτι ιερό εμφανίζεται σε εμάς. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ιστορία των θρησκειών – από την πιο πρωτόγονη έως την πλέον ανεπτυγμένη – αποτελείται από μεγάλο αριθμό ιεροφανειών, από εκδηλώσεις ιερών πραγματικοτήτων. Από την πιο στοιχειώδη ιεροφάνεια – π.χ. εκδήλωση του ιερού σε κάποιο συνηθισμένο αντικείμενο, μια πέτρα ή ένα δέντρο – στην υπέρτατη ιεροφάνεια (η οποία, για έναν Χριστιανό, είναι η ενσάρκωση του Θεού στον Ιησού Χριστό) δεν υπάρχει λύση της συνέχειας. Σε κάθε περίπτωση βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ίδια μυστηριώδη πράξη – την εκδήλωση μιας εντελώς διαφορετικής τάξης, μιας πραγματικότητας που δεν ανήκει στον κόσμο μας, σε αντικείμενα που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του φυσικού μας «βέβηλου» κόσμου.
  • Σε όποιο βαθμό κι αν έχει εκκοσμικεύσει (αποιεροποιήσει) τον κόσμο, ο άνθρωπος που έχει κάνει την επιλογή του υπέρ μίας βέβηλης ζωής ποτέ δεν καταφέρνει να καταργήσει εντελώς τη θρησκευτική συμπεριφορά.
  • Εφ ‘όσον δεν έχετε κατανοήσει ότι πρέπει να πεθάνετε για να εξελιχτείτε, είστε ένας ταραγμένος επισκέπτης στη σκοτεινή γη.
  • Για εκείνους στους οποίους μια πέτρα αποκαλύπτεται ως ιερή, η άμεση πραγματικότητά τους μετασχηματίζεται σε υπερφυσική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, για όσους έχουν θρησκευτική εμπειρία, όλη η φύση είναι ικανή να αποκαλυφθεί ως κοσμική ιερότητα.
  • Μέσω της ανάγνωσης, ο σύγχρονος άνθρωπος καταφέρνει να αποκτήσει μια «απόδραση από το χρόνο» που είναι συγκρίσιμη με την «αποκάλυψη από το χρόνο» που επιτελείτε από τους μύθους …Η ανάγνωση τον προβάλλει εκτός του προσωπικού του χρόνου και τον ενσωματώνει σε άλλους ρυθμούς, τον κάνει να ζει σε μια άλλη «ιστορία».
  • Η ποίηση αναδιαμορφώνει και επιμηκύνει τη γλώσσα. Κάθε ποιητική γλώσσα ξεκινά με το να είναι μια μυστική γλώσσα, δηλαδή με τη δημιουργία ενός προσωπικού σύμπαντος, ενός εντελώς κλειστού κόσμου. Η καθαρότερη ποιητική πράξη φαίνεται να επαναδημιουργεί τη γλώσσα από μια εσωτερική εμπειρία που … αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων.
  • Είναι πάνω απ ‘όλα η αξιοποίηση του παρόντος που πρέπει να τονιστεί. Το απλό γεγονός της ύπαρξης, της διαβίωσης στο χρόνο, μπορεί να περιλαμβάνει μια θρησκευτική διάσταση. Αυτή η διάσταση δεν είναι πάντοτε προφανής, δεδομένου ότι η ιερότητα είναι κατά μια έννοια καμουφλαρισμένη στο άμεσο, στο «φυσικό» και στο καθημερινό. Η χαρά της ζωής που ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες δεν είναι ένας βέβηλος τύπος απόλαυσης: αποκαλύπτει την ευδαιμονία του να υπάρχεις, να μοιράζεται – ακόμη και φαινομενικά – στον αυθορμητισμό της ζωής και την μεγαλοπρέπεια του κόσμου. Όπως και πολλοί άλλοι πριν και μετά από αυτούς, οι Έλληνες έμαθαν ότι ο πιο σίγουρος τρόπος για να ξεφύγουμε από το χρόνο είναι να εκμεταλλευτούμε τον πλούτο – εκ πρώτης όψεως αδύνατο να υποψιαστούμε- της ζωντανής στιγμής, της ζωής που ζούμε.
  • Η ιστορία των θρησκειών καταλήγει και έρχεται σε επαφή με αυτό που είναι ουσιαστικά ανθρώπινο: τη σχέση του ανθρώπου με τον ιερό. Η ιστορία των θρησκειών μπορεί να διαδραματίσει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην κρίση στην οποία ζούμε. Οι κρίσεις του σύγχρονου ανθρώπου είναι σε μεγάλο βαθμό θρησκευτικές, εφόσον αφυπνίζουν τη συνείδηση για την απουσία νοήματος.
  • Και αντιλαμβάνομαι πόσο άχρηστοι είναι οι θρήνοι και πόσο ανώφελη η μελαγχολία
  • Το Φως δεν προέρχεται από το φως, αλλά από το σκοτάδι.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2009)
Ο σαμανισμός και οι αρχαϊκές τεχνικές της έκστασης, Χατζηνικολή
(2004)
Η δεσποινίς Χριστίνα, Διώνη
(2003)
Το εσωτερικό φως, Αρμός
(2002)
Το ιερό και το βέβηλο, Αρσενίδης
(2001)
Ίζαμπελ και τα ύδατα του διαβόλου, Λαγουδέρα
(1999)
Δεκαεννέα τριαντάφυλλα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1999)
Κόσμος και ιστορία, Ελληνικά Γράμματα
(1999)
Πραγματεία πάνω στην ιστορία των θρησκειών, Χατζηνικολή
(1994)
Εικόνες και σύμβολα, Αρσενίδης
(1988)
Η νύχτα της Βεγγάλης, Αρσενίδης
(1988)
Στον ήσκιο ενός κρινολούλουδου, Χατζηνικολή
(1980)
Γιόγκα, Χατζηνικολή
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2001)
Αλχημεία, Αρχέτυπο
(1999)
Λεξικό των θρησκειών, Χατζηνικολή
Βιογραφικά στοιχεία και οι ελληνικές εκδόσεις προέρχονται από την http://www.biblionet.gr

