Κείμενα δικά μου


 

Ας γκρεμίσουμε τους τοίχους

ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ, ΑΒΑΤΟΝ Ιανουάριος 2020

 

bridges not walls

«Οι άνθρωποι αισθάνονται βυθισμένοι στη μοναξιά τους επειδή χτίζουν τοίχους αντί για γέφυρες».

Αυτή τη δημοφιλή φράση μου τη θύμισε μαζί με τις ευχές του για τη νέα χρονιά ένας φίλος από μακριά, ο Jean-Pascal. Γράφτηκε για πρώτη φορά, μάλλον, από έναν Αμερικανό ιερέα, τον Joseph Fort Newton, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ήταν ένας πολυμαθής άνθρωπος που έζησε και δίδαξε τόσο στην Αμερική όσο και στην Αγγλία.

Αλήθεια, τι μπορεί να εννοούσε ως μοναξιά στην εποχή του; Δεν υπήρχε διαδίκτυο, δεν υπήρχε τηλέφωνο, τηλεόραση και γρήγορα μέσα μετακίνησης. Σε κείνο τον «πρωτόγονο» κόσμο, αν ήθελες να μιλήσεις με κάποιον γνωστό σου έπρεπε να βγεις στον δρόμο και να ψάξεις να τον συναντήσεις, αν ήθελες να γνωρίσεις κάποιον έπρεπε να το επιδιώξεις.

Για να είχε κάποιος το ελάχιστο των κοινωνικών επαφών έπρεπε να εργαστεί για να τις οικοδομήσει και να προσπαθήσει για να τις συντηρήσει. Τεράστια σπατάλη ενέργειας για τα σημερινά μέτρα, που προϋπόθετε επιπλέον και την τόλμη για αμφισβήτηση του όμορφου Νάρκισσου που συντροφεύει το εγώ του καθενός. Τόλμη που γεννούσε η ανάγκη συνύπαρξης και συνεργασίας με τον κάθε άλλο. Τόλμη που ήταν μονόδρομος για να εξασφαλίσει κάποιος μέσω του άλλου την επιβίωση, την ασφάλεια και την ευημερία.

Οι γνώσεις του πολυμαθούς ανθρώπου του περασμένου αιώνα δεν ξεπερνούσαν την πληροφορία που μπορεί να καταχωρηθεί σήμερα στη μνήμη του φτηνότερου smartphone. Και για να την αποκτήσει, αυτός ο «αρχαίος» είχε υποχρεωθεί να ξοδέψει μήνες σε αργοκίνητα υπερωκεάνια ταξιδεύοντας μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης, σπαταλώντας τον χρόνο του και ανταλλάσσοντας εμπειρίες σε άνευ «προστιθέμενης αξίας» συνομιλίες με άγνωστους συνταξιδιώτες, ναυτικούς, τυχοδιώκτες, εμπόρους, ερευνητές και φτωχοδιάβολους.

Η ίδια η απόκτηση της γνώσης προαπαιτούσε γνωριμία και αποδοχή από παλαιότερους, αλληλογραφία με πανεπιστήμια και καθηγητές που τον έκαναν δεκτό και ως bonus της πολύπλοκης αυτής επικοινωνίας ερχόταν το δικαίωμα της εισόδου και της μελέτης σε ιστορικές βιβλιοθήκες.

Τόνοι χαρτιού με άπειρο πλήθος λέξεων που θα προκαλούσαν ναυτία σε σημερινά μειράκια αν έπρεπε να ενώσουν τις λέξεις σε προτάσεις και νοήματα. Άσε που το σκονισμένο και χρησιμοποιημένο χαρτί μπορεί να έκρυβε αιμοβόρους μύκητες, σπάνια μικρόβια ύποπτα για σκουλαμέντο στην ευαίσθητη σημερινή ύπαρξη, που το οικολογικό της ένστικτο θα φρικιούσε μπροστά στη σπατάλη τόσων δέντρων για παραγωγή άχρηστου χαρτιού – χωρίς προστιθέμενη αξία αφού απλά γεμίζει με πολλές χωρίς χρησιμότητα λέξεις, χωρίς δυνατότητος delete και reloading.

«Προστιθέμενη αξία», το επιπλέον απαραίτητο για το κυνικό μας παρόν, το «λογιστικό» κέρδος που μας παροτρύνει να αποδεχτούμε ως συμφέρουσα σύμβαση μια φιλία, μια εκδήλωση συναισθήματος, τον δημόσιο πόνο για τις φωτιές της Αυστραλίας, τη θλίψη για το δυσθεώρητο οικολογικό αποτύπωμα.

Χωρίς αυτό το επιπλέον κέρδος δεν υπάρχει κανένας λόγος για να ξεκουνηθεί κάποιος από την ασφαλή θέση του καναπέ του και να υποχρεωθεί να συναντήσει τον «άλλο».

Ο παλιός άνθρωπος που παραπονιόταν για τη μοναξιά του έπρεπε να συναγελάζεται με αληθινούς ανθρώπους για να ανταπεξέλθει στην καθημερινότητά του.

Δεν είχε την ευκολία να εκφράζει τις επιθυμίες του και τις εντολές του απρόσωπα πίσω από την προστασία μιας μικρής ή μεγαλύτερης οθόνης, με μόνο ρίσκο απόρριψης ένα μπλοκ ή κάποιο μοχθηρό dislike, αιτία ικανή σήμερα να προκαλέσει νευρική κατάρρευση. Ούτε επέλεγε αν και πώς θα βγει από τη θωρακισμένη κάψουλα της ύπαρξής του και το ποιον και πώς θα συναντήσει με βάση το business plan των short term επιδιώξεών του.

Αν ο φίλος μας του περασμένου αιώνα αναρωτιόταν για τοίχους που περιχαρακώνουν τη μοναξιά του φτιαγμένους όμως από πραγματικούς ανθρώπους, σήμερα έχουμε την τεχνολογία που διακοσμεί την ασφάλεια του εαυτού μας με ψηφιακό περιβάλλον, ψηφιακή ομορφιά , ψηφιακό έρωτα και μίσος προς ψηφιακούς φίλους και εχθρούς.

Με τόση βέβαιη ευτυχία στηριγμένη στις πολλαπλές επιλογές που προσφέρουν στον «χρήστη» την ατέλειωτη δυνατότητα να επιλέγει ανάλογα με τις επιθυμίες του και χωρίς όρια, ο έγκλειστος δεν έχει αντιληφθεί ότι έχει χαθεί από την ύπαρξή του, γλιστρώντας ανεπαισθήτως εκτός του κόσμου του, κάτι κορυφαίο και θεμελιώδες: η ίδια η βούληση!

Όχι η ασθμαίνουσα κίνηση ικανοποίησης επιθυμιών, όχι ο αγώνας ικανοποίησης πλασματικών αναγκών αυτού που δοξάζεται ως «εγώ», αλλά η καθαρή και ελεύθερη βούληση. Αυτή για της οποίας τη θεμελίωση και το δικαίωμα μίλησαν επαναστάσεις, αυτή που αμφισβητήθηκε υποχθόνια από όλες τις αρχές για να διασφαλιστεί η εκχώρησή της σε διαμεσολαβητές της καθημερινότητας και της ζωής. Σε εκείνους που «γνωρίζουν» και σε εκείνους που «φροντίζουν»

Λησμονούμε ότι σε κάθε θρησκεία, σε κάθε φιλοσοφία, σε ό,τι ειπώθηκε χιλιάδες χρόνια πριν σε αυτή τη γη και σε γλώσσα ελληνική, βούληση είναι η αρχή του παντός. Ο Αριστοτέλης την ονόμασε εντελέχεια, ο Πλωτίνος το Όντως Ον, αλλά όλοι μίλησαν, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, για τη βούληση που είναι η ουσία του παντός.

