Σκέψεις γα το Σαββατοκύριακο, Μircea Eliade.

      

 

  Ο Μιρτσέα Ελιάντε γεννήθηκε το 1907 στο Βουκουρέστι. Σπούδασε στο εκεί Πανεπιστήμιο και μετά τη διδακτορική διατριβή του, συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Καλκούτας όπου ασχολήθηκε με τα σανσκριτικά και την ινδική φιλοσοφία. Από εκεί έφυγε και πήγε στην περιοχή των Ιμαλαΐων, όπου μέσα σε δυο χρόνια συγκέντρωσε υλικό για τους ashrams (θρησκευτικές κοινότητες ζωής και εργασίας ανύπαντρων, ένα είδος τάγματος) της Almora, Hardwar και Rishikesh, για τη διατριβή του η οποία δημοσιεύτηκε το 1936 στο Παρίσι με τίτλο «Essai sur les origines de la mystique indienne» («Δοκίμιο για την καταγωγή του ινδικού μυστικισμού»). To 1933 πήρε την έδρα της ινδικής φιλοσοφίας και της γενικής ιστορίας των θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Το 1938 ίδρυσε το περιοδικό «Zamolxis – Revue des etudes religieuses» από το οποίο κυκλοφόρησαν τρεις τόμοι. Το 1940 διορίστηκε πολιτιστικός ακόλουθος στη ρουμανική πρεσβεία του Λονδίνου και το επόμενο έτος στη Λισαβόνα, ως διπλωματικός ακόλουθος για πολιτιστικά θέματα. To 1945 εκλέχθηκε καθηγητής στην Ecole des Hautes Etudes, στο Παρίσι, και άρχισε να γράφει κυρίως στα γαλλικά. Έδωσε διαλέξεις σε θέματα θρησκευτικής ιστορίας στη Σορβόνη και σε άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Το 1957 ανέλαβε την έδρα Ιστορίας των Θρησκειών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Πέθανε στο Σικάγο των ΗΠΑ το 1986.
(Στο τέλος του κειμένου υπάρχει λίστα των μεταφρασμένων στα ελληνικά βιβλίων του Ελλιάντε από τo biblionet.gr)