Advertisements

ΠΕΝΝΥ
Του Νάνου Βαλαωρίτη
Από τη ποιητική συλλογή «Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα», Εκδόσεις Ψυχογιός

valaoritis

Έφτασα σχετικά ξεκούραστος
στο ζενίθ των δυνατοτήτων μου
από δω και πέρα ο δρόμος
εξαφανίζεται και μένω
ante portas χωρίς
άλλη πορεία προς
τα πίσω ή προς
τα εμπρός
προς τα πάνω ή προς τα κάτω
ανάμεσα στα πυκνά φυτά κρυμμένη
παντού επωμίζεται γεωμετρικά
η χρεωκοπία του ορθολογισμού
απ’ τα χαυτεία ως τα θρανία
απ’ τα αστεία ως τα σοβαρά
απ’ τα αβέβαια ως τα πιθανά
απ’ τα άσχετα ως τα σχετικά
το τίποτα πάντοτε εμφανίζεται
μεταμφιεσμένο σε κάτι άλλο
πήγαινα απ’το άγνωστό στο
γνωστό μονοπάτι στο δάσος
του παραμυθιού να βρω
τον απόντα μου – αλλά
όπου και να κοίταζα
δεξιά αριστερά πάνω κάτω
μπρος πίσω πουθενά δεν
βρήκα τον εαυτό μου
γιατί άραγε να με αποφεύγει ;
Αθήνα 13/3 2006

 

Πίνακας: Μαρία Γουίλσον-Βαλαωρίτη, “I’ll love you till the end of time”

Αντιγραφή από την σελίδα F/B της Marie Wilson-Βαλαωρίτη

 

Χειμερινό Ηλιοστάσιο, οι μέρες του χρόνου όπου ο ήλιος φαίνεται σαν να πεθαίνει.