Ο Βιβλικός Κύριος βουλήθηκε και είπε να δημιουργηθεί το παν. Κάθε δημιουργία γίνεται και αποκαλύπτεται μόνο χάριν αυτής.

Η προσωπική και ελεύθερη βούληση μπορεί να διαλύσει κάθε τοίχο και κάθε πλασματικό κόσμο αποκαλύπτοντας τους φωτεινούς ορίζοντες προς τους άλλους και οδηγεί στην οικοδόμηση γεφυρών που θα ενώσουν τους φαινομενικά μακρινούς μας κόσμους υπερβαίνοντας κάθε εμπόδιο.

Γεφυροποιός, ποντίφικας, ήταν στην αρχαιότητα ένας εσωτερικός και ιερατικός τίτλος που τον κληρονόμησε ο Πάπας στο Βατικανό.

Η ελεύθερη και ισχυρά εστιασμένη βούληση μπορεί να κάνει το θαύμα της. Ο καθένας μας έχει τα όπλα που μπορούν να την υποστηρίξουν και αυτά δεν είναι άλλα από τη διάνοια, φωτισμένη από τον αιώνιο έρωτα, και την επιθυμία, όταν δεν μεταπίπτει σε απληστία και λαγνεία. Η διάνοια επιθυμεί και η δημιουργία αποκαλύπτεται.

Και εκεί, στις άκρες της γέφυρας που ενώνει τους διαφορετικούς κόσμους, η μοναξιά δεν υπάρχει, γιατί τα βλέμματα των αληθινών ανθρώπων φωτίζουν το μεγάλο Ναι, την κατάφαση στη ζωή..


Θέλει τόλμη η αποκάλυψη της προσωπικής βούλησης, θέλει τόλμη η συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο, ύπαρξη με ύπαρξη με το έτερο άλλο, θέλει τόλμη να βουληθείς να γνωρίσεις το άγνωστο. Να γνωρίσεις τη θέαση του «άλλου» χωρίς να σημαίνει ότι θα την υιοθετήσεις αλλά να την αποδεχτείς ως μέρος του παζλ της ύπαρξης. Και συνεχίζεις να χτίζεις γέφυρες. Γέφυρες που ενώνουν τόπους που δεν θα γνώριζες ποτέ, γέφυρες για να περάσουν άνθρωποι που δεν θα γνωρίσεις ποτέ.

Άλλωστε, ούτε ο ποντίφικας ούτε η γέφυρα νιώθουν ποτέ τη μοναξιά…

Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης και Ένα Μπλουζ για τη Φώτιση.

«Διάνοια όταν φωτίζεται από έρωτα», «επιθυμία όταν δεν μεταπίπτει σε απληστία και λαγνεία». Φράσεις του Φώτη Παπαθανασίου.

Αγαπητοί μου φίλοι,

Όπως είναι κατανοητό στον καιρό του κορονοϊού συμφώνησα με τον εκδότη μου την αναβολή της έκδοσης του βιβλίου μου “Ένα Μπλουζ για την Φώτιση” για ένα διάστημα και μέχρι να επανέλθει η κατάσταση σε κάποια κανονικότητα. Μέχρι τότε σας ευχαριστώ για την αγάπη σας, να προσέχετε, και μείνετε σπίτι. Εύχομαι σύντομα όταν όλα έχουν περάσει να βρεθούμε και να είμαστε όλοι υγιείς και γεροί.

https://iordanisp.wordpress.com/2012/06/21/%CE%BA%CE%B9-%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%8C%CE%BB%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C-%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B9/

 

Ο αγαπητός μου Μάνος Δανέζη επέλεξε ένα απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου το οποίο και έχει προλογίσει για να σχολιάσει την σημερινή μας κατάσταση.Τον ευχαριστώ από καρδιάς

Danezis-Poulkouras

Μάνος Δανέζης: Στις δύσκολες αυτές στιγμές ας θυμάστε μια παλιά αφρικάνικη ρήση: «Δεν υπάρχει τρόπος για να βγεις από την έρημο παρά μόνο αν τη διασχίσεις»

(Από το νέο βιβλίο του Ιορδανη Πουλκούρα,
«Ένα μπλούζ για τη φώτιση», εκδόσεις Αρχέτυπο)

«Η κρίση είναι ευκαιρία, τραγική ευκαιρία να ξαναδούμε πάλι τα θεμελιώδη της ύπαρξης μας. Να δούμε πάλι μετά από χρόνια πως δίπλα μας υπάρχουν άνθρωποι με σάρκα, οστά, και ανάγκες, όπως ακριβώς και εμείς. Με ελαττώματα που μας κάνουν πραγματικούς και ελάχιστα ίσως προτερήματα που αυτά ακριβώς μας κάνουν πολύτιμους για την κοινή μας ζωή. Χρειάζεται να απλώσουμε το χέρι μας, όχι για φιλανθρωπία. Γραπώνουμε γερά το χέρι του «πλησίον» σε αλληλεγγύη. Το χέρι που τραβάς έξω από τη λάσπη είναι το ίδιο που στη συνέχεια θα σε στηρίξει για να σηκωθείς στα πόδια σου.
…… στις δύσκολες αυτές στιγμές ας θυμάστε μια παλιά αφρικάνικη ρήση: Δεν υπάρχει τρόπος για να βγεις από την έρημο παρά μόνο αν τη διασχίσεις»

 

ΠΑΝΤΑ ΑΝΥΠΟΜΟΝΩ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΩ τη στήλη Εν Ιορδάνη όταν φτάνει στα χέρια μας, εδώ στο ΑΒΑΤΟΝ. Εν μέρει, επειδή ποτέ δεν ξέρω πού θα μας πάει αυτή τη φορά ο Ιορδάνης Πουλκούρας: στη Σμύρνη πριν την καταστροφή, σε ένα εργαστήριο νευροβιολογίας στη Σορβόννη, στο Παρίσι του ’68, στο κέντρο του Γαλαξία; Θα μιλήσουμε για τον Λέοναρντ Κοέν, για το Άλεφ, ή για τη χαρά του τελευταίου τσιγάρου; Αναμενόμενα λοιπόν, ενθουσιάστηκα όταν ο Ιορδάνης αποφάσισε να συνδυάσει νέα, αδημοσίευτα κείμενα και αγαπημένες στήλες στο καινούργιο του βιβλίο με τίτλο «Ένα Μπλουζ για τη Φώτιση» (Εκδόσεις Αρχέτυπο). Και φυσικά, έπρεπε το συντομότερο να μάθω περισσότερα γι’ αυτό το νέο του ταξίδι…

Δήμητρα Νικολαΐδου

Ένα-Blues-για-την- Φώτιση

Τελικά Ιορδάνη ο παππούς σου ήταν μάγος;

Ναι. Με δυο-τρεις έννοιες. Για αρχή, ακολουθούσε μια παράδοση, την τέχνη του χρυσού, που συνδέεται με την αλχημεία και τη μαγεία. Επίσης, αν πούμε ότι μάγος είναι αυτός που παίρνει τη ζωή του στα χέρια του και την ορίζει πέρα από επηρεασμούς και κοινωνικά πρέπει, τότε ο παππούς μου έκανε ακριβώς αυτό: έφυγε από την Τουρκία βράδυ, μόνο με τα ρούχα του, πήγε στη Συρία, έστρωσε γραμμές τραίνου, έσκαψε, έφτασε στην Αλεξάνδρεια, έγινε κρουπιέρης και κατάφερε να φτάσει στη Γαλλία όπου βρισκόταν η υπόλοιπη οικογένειά του, η γυναίκα του και το νεογέννητο παιδί του που δεν είχε δει ποτέ. Συναντήθηκαν στο Παρίσι, έμειναν εκεί δυο-τρία χρόνια, και μετά πήγαν στον Νότο. Κι εκεί έμειναν μέχρι που κάποια στιγμή το μαγικό τραπεζάκι του υπέδειξε το όνομα του πλοίου που θα τους έφερνε στην Ελλάδα, μια χώρα που την είχε ονειρευτεί, αλλά δεν την είχε δει ποτέ.