———————————————————

  • Μιμούμενος τις υποδειγματικές πράξεις ενός θεού ή ενός μυθικού ήρωα, ή απλά εξιστορώντας τις περιπέτειες τους, ο άνθρωπος της αρχαϊκής κοινωνίας αποσπά τον εαυτό του από τον βέβηλο χρόνο και μαγικά ξανά μπαίνει στον Μεγάλο Χρόνο, τον ιερό χρόνο.
  • Η εμπειρία του Ιερού Χώρου καθιστά δυνατή την «ίδρυση του κόσμου»: όπου το ιερό εκδηλώνεται στο χώρο, το πραγματικό αποκαλύπτει τον εαυτό του,ο κόσμος έρχεται σε ύπαρξη.
  • Η μεγάλη κοσμική ψευδαίσθηση είναι μια ιεροφάνεια …. Κάποιος καταβροχθίζεται από τον Χρόνο, όχι επειδή ζει μέσα στον Χρόνο, αλλά επειδή πιστεύει στην πραγματικότητά του και επομένως ξεχνά ή περιφρονεί την αιωνιότητα.
  • Το ακατέργαστο προϊόν της φύσης, το βιομηχανικό προϊόν του ανθρώπου, αποκτούν την πραγματικότητά τους, την ταυτότητά τους, μόνο στο βαθμό που συμμετέχουν σε μια υπερβατική πραγματικότητα.
  • Ένα θρησκευτικό φαινόμενο θα αναγνωριστεί ως τέτοιο μόνο εάν συλληφθεί στο δικό του επίπεδο, δηλαδή αν μελετηθεί ως κάτι θρησκευτικό. Το να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την ουσία ενός τέτοιου φαινομένου με τα μέσα της φυσιολογίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, των οικονομικών, της γλωσσολογίας, της τέχνης ή οποιασδήποτε άλλης επιστήμης, είναι λάθος. Χάνει το μοναδικό και μη αναγώγιμο στοιχείο—το στοιχείο του ιερού.
  • Θα ήθελα να αναλύσω τη στάση των ιστορικιστών όλων των ειδών. . . όλων όσων πιστεύουν ότι κάποιος μπορεί να κατανοήσει τον πολιτισμό μόνο με τη ανάγωγη του σε κάτι χαμηλότερο (σεξουαλικότητα, οικονομία, ιστορία κλπ.) και να δείξω ότι αυτή είναι μια νευρωτική συμπεριφορά. Ο νευροπαθής απομυθοποιεί τη ζωή, τον πολιτισμό, την πνευματική ζωή. . . δεν μπορεί πλέον να κατανοήσει τη βαθιά έννοια των πραγμάτων, και κατά συνέπεια, δεν μπορεί πλέον να πιστέψει στην πραγματικότητά τους.
  • Δεν θέλω να είμαι μέτριος, αυτός είναι ο φόβος της ψυχής και του σώματός μου
  • Το εάν η θρησκεία είναι ανθρωπογενής είναι μια ερώτηση για τους φιλοσόφους ή τους θεολόγους. Αλλά οι μορφές είναι φτιαγμένες απο ανθρώπους. Είναι μια ανθρώπινη απάντηση σε κάτι. Ως ιστορικός των θρησκειών, ενδιαφέρομαι για αυτές τις εκφράσεις.
  • Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το ιερό, επειδή εκδηλώνεται, παρουσιάζεται ως κάτι εντελώς διαφορετικό από το βέβηλο. Για να χαρακτηρίσουμε την πράξη της εκδήλωσης του ιερού, έχουμε προτείνει τον όρο ιεροφάνεια. Είναι ένας κατάλληλος όρος, διότι δεν συνεπάγεται τίποτα περισσότερο. Δεν εκφράζει τίποτε άλλο από το υπονοούμενο στο ετυμολογικό του περιεχόμενο, δηλαδή ότι κάτι ιερό εμφανίζεται σε εμάς. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ιστορία των θρησκειών – από την πιο πρωτόγονη έως την πλέον ανεπτυγμένη – αποτελείται από μεγάλο αριθμό ιεροφανειών, από εκδηλώσεις ιερών πραγματικοτήτων. Από την πιο στοιχειώδη ιεροφάνεια – π.χ. εκδήλωση του ιερού σε κάποιο συνηθισμένο αντικείμενο, μια πέτρα ή ένα δέντρο – στην υπέρτατη ιεροφάνεια (η οποία, για έναν Χριστιανό, είναι η ενσάρκωση του Θεού στον Ιησού Χριστό) δεν υπάρχει λύση της συνέχειας. Σε κάθε περίπτωση βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ίδια μυστηριώδη πράξη – την εκδήλωση μιας εντελώς διαφορετικής τάξης, μιας πραγματικότητας που δεν ανήκει στον κόσμο μας, σε αντικείμενα που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του φυσικού μας «βέβηλου» κόσμου.