Ο ήλιος πατέρας, ο ήλιος θεός, ο ήλιος σύντροφος ηττάται και μαζί του η φύση και ολόκληρη η δημιουργία. Πολλοί αρχαίοι λαοί πίστευαν ότι με τελετές οι θνητοί μπορούσαν να βοηθήσουν τον ήλιο να  διέλθει από το σκοτεινό βασίλειο και χάρη στη δική τους συνδρομή θα εξερχόταν αναγεννημένος από το έρεβος.

Σε κάθε περίπτωση, απέναντι στο πραγματικό και μεταφορικό έρεβος της ζωής η παρότρυνση του Ντίλαν Τόμας είναι παραπάνω από επίκαιρη.

Rage, rage against the dying of the light που σημαίνει οργή, μανία, λύσσα, θυμός ενάντια στου φωτός τον θάνατο.

Ευχή μου να βρεθούμε υγιείς και δυνατότεροι τον επόμενο χρόνο, εμπνευσμένοι στο δρόμο μας με το –χάριν της δικής μας συνδρομής- αναγεννημένο φως.

rage

 

DO NOT GO GENTLE INTO THAT GOOD NIGHT

Dylan Thomas

Αβρός μην μπαίνεις σ’ αυτή την καλή νύχτα,

Το γήρας πρέπει να φλέγεται και να οργίζεται καθώς η μέρα πέφτει-

Οργίσου, οργίσου ενάντια στου φωτός τον θάνατο.

 
Κι αν οι σοφοί γνωρίζουν στα στερνά τους το σκότος πως είναι αναπόφευκτο,

Αφού ο λέξεις τους δεν μπόρεσαν σαν αστραπή να το φωτίσουν

Αβροί δεν μπαίνουν σ’ αυτή την καλή νύχτα.

 
Άνθρωποι καλοί, στο στερνό χαιρετισμό , θρηνώντας πόσο λαμπερά

Τα εύθραυστα έργα τους θα χόρευαν ίσως σε καταπράσινο λιμάνι,

Οργίζονται, οργίζονται ενάντια στου φωτός τον θάνατο.

 

Άγριοι άνδρες που άδραξαν και τραγούδησαν τον ήλιο πετώντας,

Και μαθαίνουν, πολύ αργά, θρήνησαν γι’ αυτόν στην πορεία του,

Αβροί δεν μπαίνουν μέσα σ’ αυτή την καλή νύχτα.

 

Άνθρωποι βαρυσήμαντοι, στο θάνατο κοντά, που βλέπουν με εκτυφλωτική ματιά

Μάτια τυφλά που θα ακτινοβολούσαν σαν μετέωρα ευτυχισμένοι όντας,

Οργίζονται, οργίζονται ενάντια στου φωτός τον θάνατο.

 

Και συ, πατέρα μου, εκεί στα θλιβερά σου ύψη,

Κατάρα κι ευλογία τώρα δώσε μου με τα άγρια δάκρυά σου, παρακαλώ.

Αβρός μην μπαίνεις σ’ αυτή την καλή νύχτα.

Οργίσου, οργίσου ενάντια στου φωτός τον θάνατο.

 

                Μετάφραση Ιορδάνης Πουλκούρας και Άγγυ Βλαβιανού

 

ΥΓ.: Ο Ντίλαν Τόμας  έγραψε το ποίημα του Do not go gentle into that good night το 1947. Πολλοί το ερμηνεύουν θεωρώντας ότι το έγραψε για τον θάνατο του πατέρα του παραβλέποντας ότι αυτό συνέβη πέντε χρόνια αργότερα, το 1952.

 Αν δεν κάνω λάθος, στο συγκεκριμένο ποίημα ο πρώτος που μετέφρασε το gentle ως αβρός είναι ο μεταφραστής της ταινίας Interstellar και το υιοθέτησα.