Τι ήταν αυτό το μαγικό τραπεζάκι;

Σου άρεσε απ’ ό,τι καταλαβαίνω ιδιαίτερα αυτή η ιστορία… Λοιπόν, ήταν ένα τρίγωνο τραπεζάκι με γράμματα επάνω, που κουβαλούσε μαζί του. Δεν έπρεπε να έχει πρόκα πάνω του, καθόλου σίδερο ή μέταλλο. Έβαζε πάνω ένα χοντρό χαρτί, που βοηθούσε να γλιστράει ο οδηγός από το ένα γράμμα στο άλλο. Είχε διδαχθεί και αυτή την τέχνη στην πατρίδα του, σε περιοχές μυθικές, που τις μαθαίνουμε από τις διηγήσεις των παλαιών σαν να είναι ένας απολεσθείς παράδεισος.

Καταγόταν από τη Λυκία, στη Μάκρη: ένα τόπο που είναι στην καρδιά της αρχαίας Ιωνίας. Όπως πλησιάζεις από τη θάλασσα, βλέπεις στα βουνά σκαλισμένες σπηλιές που μοιάζουν σαν αρχαίοι ναοί, αλλά είναι τάφοι. Οπότε ναι, ο παππούς μου ήταν μάγος που έφτασε σ’ εμάς από έναν τόπο μαγικό, θαυμαστό και οριστικά χαμένο.

Στην οικογένειά μου βέβαια μέχρι που ξεπήδησα εγώ, υπήρχε ένα τραύμα όσον αφορά τον εσωτερισμό και επομένως το συγκεκριμένο διήγημα είναι και αρκετά προσωπικό.

Εσύ τι πιστεύεις πως του μιλούσε μέσα από αυτό το τραπεζάκι;

Ποιος ξέρει. Ένας λέει, πνεύματα. Ένας άλλος λέει, ο ίδιος του ο εαυτός. Κι ένας τρίτος λέει, ο Άλλος. Το έτερό σου. Κι επειδή μου αρέσει να μένω στον χώρο του μύθου, δεν προσπαθώ να το ερμηνεύσω.

Τελικά όταν ασχολείσαι με τον εσωτερισμό, τον εαυτό σου δεν προσπαθείς να βρεις;

Εντελώς. Και ο άλλος δεν είναι παρά μια δική σου πλευρά, με την οποία δεν μπορείς ποτέ να συμβαδίσεις σε αυτόν τον κόσμο. Αυτό δείχνει και η ιστορία του Ιακώβ που πάλεψε στο όνειρό του με τον άγγελο. Και γι’ αυτό πάνω στην πέτρα που είχε για μαξιλάρι όσο ονειρευόταν, στηρίχθηκε όλη η Δυτική εσωτερική παράδοση. Ο άγγελος, όπως λέει η ραβινική παράδοση, ήταν ο Άλλος του εαυτός, αυτό το κομμάτι που δεν θα αγγίξεις ποτέ όσο είσαι στον δυαδικό κόσμο, όμως τον επηρεάζεις και σε επηρεάζει.

Κι εδώ περνάω σε κάτι άλλο που με γοήτευσε στο βιβλίο σου: τα άλματα που κάνεις, από το Ζεν στην τζαζ, από την Ανατολή στην Προβηγκία, από τον Λέοναρντ Κοέν στους Σούφι. Τι ψάχνεις μέσα σε όλα αυτά;

Η πρώτη απάντηση είναι «δεν ξέρω». Με την έννοια της ανατολίτικης παροιμίας που λέει «αφού δεν ξέρεις πού θες να πας, μη χάνεις χρόνο ψάχνοντας τον σωστό δρόμο. Το θέμα είναι να προχωράς». Αφού περπατάς, κάπου θα φτάσεις. Πριν είκοσι χρόνια θα μπορούσα να σου πω ότι ψάχνω αυτό, ψάχνω εκείνο. Σήμερα θα σου πω, «δεν ξέρω». Με την κατανόηση ότι δεν υπάρχουν ήχοι ή εικόνες στον κόσμο μας που να μπορούν να το εκφράσουν.

Τελικά αυτό δεν είναι το θέμα, να καταφέρεις να μένεις με το ερώτημα;

Ακριβώς. Όταν πάψουν οι βεβαιότητες, τότε μόνο μπορείς να αρχίσεις να ψάχνεις.

Μέσα σε όλες αυτές τις παραδόσεις, τους μύθους, τις ιστορίες που παρουσιάζεις στο βιβλίο σου, έχεις βρει κάποιον κοινό παρονομαστή;

Ναι, αναφέρομαι και στο βιβλίο στις εμμονές μου και μια από αυτές είναι η μνήμη. Γνώρισα παραμυθάδες που έμεναν στη Μάκρη και την Ιτέα, στη Μικρά Ασία. Είναι μια παράδοση που ξεκινά από την ελληνική αρχαιότητα, η Τέχνη της Μνήμης, και συνεχίζεται σήμερα στην Ασία, στον Λίβανο, στις χώρες του Μαγκρέμπ – πριν εκατό χρόνια τους έβρισκες και στην ελληνική Ιωνία.

Αυτοί οι άνθρωποι πληρώνονταν να έρθουν σε ένα γάμο, μια γιορτή, να καθίσουν δυο μέρες και να τραγουδήσουν και να αφηγηθούν ιστορίες για όλους, μεγάλους και μικρούς. Και είχαν διάφορα μνημοτεχνικά εργαλεία για να θυμούνται τις ιστορίες αυτές, εργαλεία βασισμένα στα πλατωνικά αρχέτυπα.

Η ιστορία αυτή ξεκίνησε με τον Σιμωνίδη τον Κείο, που κλήθηκε παραμυθάς σε ένα γάμο. Επειδή τους έλεγε συνέχεια ιστορίες με τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη και τους ζάλισε, ο γαμπρός του έδωσε τη μισή αμοιβή και του είπε να ζητήσει τα υπόλοιπα από τους δίδυμους θεούς. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι, πήρε τα λεφτά και κάθισε να φάει και να πιει. Τότε ένας σκλάβος τον φώναξε και του είπε πως τον ζητούσαν δυο παιδιά. Ο Σιμωνίδης βγήκε έξω, δεν είδε κανέναν, αλλά εκείνη τη στιγμή έγινε σεισμός και σκοτώθηκαν όλοι μέσα στο σπίτι…

Το θέμα είναι πως επειδή κανείς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τα πτώματα, δεν μπορούσαν να κάνουν και σωστή κηδεία. Ο Σιμωνίδης, λοιπόν, σκέφτηκε πως αν έφερνε στον νου του τη σκηνή της μεγάλης σάλας, των καθισμάτων και του τραπεζιού, θα θυμόταν πού καθόταν ο καθένας. Έτσι κατάλαβε ότι κατασκευάζοντας ένα νοητικό χώρο θα μπορούσε να φυλά εκεί μνήμες και να τις ανακαλεί κατά βούληση. Η τέχνη αυτή πέρασε μετά σε ρήτορες, όπως ο Κικέρων, που την ανέπτυξαν για τους δικούς τους σκοπούς.

Αυτή η τέχνη, λοιπόν, πέρασε στη συνέχεια στην Ευρώπη, όπου θεωρήθηκε αιρετική, την επανάφερε ο Raymond Lull, με τους Κανόνες της Ιπποσύνης, και ο Τζιορντάνο Μπρούνο, που θανατώθηκε στην πυρά ως αιρετικός. Την ίδια εποχή, το 1600, ένας μαθητής του αναμόρφωσε τις παλιές τεκτονικές συντεχνίες στη Σκωτία και για πρώτη φορά περιέλαβε στους Κανόνες τους εσωτερικά θέματα, λέγοντας πως ο δάσκαλος οφείλει να κατέχει την Τέχνη της Μνήμης.