  • Σε όποιο βαθμό κι αν έχει εκκοσμικεύσει (αποιεροποιήσει) τον κόσμο, ο άνθρωπος που έχει κάνει την επιλογή του υπέρ μίας βέβηλης ζωής ποτέ δεν καταφέρνει να καταργήσει εντελώς τη θρησκευτική συμπεριφορά.
  • Εφ ‘όσον δεν έχετε κατανοήσει ότι πρέπει να πεθάνετε για να εξελιχτείτε, είστε ένας ταραγμένος επισκέπτης στη σκοτεινή γη.
  • Για εκείνους στους οποίους μια πέτρα αποκαλύπτεται ως ιερή, η άμεση πραγματικότητά τους μετασχηματίζεται σε υπερφυσική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, για όσους έχουν θρησκευτική εμπειρία, όλη η φύση είναι ικανή να αποκαλυφθεί ως κοσμική ιερότητα.
  • Μέσω της ανάγνωσης, ο σύγχρονος άνθρωπος καταφέρνει να αποκτήσει μια «απόδραση από το χρόνο» που είναι συγκρίσιμη με την «αποκάλυψη από το χρόνο» που επιτελείτε από τους μύθους …Η ανάγνωση τον προβάλλει εκτός του προσωπικού του χρόνου και τον ενσωματώνει σε άλλους ρυθμούς, τον κάνει να ζει σε μια άλλη «ιστορία».
  • Η ποίηση αναδιαμορφώνει και επιμηκύνει τη γλώσσα. Κάθε ποιητική γλώσσα ξεκινά με το να είναι μια μυστική γλώσσα, δηλαδή με τη δημιουργία ενός προσωπικού σύμπαντος, ενός εντελώς κλειστού κόσμου. Η καθαρότερη ποιητική πράξη φαίνεται να επαναδημιουργεί τη γλώσσα από μια εσωτερική εμπειρία που … αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων.
  • Είναι πάνω απ ‘όλα η αξιοποίηση του παρόντος που πρέπει να τονιστεί. Το απλό γεγονός της ύπαρξης, της διαβίωσης στο χρόνο, μπορεί να περιλαμβάνει μια θρησκευτική διάσταση. Αυτή η διάσταση δεν είναι πάντοτε προφανής, δεδομένου ότι η ιερότητα είναι κατά μια έννοια καμουφλαρισμένη στο άμεσο, στο «φυσικό» και στο καθημερινό. Η χαρά της ζωής που ανακαλύφθηκε από τους Έλληνες δεν είναι ένας βέβηλος τύπος απόλαυσης: αποκαλύπτει την ευδαιμονία του να υπάρχεις, να μοιράζεται – ακόμη και φαινομενικά – στον αυθορμητισμό της ζωής και την μεγαλοπρέπεια του κόσμου. Όπως και πολλοί άλλοι πριν και μετά από αυτούς, οι Έλληνες έμαθαν ότι ο πιο σίγουρος τρόπος για να ξεφύγουμε από το χρόνο είναι να εκμεταλλευτούμε τον πλούτο – εκ πρώτης όψεως αδύνατο να υποψιαστούμε- της ζωντανής στιγμής, της ζωής που ζούμε.
  • Η ιστορία των θρησκειών καταλήγει και έρχεται σε επαφή με αυτό που είναι ουσιαστικά ανθρώπινο: τη σχέση του ανθρώπου με τον ιερό. Η ιστορία των θρησκειών μπορεί να διαδραματίσει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην κρίση στην οποία ζούμε. Οι κρίσεις του σύγχρονου ανθρώπου είναι σε μεγάλο βαθμό θρησκευτικές, εφόσον αφυπνίζουν τη συνείδηση για την απουσία νοήματος.
  • Και αντιλαμβάνομαι πόσο άχρηστοι είναι οι θρήνοι και πόσο ανώφελη η μελαγχολία
  • Το Φως δεν προέρχεται από το φως, αλλά από το σκοτάδι.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2009)
Ο σαμανισμός και οι αρχαϊκές τεχνικές της έκστασης, Χατζηνικολή
(2004)
Η δεσποινίς Χριστίνα, Διώνη
(2003)
Το εσωτερικό φως, Αρμός
(2002)
Το ιερό και το βέβηλο, Αρσενίδης
(2001)
Ίζαμπελ και τα ύδατα του διαβόλου, Λαγουδέρα
(1999)
Δεκαεννέα τριαντάφυλλα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1999)
Κόσμος και ιστορία, Ελληνικά Γράμματα
(1999)
Πραγματεία πάνω στην ιστορία των θρησκειών, Χατζηνικολή
(1994)
Εικόνες και σύμβολα, Αρσενίδης
(1988)
Η νύχτα της Βεγγάλης, Αρσενίδης
(1988)
Στον ήσκιο ενός κρινολούλουδου, Χατζηνικολή
(1980)
Γιόγκα, Χατζηνικολή
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2001)
Αλχημεία, Αρχέτυπο
(1999)
Λεξικό των θρησκειών, Χατζηνικολή
Βιογραφικά στοιχεία και οι ελληνικές εκδόσεις προέρχονται από την http://www.biblionet.gr

Advertisements