 

Μπορείτε να δείτε το πρωτότυπο στο https://www.poets.org/poetsorg/poem/do-not-go-gentle-good-night

Ο Ι   Π Α Ρ Ο Ι Μ Ι Ε Σ   Τ Η Σ   Κ Ο Λ Α Σ Η Σ

   (Ε Π Ι Λ Ο Γ Η)

 

Οδήγησε το κάρο και τ’ αλέτρι σου πάνω απ’ τα κόκαλα των νεκρών.

Ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας.

Η φρονιμάδα είναι μια πλούσια κι ασκημομούρα γεροντοκόρη που την κορτάρει  η Ανικανότητα.

Όποιος επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.

 

Henry Fuseli : Nightmares

 

Ο ανόητος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο με τον σοφό.

Αυτός που το πρόσωπό του δεν σκορπάει φως, ποτέ του δεν θα γίνει άστρο.

Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τα έργα του χρόνου.

Τις ώρες της ανοησίας τις μετρά το ρολόι αλλά τις ώρες της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.

Αν ο ανόητος επέμενε στην ανοησία του, θα γινόταν σοφός.

Η ανοησία είναι ο μανδύας της κατεργαριάς.

Η ντροπή είναι ο μανδύας της Υπεροψίας.

Οι Φυλακές είναι χτισμένες με πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με πλίνθους της Θρησκείας.

 

William Blake : From Europe: A Prophecy

 

Η έπαρση του παγωνιού είναι η δόξα του Θεού.

Η λαγνεία του τράγου είναι η αφθονία του Θεού.

Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.

Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.

 

Adolf Ulrik Wertmüller:

Danaë receiving Jupiter in a Shower of Gold

Οι χαρές γκαστρώνουν. Οι λύπες γεννάνε.

Το πουλί τη φωλιά, η αράχνη τον ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.

Η στέρνα περιέχει. Η πηγή ξεχειλίζει.

Μια σκέψη γεμίζει το αχανές

Πάντα λέγε λεύτερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφεύγει.

Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες απ’  τ’  άλογα της διδαχής.

Η μηλιά ποτέ δε ρωτάει την οξιά πώς να μεγαλώσει∙ ούτε το λιοντάρι το άλογο πώς να πιάσει τη λεία του.

Η ψυχή της γλυκιάς χαράς ποτέ δε λερώνεται.

 


William Blake: Oberon,_Titania and Puck with Fairies Dancing

 

 Όταν βλέπεις έναν Αετό, βλέπεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ψηλά το κεφάλι!

Η δημιουργία ενός μικρού λουλουδιού είναι το έργο αιώνων.

Το κεφάλι Θαυμαστό, η καρδιά Συγκίνηση, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.

Όπως ο αέρας για το πουλί ή η θάλασσα για το ψάρι, έτσι είναι η περιφρόνηση γι’ αυτόν που την αξίζει.

 

 

W  i  l  l  I  a  m    B  l  a  k  e

Απόδοση: Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   Νοε. 2011

Απο το https://pteroen.wordpress.com/category/%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B7%CE%BA-blake-william/?blogsub=confirming#subscribe-blog

Το «Κοράκι» του Έντγκαρ Άλαν Πόε 

μετάφραση Ηλία Πολυχρονάκη

 ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν, πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης, έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ’ έπαιρνε ο ύπνος•

τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος, όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.

«Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου—

Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».

nevermore

Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη, και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλώνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα. Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο —

μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ —

εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.

 

Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας, μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούς τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν.

Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα: «Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει.

Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει.

Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο».

 

Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό. «Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας, αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα, και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου, που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» —

εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα —

σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.

 

Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκότάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος, την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί.

Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο, και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ».

Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».

Απλώς αυτό και άλλο τίποτα.

 

Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο. «Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου, ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—

ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό—

Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».