Και από εκεί εξαπλώνεται στη Δυτική κουλτούρα.

Τα περισσότερα εσωτερικά έργα τέχνης που βλέπεις, έχουν μνημοτεχνικά στοιχεία, κάτι που ξέρουν ελάχιστοι, ενώ οι περισσότεροι βλέπουν απλά έναν πίνακα ή ένα ποίημα. Μνημοτεχνικά στοιχεία υπάρχουν και στα δημοτικά μας τραγούδια: λέει ένας μια φράση και οι άλλοι την επαναλαμβάνουν. Είναι ένας τρόπος να μεταφέρει κανείς αυτό που ξέρει στους πολλούς και εκείνοι να το απομνημονεύσουν εύκολα, σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνουν.

Ο κλασσικός τρόπος βέβαια είναι ο «αρχιτεκτονικός», όπου φτιάχνεις ένα νοητικό οικοδόμημα, ένα δωμάτιο, μέσα στο οποίο βάζεις «ιδιαίτερα» αντικείμενα. Αν θέλεις να θυμηθείς κάποιον, βάζεις στη γωνία του δωματίου ένα άγαλμα με μια χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα, π.χ. τεράστια μύτη, που τον θυμίζουν. Γύρω από αυτό τοποθετείς σταδιακά επίσης αντικείμενα που η εικόνα τους σχετίζεται με τις αναμνήσεις σου. Κι έτσι θυμάσαι ολόκληρες σκηνές ή και κείμενα, σαν να ανοίγεις ένα νοητικό συρτάρι και να τα βρίσκεις όλα εκεί.

Κάπως έτσι το 1550 μ.Χ. ο Καμίλο έφτιαξε τα πρώτα Windows (σε μορφή συρταριού και όχι παράθυρου) προκειμένου να μαζέψει όλη τη γνώση που υπήρχε. Επειδή όλες οι μυητικές διαδικασίες προέρχονται από το θέατρο, δημιούργησε ένα αμφιθέατρο, τοποθέτησε τον παρατηρητή στη θέση του ηθοποιού, και στις εξέδρες που ήταν διαρρυθμισμένες σε επτά επτάδες, έβαλε ονόματα αρχαίων θεοτήτων, αγγέλων και σεφιρώθ. Κάτω από κάθε όνομα έβαλε ένα συρτάρι και μέσα υπήρχαν κείμενα με όλα όσα σχετίζονταν με αυτόν, τις ιδέες που εκπροσωπούσε και τους συσχετισμούς με τις γειτονικές θεότητες. Φυσικά και ο Καμίλο κυνηγήθηκε.

Το θέμα της μνήμης είχε ξεκινήσει από την εποχή του Ερμή Τρισμέγιστου, όταν κάποιοι άνθρωποι ανησυχούσαν ότι με την ανακάλυψη της γραφής θα χάσουμε την ικανότητα να θυμόμαστε.

Πάντα ο κόσμος ανησυχούσε ότι με κάθε νέα τεχνολογία, θα χάσουμε τη μνήμη μας. Και τώρα έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που η μνήμη είναι ένα από τα κεντρικά ερωτήματα στη νευροβιολογία, με την οποία επίσης ασχολείσαι στο βιβλίο.

Ναι, ερασιτεχνικά. Με όλα ασχολούμαι ερασιτεχνικά, έχω ένα πρόβλημα με τους επαγγελματισμούς. Το 1981 που ξεκίνησα να ασχολούμαι με τον εσωτερισμό δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο ο πρώτος Πύρινος Κόσμος και σε μια γωνιά του κάποιες φωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες εκδόσεις με μεταφράσεις του Παναγόπουλου και τα έργα του Γράβιγγερ. Αν είχες την ευκαιρία να ταξιδέψεις στο εξωτερικό, θα έβρισκες κάτι στα αγγλικά και τα γαλλικά και θα γυρνούσες ενθουσιασμένος. Αναλογικά βέβαια, ο κόσμος που ασχολείται και τότε και τώρα, είναι ο ίδιος. Ένα στους χίλιους διαβάζει σοβαρά. Ελάχιστοι μπαίνουν στη διαδικασία να κοιτάξουν πιο βαθιά.

Ωστόσο δεν μας καίει κάποιος. Αυτό είναι μια βελτίωση.

Με τις αλλαγές που γίνονται στην Ευρώπη, θα πρέπει να περιμένουμε άλλα είκοσι χρόνια για να δούμε πώς θα είμαστε τότε. Στην Αμερική, για παράδειγμα, υπάρχουν πολλές πολιτείες που απαγορεύουν να διδαχθεί η θεωρία της εξέλιξης επειδή θεωρούν ότι προσβάλλει τις Αβρααμικές θρησκείες που ακολουθούν. Δηλαδή έρχονται με νομικά κατασκευάσματα να κλειδώσουν και πάλι την επιστήμη και την ελεύθερη έρευνα στα υπόγεια.

Ωστόσο έχει ενδιαφέρον ότι το Βατικανό έχει κάνει μεγάλα βήματα. Πρόσφατα ανάθεσαν διδακτορικά για να ερευνήσουν τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις ηθικές αξίες και την έννοια του ιερού αγνωστικιστές και θρησκευόμενοι. Οι έρευνες κατέληξαν πως οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως αν δηλώνουν Χριστιανοί ή «δεν ξέρω, το αναζητώ», ψάχνουν τα ίδια πράγματα, έχουν τις ίδιες αγωνίες, είναι εξίσου ηθικοί και σε μερικές περιπτώσεις οι αγνωστικιστές βρίσκονται ένα βηματάκι πιο μπροστά. Και το Βατικανό κατέληξε πως είναι όλοι εξίσου αδέλφια μας, που αναζητούν το ίδιο πράγμα με διαφορετικό τρόπο.

Στο βιβλίο σου υπάρχει ως κεντρικό σημείο η αίσθηση πως έχουμε χάσει πολλά όμορφα πράγματα μέσα στον ρου της Ιστορίας.

Ο Θεοδόσης Τάσιος είχε πει πως αν δεν είχε καεί η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η Βιομηχανική Επανάσταση θα είχε συμβεί αιώνες νωρίτερα. Ήδη είχαν κίνηση με ατμό. Ήταν θέμα χρόνου να φτάσουμε στην εκβιομηχάνιση. Έχουμε λοιπόν χάσει πολλά πράγματα μέσα από τον φονταμενταλισμό, ο οποίος είναι πάλι εδώ.

Αρκεί να σκεφτούμε πως το Αφγανιστάν και το Ιράν ήταν μοντέρνες χώρες πριν μερικές δεκαετίες, πριν τους πάνε εκεί που τους πήγαν οι φανατικοί. Και αυτό που έκανε το ισλαμικό κράτος, είναι αυτό που έκαναν οι σταυροφορίες, από την ανάποδη: τον Μεσαίωνα ο ισλαμικός κόσμος ήταν προηγμένος, και η Ευρώπη ήταν γεμάτη χρεοκοπημένα πριγκιπάτα που ήθελαν να κάνουν πλιάτσικο. Έτσι έγινε η πρώτη σταυροφορία με το σύνθημα, «Ο Θεός το θέλει».

Το ίδιο ακριβώς κραύγαζαν και οι αφιονισμένοι του ISIS πριν μερικά χρόνια όταν άρχισαν να σφάζουν «άπιστους» σε ζωντανή σύνδεση μέσα από τα δορυφορικά κανάλια. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα από εξουσίες που επεκτείνουν την επιρροή τους χειραγωγώντας ταλαιπωρημένους ανθρώπους, δίνοντάς τους μια ηθική δικαιολογία για να εκτονώνουν τη βία των ενστίκτων τους, μια ψευδαίσθηση δύναμης και «μεγάλου» σκοπού ζωής.