 

Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα, εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών. Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του, αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου-

κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου-

κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.

 

Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο, με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.

Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι, ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας—

για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

 

Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα, μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε —

μεγάλη συνάφεια δεν είχε. Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του—

είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του,

να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».

 

Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις. Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—

Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε— Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».

Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».

 

Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε, είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά,

μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,

μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο

του Ποτέ — Ποτέ πια».

 

Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο, Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα. Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη, Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο —

του παλαιού καιρού— πουλί,

Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί

Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».

 

Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου• Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο,

στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας. Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,

και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.

 

Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο.

«Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα —

δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα Ανακούφιση —

ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ!

Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

 

 

«Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά, Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ’ όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια —

σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη – έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ, πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

 

«Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! – προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος! Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε—

Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ, Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-

Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ—

Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

 

«Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!» Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης —

«Να επιστέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας! Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου! Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ’ το μπούστο πάνω απ’ την πόρτα μου! Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ’ την πόρτα μου!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

 

Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται, στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ’ την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει, και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του• και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα,

δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια.

 

Πηγή: από το lifo.gr με εξαιρετικά χαρακτικά του Gustave Doré

http://www.lifo.gr/team/bookroom/46231

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

«Κύριο Κουρτς – πέτανε»

Μια δεκάρα για τον Γέρο-Γκάη

Α΄

Είμαστε οι κούφιοι ανθρώποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι ανθρώποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα, αλίμονο!
Οι στεγνές μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες κι ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι.

Μορφή χωρίς σχήμα, σκϊά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη σύναμη, γνέψιμο χωρίς κίνηση˙

Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ίσιες ματιές στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —α θυμούνται— όχι σα νά ‘μαστε
χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κούφιοι ανθρώποι
Οι παραγεμισμένοι ανθρώποι.

Β΄

Μάτια που δεν μπορώ ν’ αντικρίσω στα όνειρα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Αυτά δεν φανερώνουνται:
Εκεί, τα μάτια είναι
΄Ηλιος σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σειέται
Κι οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιό απόμακρες.. πιό επίσημες
Από τ’άστρο που σβήνει.

Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί, σταυρωτά ραβδιά
Σ’ ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα—

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία

Γ΄

Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
Τούτη είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνουνται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χεριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

΄Ετσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.

Δ΄

Δεν είναι εδώ τα μάτια
Εδώ δεν είναι μάτια
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κούφιο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών απ’ τις χαμένες βασιλείες
μας

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μάτια
Σαν τ’ άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.

Ε΄

Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το φραγκόσυκο,φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή

Ανάμεσα στην ιδέα
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στην πράξη
Η Σκϊά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ανάμεσα στη σύλληψη
Και στη δημιουργία
Ανάμεσα στη συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σκϊά πέφτει
Είναι η ζωή μακριά πολύ

Ανάμεσα στον πόθο
και στο σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σκϊά πέφτει
 Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με ένα βρόντο μα μ’ ένα λυγμό.

 

T.S.ELIOT, Νοέμβριος 1925

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης

 

κείμενο μου από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ- Εν Ιορδάνη

Ο Άγγελος της Ιστορίας (η Μνήμη και η Λήθη)

                          

Πού θα μάθω ποιος είμαι;

Όταν ξυπνήσω από τον εαυτό μου

και ονειρευτώ το ταραγμένο σχήμα της αβύσσου

Miguel de Barrios (1635-1701)

Η μνήμη και η λήθη είναι ένα από τα θέματα που με απασχολούν και κατά καιρούς έχω μοιραστεί ορισμένες σκέψεις μου, μεταξύ άλλων και σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο Bleeding Angels. Μου ξαναήρθε με μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχα με τον Μάνο Βαβαδάκη μετά την παράσταση Ο σεισμός στη Χιλή, στο Bios.