Και η αντίσταση ποια είναι σε όλο αυτό; Γιατί το βιβλίο σου μέσα από τις πολλαπλές ιστορίες του, δίνει την αίσθηση ότι μπορείς να αντισταθείς.

Η αντίσταση είναι ο ένας στους χίλιους να γίνουν δυο στους χίλιους. Αν πάρουμε την Ιστορία στον Δυτικό κόσμο –γιατί μιλάμε πλέον για την ανάγκη ενός Δεύτερου Διαφωτισμού– θα δούμε πως στα τέλη του 17ου αιώνα υπήρχε ένας Πάπας που αποφάσιζε ποιος θα γίνει βασιλιάς.

Έπειτα το ένα τρίτο της Ευρώπης στράφηκε στον Προτεσταντισμό, και ακολούθησε ο Διαφωτισμός, στον οποίο η ταλαιπωρημένη αστική τάξη προσπάθησε να βρει τρόπο να πάει μπροστά. Και πάνω σε αυτό στήθηκε ο σύγχρονος Δυτικός πολιτισμός.

Πολλά πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα στη Δύση, δεν θα είχαν νόημα, για παράδειγμα, στην Κίνα. Το πρόβλημα είναι ότι και στην Ευρωπαϊκή Ένωση τις αρχές του Διαφωτισμού δεν τις ενστερνίζονται όλοι, αλλά κρατάμε ό,τι μας βολεύει. Και μετά το 1980, αυτό το «ό,τι μας βολεύει» εξελίχθηκε σε έναν νεοβαρβαρισμό. Είναι κάτι που βιώσαμε έντονα στην Ελλάδα, και γι’ αυτό η ανάγκη για έναν νέο Διαφωτισμό.

Κι εμείς τι κάνουμε για να πάμε προς τα εκεί; Είναι επίσης ένα ερώτημα που θέτεις στο βιβλίο σου.

Αυτό δεν το αποφασίζει κανένας από μόνος του. Αν προσπαθήσει κάποιος να επιβάλλει, θα γίνει ο νέος Χίτλερ. Πρέπει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων να συνενωθεί και να εκφράσει ένα νέο πνεύμα, και τότε ίσως τα πολιτικοκοινωνικά συστήματα θα ακολουθήσουν.

Είχαμε ένα Διαφωτισμό πριν από 300 χρόνια. Όποιος όμως δοκίμασε να επιβάλλει αυτό που πίστευε ως μοναδική αλήθεια, την απόλυτη λύση που κατείχε και την επιστημονική μοναδικότητα, ανεξάρτητα από τα όποια ευγενικά του ίσως κίνητρα, κατέληξε σε δικτατορία.

Επί Στάλιν έστελναν τους αντιφρονούντες στο ψυχιατρείο, επειδή μόνο ένας ψυχικά ασθενής θα μπορούσε να μην κατανοεί τις επιστημονικά τεκμηριωμένες αποφάσεις εκλεγμένων σοφών μέσα από το σύνολο των απανταχού σοφών. Έ, με τόση επιστημοσύνη, ορθολογισμό και σοφία κάποιοι έσκαγαν και φώναζαν «ο βασιλιάς είναι γυμνός».

Μιλώντας για την επιστήμη, είναι άλλο ένα από τα πράγματα με τα οποία καταπιάνεσαι, συνδέοντάς τα με τον μύθο. Πού είναι η κοινή συνισταμένη;

Σε όλες τις μυθολογίες και σε όλες τις θρησκείες, οι μυθικοί ήρωες, αυτοί που προσπαθούν να διδάξουν επιστήμες και να φτιάξουν μια πόλη για να κατοικήσει με ασφάλεια ο απλός κόσμος, είναι καταραμένοι από τις εξουσίες. Για παράδειγμα ο Κάιν, που έφτιαξε την πρώτη πόλη. Ο Προμηθέας, που δίδαξε τις επιστήμες.

Η δίωξη της ελεύθερης επιστημονικής έρευνας είναι μια ιστορία που έφτασε ως το 1650, οπότε και κάποιοι άνθρωποι που ασχολούνταν με τον εσωτερισμό κατάφεραν και έφτιαξαν τη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, από την οποία ξεπηδά η σύγχρονη επιστήμη.

Βέβαια η επιστήμη κάποια στιγμή θεοποιήθηκε, ο θεός έγινε ο Μέγας Ωρολογοποιός και οι κλάδοι της μπήκαν σε απομονωμένα κουτάκια. Λογικό, γιατί το εκκρεμές στην Ιστορία πηγαίνει από το ένα άκρο στο άλλο μέχρι να ισορροπήσει. Σήμερα όμως φτάνει σε μια εποχή που πολλοί βλέπουν ξανά τον κόσμο συνολικά, υπό το πρίσμα της Αναγέννησης, έχοντας όμως όλη την εμπειρία των προηγούμενων αιώνων. Και αυτό το βρίσκω πολύ αισιόδοξο.

Και οι αναζητήσεις συγκλίνουν. Δεν φοβόμαστε πια να εξετάσουμε επιστημονικά τα εσωτερικά ζητήματα.

Ναι. Μετά από 300 χρόνια ξαναγυρνάμε στην ιδέα του Homo Universalis με την εμπειρία πια της επιστήμης. Ενώ είχαμε κάνει τα πάντα μικρά κομματάκια, γυρνάμε στην προηγούμενη συνολική οπτική, οπλισμένοι με νέα τεχνολογία. Ίσως αυτό να αφορά έναν στους χίλιους, αλλά θα αλλάξει τα πάντα.

Το ότι κάποιοι άνθρωποι πλέον μπορούν να μοιραστούν σε κοινότητες αυτό που έχουν στον νου τους, και με την τεχνολογία να αλλάξουν τη σύσταση του κόσμου, αισιοδοξώ ότι μπορεί να μας σώσει από τον νεοβαρβαρισμό. Είναι σαν να φυτεύεις μια καστανιά: δεν θα φας ποτέ καρπό, το κάνεις όμως για τους επόμενους που θα έρθουν.

Υ.Γ. Το βιβλίο μου με τίτλο “Ένα Μπλουζ για τη Φώτιση” θα κυκλοφορήσει στις αρχές Απριλίου 2020. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τον αστροφυσικό καθηγητή κο Μάνο Δανέζη ο οποίος και το προλογίζει.

Ας ηχήσουν οι Καμπάνες

Ιορδάνης Πουλκούρας από την στήλη ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ, περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ Αύγουστος 2019.

«ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΗ την καθαρή Συνείδηση που γίνονται τα πάντα, από τους θεούς που υπάρχουν ψηλά επάνω έως τη γη χαμηλά κάτω. Τα αντικείμενα μπορεί να θεωρηθούν ως υψηλά ή χαμηλά, αλλά ο ωκεανός της Συνείδησης, πάντα καθαρός, είναι αυτό που πάντα Είναι. Οι σκιές σε έναν τοίχο είναι συνεχώς μεταβαλλόμενες, όμως ο ίδιος ο τοίχος παραμένει σταθερός και ακίνητος. Ομοίως, οι μορφές του σύμπαντος διαμορφώνονται από τη Συνείδηση – το αρχέγονο Ένα».

Το παραπάνω είναι ένα μικρό απόσπασμα από το τεράστιο έργο του Ινδού ποιητή, φιλόσοφου και γιόγκι Sant Dnyaneshwar, που έζησε τον 13ο αιώνα. Και σε αυτόν με έφερε η αναζήτηση ενός άλλου ποιητή και τραγουδοποιού της πρόσφατης εποχής, του Leonard Cohen. Εβραίος, μελετητής τόσο της δικής του εσωτερικής παράδοσης όσο και του χριστιανισμού, και μοναχός Ζεν για ένα διάστημα, προς το τέλος της ζωής του επισκέφθηκε την Ινδία αναζητώντας τις πηγές της σκέψης του Sant Dnyaneshwar και μέσω αυτών να μελετήσει τις έννοιες Sagun και Nirgun.

Τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Την φανέρωση του Θεού στη μορφή, το Sagun, και την αιώνια και πανταχού παρούσα Θεϊκή συνείδηση που βρίσκεται μακριά από κάθε μορφή, το Nirgun. Ο πιο συνηθισμένος και περιεκτικός συμβολισμός είναι το χωρίς μορφή ηλιακό φως που αντιστοιχεί στο Nirguna και το ουράνιο σώμα του ήλιου που αντιστοιχεί στο Saguna.

gunas_diagram

Nirguna σημαίνει «χωρίς guna» και προκύπτει η επόμενη ερώτηση: τι είναι αυτό; Guna σημαίνει «κλωστή/νήμα» και είναι τα νήματα που μπλέκονται και υφαίνουν την πραγματικότητα. Συχνά επίσης η λέξη αποδίδεται ως «ποιότητα». Είναι οι ποιότητες που συνθέτουν την πραγματικότητα, δηλαδή τον κόσμο όπως τον βιώνουμε.

Ό,τι υπάρχει, το σύμπαν, η αλήθεια μας κι εμείς οι ίδιοι, αποκτά μορφή από τα τρία αυτά νήματα/ποιότητες, που κάθε στιγμή συνυπάρχουν σε διαφορετικές αναλογίες.

Οι ποιότητες ή νήματα που περιγράφουν την πραγματικότητά μας είναι τρεις: Η Tamas, δηλαδή η νωθρότητα, η μονιμότητα, το σκοτάδι, η ψευδαίσθηση, η απληστία, η αρνητικότητα, αυτό που αναδεικνύει το χειρότερο του είναι μας και το παρελθόν. Η Rajas, που είναι το πάθος και η δράση, η κίνηση, η προσκόλληση, η στεναχώρια, η επιθυμία, ο πράττων και το μέλλον. Και τρίτη η Sattva, που είναι η αρμονία, η γνώση, η καλοσύνη και η χαρά και αντιστοιχεί στο παρόν και την αφύπνιση. Είναι η καθαρή φύση μέσα μας που όμως –προσοχή– δεν είναι απαλλαγμένη από το «Εγώ».

Ποια όμως είναι η σχέση μας μαζί τους μέσα στο ταξίδι της ζωής, αφού όσο υψηλή κι αν είναι μια ποιότητα δεν παύει να είναι μια προβολή μέσα στην πλάνη της ύπαρξης; Υπάρχει μια όμορφη αφήγηση σχετική μέσα από την παράδοση.

Κάποτε ένας μοναχικός ταξιδιώτης διέσχιζε μια ζούγκλα. Ξαφνικά δέχτηκε επίθεση από ένα ληστή που τον έδεσε. Ο ταξιδιώτης άρχισε να παλεύει και να φωνάζει απελπισμένα για βοήθεια, και τότε εμφανίστηκε ένας άλλος ληστής ο οποίος άρχισε να τον χτυπάει.

Οι κραυγές του άτυχου ταξιδιώτη έγιναν γοεροί λυγμοί και τότε εμφανίστηκε ένας άνδρας που έδιωξε τους δυο ληστές και τον έλυσε. Στη συνέχεια προσφέρθηκε να του δείξει τον δρόμο που οδηγούσε έξω από τη ζούγκλα και τον συνόδεψε με ασφάλεια μέχρι το σπίτι του .

Ο ταξιδιώτης γεμάτος ευγνωμοσύνη κάλεσε τον άγνωστο σωτήρα στο σπίτι, αλλά η απάντηση τον άφησε εμβρόντητο: «Μπορώ να έρχομαι μόνο μέχρι εδώ αλλά δεν μπορώ να μπω μέσα στο σπίτι σας, γιατί τότε η αληθινή φύση μου θα εμφανιστεί καθώς είμαι κι εγώ ληστής. Είμαι ο τρίτος ληστής της ομάδας».

Ο τρίτος ληστής, λοιπόν, είναι η προσωποποίηση της τρίτης ποιότητας, της Sattva, η οποία μας βοηθά να περπατάμε στο μονοπάτι της ύπαρξης ξεπερνώντας τα εμπόδια και τους «ληστές». Πρέπει να θυμόμαστε ότι εφόσον είμαστε μαζί της, οι «ληστές», δηλαδή οι άλλες δύο gunas, μπορούν πάντα και κάθε στιγμή να επανεμφανιστούν.

Αυτό είναι το αέναο ταξίδι του εαυτού μας μέσα στην ύπαρξη που υφαίνουν τα τρία νήματα, της πραγματικότητας που σχεδιάζεται από τις αναλογίες και τη σχέση μας με τους τρεις «ληστές».

Όσο και αν μοιάζουν απαραίτητοι με τα δώρα και τις ποιότητές τους, πρέπει κάποτε να βρούμε την δύναμη να απαλλαχτούμε από την πραγματικότητά τους, να τις εγκαταλείψουμε, και να οδεύσουμε προς την απόλυτη πραγματικότητα, εντός του οίκου μας, μακριά από χώρο και χρόνο, χωρίς ανάγκη, ιδιότητες και ιστορία, μπροστά στη γυμνότητα της ολότητας με τα χέρια άδεια.

Αλήθεια, τι μπορείς να κάνεις, τι μπορεί να προσδοκάς σε μια τέτοια στιγμή κενού; Μπροστά σε μια τέτοια στιγμή ο Leonard Cohen εμπνεύστηκε τον στίχο του Anthem: «Χτυπήστε τις καμπάνες που ακόμα μπορούν να ηχήσουν / Ξεχάστε τις τέλειες προσφορές σας / Στο παν υπάρχει μια ρωγμή / Και από εκεί μπαίνει μέσα το φως».

Sagun και Nirgun! Οι θεοί με τη μορφή που πήραν για τους ανθρώπους και η αιώνια και πανταχού παρούσα Συνείδηση που βρίσκεται μακριά από κάθε μορφή. Πόσο κοντά βρίσκονται στο βάθος τους η δυτική εσωτερική παράδοση και η ανατολική σκέψη!

Ως επίλογος μια φράση που θα μπορούσε άνετα να αποδοθεί σε έναν μυστικιστή της ευρωπαϊκής Αναγέννησης αν δεν είχε γραφτεί από τον Sant Dnyaneshwar τον 13ο αιώνα:

«May the Self of the universe be pleased with this sacrifice of words and bestow His grace on me. (ήτοι) Είθε ο Εαυτός του σύμπαντος να είναι ευχαριστημένος με αυτή τη θυσία λέξεων και να παραχωρήσει τη χάρη Του σε μένα».


Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης.

 

Το Βουνό της Ψευδαίσθησης

Ιορδάνης Πουλκούρας από την στήλη ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ, περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ Ιούλιος 2019.

ΚΑΠΟΤΕ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο βουνό, μακριά από τον πολιτισμό και τις πόλεις. Ήταν κυρίαρχος στη φύση που τον περίβαλε, το μικρό λιβάδι, το ποτάμι, το δάσος.

Τα ζωντανά του προσφέρονταν για καθημερινή τροφή και οι σπόροι από το στάρι, που είχε διδαχθεί το μυστικό της καλλιέργειάς του από τους γονείς του, του χάριζαν ποικιλία στα γεύματά του.