Τι μας έλεγε στο ποίημά του ο de Barrios πριν από τριακόσια χρόνια; Όταν ξυπνήσω από τον εαυτό μου και ονειρευτώ το ταραγμένο σχήμα της αβύσσου…

angelusnovus

Όταν δηλαδή ξεφύγω απ’ ό,τι θεωρεί η καθημερινή λογική μου δεδομένο ανοίγοντας τη θύρα – ποιας αβύσσου; Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αναφερόταν σε βύθιση στο σκοτεινό κόσμο του άγνωστου τότε ασυνειδήτου;

Κι αν είναι έτσι, τι είναι τo ασυνείδητο; Κατά τους Λακανιστές, ασυνείδητο δεν είναι η μνήμη που έχει χαθεί σε μια βυθισμένη «ήπειρο», αλλά το να μην θυμάσαι αυτό που ξέρεις.

Το να μην θυμάσαι αυτό που ξέρεις, υπονοεί χρονικό διάστημα. Κάποτε υπήρξε ένα γεγονός που η ανάμνησή του χάθηκε στη λήθη. Ενδεχομένως μπορεί να συνέβηκε πριν τη σημερινή ζωή μου. Στην περίπτωση αυτή όμως, πώς μπορώ να έχω την ανάμνηση;

Το ορθολογιστικό πνεύμα της Δύσης μάς έχει μπολιάσει με την ιδέα πως ο χρόνος και μαζί του η Ιστορία γίνονται αντιληπτά ως πορεία μιας ατμομηχανής που με σταθερό ρυθμό ταξιδεύει  χωρίς σταματημό πάνω στις ράγες της προόδου.

Επομένως, το παρελθόν δεν είναι παρά το σύνολο των γεγονότων και των αιτιών που λογικά οδηγούν στο παρόν κι από κει στο μέλλον. Είναι η στέρεα ιδέα που ανέπτυξε πριν μερικές δεκαετίες ένας φωστήρας και από τους πρώτους οικονομολόγους αστέρες των media, ο Φουκουγιάμα, διατυμπανίζοντας το τέλος της Ιστορίας. Η Ιστορία βεβαίως δεν τέλειωσε και οι ιδέες τους μας έχουν φέρει στη σημερινή παγκόσμια κρίση.

Αυτούς τους ανθρώπους και τις απόλυτες ορθολογικές απόψεις τους θυμάμαι διαβάζοντας για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν  και το δοκίμιό του Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας.

Ο φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν  (1892-1940) είχε καταφύγει στο Παρίσι μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Αρχές του 1940, νιώθοντας το σκοτάδι να τον πλησιάζει, αποφασίζει με μια ομάδα Εβραίων να φύγουν από τη Γαλλία, να διασχίσουν τα Πυρηναία για να φτάσουν στην Ισπανία, μετά στην ουδέτερη Πορτογαλία, και από εκεί να ταξιδέψουν στην Αμερική.

Κατά τη διάρκεια του τρομακτικού αυτού χρονικού διαστήματος για τη ζωή του, γράφει τις σύντομες Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Δεν είναι ένα συνηθισμένο φιλοσοφικό έργο επηρεασμένο από την κρισιμότητα της εποχής, με μαρξιστικές ή άλλες επαναστατικές θέσεις. Αντίθετα, προκαλεί εντύπωση ότι στο πολύ μικρό αλλά σπουδαίο αυτό σύγγραμμα είναι παρούσες η εβραϊκή μυστική παράδοση αλλά και η χριστιανική…

Καθώς όμως η ομάδα διασχίζει τα Πυρηναία, το φθινόπωρο του 1940, συλλαμβάνεται από την Ισπανική συνοριοφυλακή. Πριν τους παραδώσουν στους Ναζί, ο Μπένγιαμιν αυτοκτονεί με χάπια μορφίνης.