Μια μέρα αποφάσισε να κατέβει στην πόλη για να εμπορευθεί το κυνήγι του και να δει αν υπάρχει κάτι άξιο λόγου που έπρεπε να μάθει. Περνώντας έξω από ένα φούρνο κοίταξε με απορία τα φρεσκοψημένα καρβέλια. Ο φούρναρης του πρόσφερε μια φέτα ζεστό ψωμί. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε. «Ψωμί για φαγητό!» απάντησε ο φούρναρης. Δοκίμασε και ρώτησε ξανά: «Από τι είναι φτιαγμένο;» και του απάντησαν από αλεύρι που γίνεται από σιτάρι.

Στη συνέχεια, καθώς παζάρευε την τιμή για το κυνήγι του, του προσέφεραν μια ωραία πίτα ζυμωμένη σε λάδι. Δοκίμασε λίγο και ρώτησε: «Από τι είναι φτιαγμένη;» και πάλι του απάντησαν «από σιτάρι».

Τέλος, όταν έκλεισε τη συμφωνία του, του έφεραν για γλυκό μια βασιλική πίτα ζυμωμένη με λάδι και μέλι. Ρώτησε πάλι και πήρε την ίδια απάντηση. Όλα τα υπέροχα φαγητά που του είχαν προσφέρει είχαν σαν βάση το σιτάρι.

«Εγώ έχω το δικό μου σιτάρι που είναι η βάση όλων αυτών», σκέφτηκε με περηφάνια. «Δεν έχω ούτε λόγο ούτε χρόνο να ασχοληθώ παραπάνω με αυτά τα παιχνίδια τους». Και ικανοποιημένος με το απόλυτα λογικό συμπέρασμά του επέστρεψε στο βουνό του.

Κάπως έτσι ζούμε οι περισσότεροι στην καθημερινότητά μας. Βγάζουμε πολύ εύκολα λογικά συμπεράσματα χρησιμοποιώντας τη γνώση μας και την προηγούμενη εμπειρία μας.

mountain

  Face In Landscape, εξώφυλλο του βιβλίου The Hidden Spirituality of Men του Matthew Fox

Αυτή η στέρεα λογική μας και η προϋπάρχουσα γνώση που μας κάνει περήφανους καθώς την έχουμε αποκτήσει με κόπους και προσπάθεια, συχνά μας οδηγεί να απαξιώνουμε και να μην επιτρέπουμε να μπουν ποτέ στην ζωή μας νέες εικόνες και ιδέες, νέες εμπειρίες από τις πολλές εκφάνσεις του κόσμου που υπάρχουν και ανθίζουν δίπλα μας, αλλά δεν τις αντιλαμβανόμαστε.

Και αυτό δεν είναι μια προσωπική διαπίστωση. Είναι ο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο ο καθένας μας προσεγγίζει κάτι καινούριο στη ζωή του. Έναν άνθρωπο, μια παρέα, μια ιδέα, μια διδασκαλία. Το αντιμετωπίζει επιφανειακά, συγκρίνει συνεχώς και με μόνο μέτρο τη «μεγαλοσύνη» του, τη γνώση του και ό,τι θεωρεί ο ίδιος σπουδαίο.

Αποστηθίζει τις βασικές αρχές που τις αναπαράγει σαν παπαγάλος, χωρίς ποτέ να διανοηθεί ή να προσπαθήσει να διεισδύσει βαθύτερα από την επιφανειακή εικόνα. Και συνήθως, διαπιστώνοντας την ασημαντότητα του προφανούς της εικόνας, το απαξιώνει.

Σε κάθε περίπτωση σύντομα επιστρέφει στην ασφάλεια του «βουνού» του παραμένοντας για πάντα ξένος προς τις άγνωστες απολαύσεις. Χωρίς ποτέ να συνειδητοποιήσει και να καταλάβει ότι κρίνοντας αυστηρά και μόνο με τη λογική της προηγούμενης γνώσης και εμπειρίας του ποτέ δεν θα μπορέσει να δει βαθύτερα από το προφανές, ούτε θα μπορέσει να θαυμάσει άλλους τόπους πέρα από τον περιορισμένο και γνωστό κόσμο του απομονωμένου βουνού του.

Και ο απομονωμένος κόσμος, σαν περίκλειστος από καθρέφτες, μας παραπλανά μέσα από περιπλεκόμενα φάσματα και ανακλάσεις ειδώλων και μας οδηγεί να θεωρούμε τις ψευδαισθήσεις ως νέες πραγματικότητες.

Με αυτές τις πλαστές πραγματικότητες ζούμε, τις παρατηρούμε, τις μελετάμε και τις εξερευνούμε, νομίζουμε ότι τις γνωρίζουμε, συνδιαλεγόμαστε μαζί τους, όμως τελικά τι κερδίζουμε;

Ο Πλούταρχος, ένας εκ των τελευταίων μυημένων της αρχαιότητας και πρεσβύτερος των ιερέων του Απόλλωνα στο Μαντείο των Δελφών, που έζησε τον πρώτο χριστιανικό αιώνα, στο έργο του Ηθικά μάς αφηγείται μια όμορφη ιστορία:

Κάποιος υποσχέθηκε σε έναν φημισμένο κιθαρωδό, ότι θα του προσφέρει μια μεγάλη αμοιβή για μια εμφάνισή του και ύστερα δεν του έδωσε τίποτα. Όταν ο κιθαρωδός διαμαρτυρήθηκε του απάντησε πως είχε εκπληρώσει την υπόσχεσή του. «Όσο καιρό», του είπε, «μας ευχαριστούσες με το τραγούδι σου, ευχαριστιόσουν κι εσύ με τις ελπίδες που έτρεφες».

Και συμπληρώνοντας ο αρχαίος αυτός μύστης, κατέληξε στο ότι οι ακροάσεις αυτού του είδους, οι σχέσεις αυτού του είδους, εκπληρώνουν τέτοιες –κενές– υποσχέσεις.

Όσο δηλαδή η μια πλευρά –ο κιθαρωδός στην περίπτωσή μας– προκαλεί ευχαρίστηση στους ακροατές, εισπράττει τον θαυμασμό τους. Μετά, όταν τελειώσει η πρόσκαιρη απόλαυση, ταυτόχρονα εγκαταλείπει και τους ακροατές του η δόξα. Και έτσι, μέσα στην ψευδαίσθηση, αναλώνεται μάταια ο χρόνος και η ζωή και των δυο.

Έχει λεχθεί ότι εσωτερικό είναι εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Ο μόνος τρόπος για να το προσεγγίσει κανείς είναι να μάθει να βλέπει πίσω από την εικόνα, να μάθει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές του κειμένου. Και αυτό δεν είναι κάτι το μαγικό, δεν είναι κάποια μυστική συνταγή μιας μυστηριώδους, απόκρυφης παράδοσης. Είναι μια απλή και από παλιά γνωστή αλήθεια. Μια αλήθεια που είναι δύσκολο να πραγματωθεί.

Η πραγματικότητα είναι δίπλα μας, μπροστά στα μάτια μας. Εμείς όμως έχουμε μάθει να βλέπουμε την επιφάνεια και όχι το περιεχόμενο. Έχουμε μάθει να βλέπουμε τις λέξεις και όχι το νόημα. Έχουμε μάθει να ασπαζόμαστε τη γνώμη μας για τον πλησίον και να μη βλέπουμε τις πράξεις και τον λόγο μιας ύπαρξης που έχει τη δική της πορεία.

Ερμηνεύουμε τα πάντα με τη βαθιά ριζωμένη συγκρότηση και γνώση μας, κινούμενοι ως υπνοβάτες στην ψευδαίσθηση της βεβαιότητας και συνεχώς μας διαφεύγει η πραγματικότητα που ανθίζει και πάλλεται πίσω από την εικόνα του προφανούς.

Και ο βαθιά ριζωμένος ορθολογισμός μας, πάντα θα μας οδηγεί πίσω στην ασφάλεια του «βουνού» μας, όπου υπάρχει η πληρότητα της ψευδαίσθησης και μέσα σε αυτήν, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, θα αναλωθεί μάταια ο χρόνος και η ζωή μας. Χωρίς να γευτούμε και να απολαύσουμε όλες τις ομορφιές που φυλά υπομονετικά για εμάς η αιωνιότητα της πραγματικής ύπαρξης.

Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης.


Κείμενο μου από την στήλη Εν Ιορδάνη Περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ τ. 161

Και όταν έκλεισε τα μάτια ονειρεύτηκε.

Κύκλοι ομόκεντροι η ύπαρξη , περιφέρειες εκτεινόμενες στο άπειρο. Κύκλοι ομόκεντροι που ένα παιχνίδισμα τυχαιότητας, μια διάθλαση φωτός , ανάμνηση από την ανυπαρξία, τους αποκαλύπτει σαν έναν λαβύρινθο. Έναν άπειρο λαβύρινθο που αν βρει το σωστό μονοπάτι να το ακολουθήσει ως το κέντρο θα ανακαλύψει το μυστικό Ρόδο, σαν την εικόνα που αποτύπωσαν οι μαστόροι του μεσαίωνα στον Καθεδρικό Ναό της Σάρτρ. Ή έναν ζωντανό παλλόμενο σχήμα που αν το πιάσει στα χέρια του και τον γυρίσει ενενήντα μοίρες θα του αποκαλυφθεί σαν μια ατέλειωτη σπείρα.

Και ονειρεύτηκε το βλέμμα του να παρατηρεί τον πανταχού παρόντα ενεστώτα χρόνο καθώς αγκαλιάζει το σύνολο του χώρου όπου αποκαλύπτεται το αρχιτεκτόνημα της δημιουργίας.

blind

Ο Νοβάλις έγραψε ότι ο μεγαλύτερος μάγος είναι εκείνος που μαγεύει τον εαυτό του μέχρι του σημείου να αποδεχτεί τις δικές του φαντασμαγορίες σαν αυτόνομα φαντάσματα.

Οι Βέδες αυτό το μακρύ ποίημα που το “είδαν” σε έκλαμψη σαν εικόνα οι Ινδοί παραμυθάδες και το αφηγήθηκαν υπάρχει μια υπέροχη σχετική ιστορία. Οι Ινδοί όπως και Έλληνες φιλόσοφοι της εποχής, οι στωικοί και οι πυθαγόρειοι, πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελείται από άπειρους κύκλους. Ο κάθε τέτοιος κύκλος ύπαρξης που ονομάζουν Κάλπα είναι τόσο μεγάλος που δύσκολα μπορεί να το συλλάβει ο άνθρωπος. Το εξηγούν όμως με μια πανέμορφη αλληγορία. Το Κάλπα είναι ένα πανύψηλο σιδερένιο τείχος, δεκάξι μίλια ψηλό που περιβάλει την ύπαρξη. Κάθε εξακόσια χρόνια ένας άγγελος το χαϊδεύει με ένα αραχνοΰφαντο πανί. Όταν το πανί θα ‘χει διαβρώσει εντελώς αυτό το πανύψηλο σιδερένιο τείχος, τότε θα ‘χει περάσει η πρώτη μέρα ενός από τα Κάλπα. Οι θεοί και οι άνθρωποι ζουν όσο διαρκεί ένα Κάλπα. Μετά εξαφανίζονται, πεθαίνουν. Το μόνο που μένει είναι το αρχέτυπο που δημιουργεί πάλι το πάν, και αυτό είναι οι Βέδες, η αφήγηση της ύπαρξης.
Ο Βράχμα θα βρεθεί και πάλι στο παλάτι του αναγεννημένος. Περνάει ένα- ένα όλα τα άδεια δωμάτια και νοσταλγεί τους άλλους θεούς. Η σκέψη του δίνει υπόσταση σε όλους τους θεούς που εμφανίζονται περιμένοντας τις προσταγές του, πιστεύοντας πως ο Βράχμα τους έχει δημιουργήσει. Δεν μπορούν να πιστέψουν ακόμα και αυτοί ότι είναι προϊόντα μιας νοσταλγίας και ενός ονειρέματος.

Η αφήγηση, η συγκρότηση σε λέξεις της ανάμνησης που φτάνει από τα βάθη της ύπαρξης υπήρξε και είναι η πρώτη μορφή δημιουργίας και τέχνης για εμάς που φτιαχτήκαμε από τα υλικά των ονείρων. Με την αφήγηση δώσαμε υπόσταση στο μυθικό στοιχείο και με την τέχνη ξορκίσαμε την τραγωδία της εγκλωβισμένης ύπαρξης εντός της πραγματικότητας που επιβάλει η γραμμική ιστορία. Η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο πασχίζω να ξυπνήσω, λέει στον Οδυσσέα του ο Τζέιμς Τζόις. Και η περιπλάνηση του είναι ένα “άλγος νόστου” που τον οδηγεί να υπερβεί τα δεσμά και τα όρια της.

Ο Όμηρος που αφηγήθηκε πρώτη φορά την περιπλάνηση του Οδυσσέα ήταν τυφλός. Όπως και ο Μπόρχες που εκτός από την διήγηση του Βράχμα είχε πει μια ακόμα όμορφη ιστορία.

Για έναν πληγωμένο πολεμιστή κάπου στην μακρινή ανατολή, που περιπλανιέται μέρες μακριά από τον τόπο της μάχης προς τον βορρά και τελικά βρίσκει καταφύγια σε κάποια αρχαία κυκλικά ερείπια. Όταν ξυπνά βρίσκει τις πληγές του να έχουν θεραπευτεί με μαγικό τρόπο και ακόμα προσφορές δίπλα του από τους ντόπιους. Κάτι που σημαίνει ότι οι ντόπιοι είτε ζητούν την εύνοιά του είτε φοβούνται τη μαγεία του. Στη συνέχεια αποφασίζει να εστιάσει την δύναμη του στο να ονειρευτεί έναν άνθρωπο. Εισέρχεται σε ένα διαλογιστικό ύπνο και συγκεντρώνει όλες τις προσπάθειές του στο όνειρο, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μέσα από την ίδια τη διαδικασία του ονείρου. Κάποιο πρωί θα διαπιστώσει ότι το πλάσμα που ονειρεύτηκε υπάρχει δίπλα του με σάρκα και οστά. Τον διδάσκει και τον χρησιμοποιεί ως μαθητή στη σχέση του με τους ντόπιους.

Όμως μετά από λίγα χρόνια θα αισθανθεί κουρασμένος, αδύναμος μέσα στην ματαιότητα των πράξεων του και φοβούμενος ότι τελικά ο νεαρός θα ανακαλύψει ότι δεν είναι σαν τους άλλους αλλά το προϊόν του ονείρου του. Η ιστορία τελειώνει με ένα ολοκαύτωμα που κατατρώει τα ερείπια όπου έζησε αυτός ο άνθρωπος. Τότε διαπιστώνει ότι η φωτιά δεν τον βλάπτει, και έτσι ανακαλύπτει ότι και αυτός είναι επίσης το προϊόν του ονείρου κάποιου άλλου.

Και ο Όμηρος και ο Μπόρχες όπως και πολλοί μάντεις και αφηγητές μέσα στη ροή της ιστορίας ήταν τυφλοί.

Ίσως η έλλειψη της πλασματικής εικόνας της καθημερινότητας τους επέτρεψε να περιδιαβούν τον λαβύρινθο της ύπαρξης και να μας διηγηθούν αποσπάσματα από μια άλλη πραγματικότητα.

Αυτή που αντίκρισε Εκείνος που είπε “Τετέλεσται”.

Και κλείνοντας τα μάτια, βγήκε από το όνειρο του άλλου.

Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης.

Επόμενη σελίδα: »