Στο βιβλίο του, ωστόσο, έχει προλάβει να περιγράψει συνοπτικά με μια εικόνα, την πορεία της Ιστορίας:

«Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με τον τίτλο Angelus Novus. Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος, που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι που μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Διάπλατα τα μάτια του, ανοικτό το στόμα και τεντωμένες οι φτερούγες του. Έτσι πρέπει να είναι και ο Άγγελος της Ιστορίας. Στραμμένο το πρόσωπό του προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός  βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα..

»Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παραδείσου κι αδράχνει τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Τον ωθεί αυτή η θύελλα ασταμάτητα προς το μέλλον, στο οποίο στρέφει την πλάτη, ενώ ο σωρός από ερείπια φτάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Ό,τι αποκαλούμε εμείς πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα».

Μέσα σε αυτό το σωρό ερειπίων που παρατηρεί ο άγγελος,  η μνήμη δεν διασώζεται σε μια λογική συνεχή πορεία αλλά με μια έκλαμψη ή ένα όραμα «με τρόπο που προσομοιάζει σε ιεροφάνεια ή στο ποιητικό άγγιγμα της μούσας».

Η ατμομηχανή της Ιστορίας που μας έχουν επιβάλλει, είναι ένα όχημα που κανείς δεν γνωρίζει τον οδηγό του και τρέχει ασυγκράτητο προς ένα άγνωστο προορισμό. Το πολυδιαφημισμένο μέλλον των επόμενων γενιών, είναι μια μαγική εικόνα μπροστά στην οποία οι υπνοβατούντες επιβάτες έμαθαν να λησμονούν τόσο το παρελθόν, όσο –και κυρίως– το παρόν.

«Η αυθεντική εικόνα του παρελθόντος γλιστρά φευγαλέα. Το παρελθόν μπορεί να συλληφθεί μόνο σαν εικόνα που αστράφτει τη στιγμή ακριβώς της αναγνώρισής της και μετά χάνεται μια για πάντα». Για να συλλάβεις τη στιγμή, πρέπει να είσαι συνειδητός κάθε λεπτό του τώρα της ύπαρξής σου.

Το παρόν μας έχει εγγενώς τη δυνατότητα να λυτρώσει το παρελθόν. Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του «με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά», αλλά (σημαίνει) «το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου». Κινδύνου που απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του, τους ανθρώπους του παρόντος μας.

Θέτοντας όμως σε αμφισβήτηση τη γραμμική αντίληψη του κόσμου, για ποια μνήμη μιλάμε;

Κατά την πάγια αντίληψη, μνήμη είναι η σχέση του υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού, με το παρελθόν του. Ένα παρελθόν δεδομένο και αναλλοίωτο, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης.

Για τους  Έλληνες, μνήμη είναι η α-λήθεια, η μη-λήθη του όντος.

Για τους Εβραίους, αλήθεια είναι η άρνηση του θανάτου. Ας θυμηθούμε το μεσαιωνικό μύθο του Γκόλεμ. Ένας ραβίνος έπλασε το πλάσμα αυτό από πηλό, το οποίο απέκτησε ζωή όταν χάραξε τη λέξη αλήθεια, emet, στο μέτωπό του. Και κατέρρευσε όταν αφαίρεσε το πρώτο γράμμα, και απέμεινε το met, το νεκρό, η λήθη…

Ξεχασμενο μέσα στον εαυτό του στον μεγάλο ύπνο έχοντας λησμονήσει πως κάποτε ονειρεύτηκε το ταραγμένο σχήμα της αβύσσου

Πηγές

Σάββας Μιχαήλ, Μορφές του Μεσσιανικού, Άγρα

«Χρόνος και Μνήμη στις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Walter Benjamin και το παράδειγμα μιας περφόρμανς από την ομάδα Nova Melancholia», Βασίλης Νούλας (pdf)

Το πλήρες κείμενο του Walter Benjamin Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας στο http://www.sarajevomag.gr/vivliothiki/benjamin.html

Επόμενη σελίδα: »