Για ένα αφήγημα

Η στήλη μου Εν Ιορδάνη από το Περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

Με την αφήγηση οι άνθρωποι έχτισαν τον κόσμο τους. Αφηγούμενοι οι παραμυθάδες εδώ δίπλα στα νερά του Αιγαίου, μύθευσαν το χάος και χάραξαν την ιστορία, τυφλοί όπως ο Όμηρος για να μην τους ξεγελά το πρόσκαιρο και το πλάνο καθρέφτισμα στα μάτια της άγνοιας.

Και καθώς βάδισε ο λόγος τους σε χρόνους και καιρούς σκόνταψε κάπου εδώ στις αρχές το 21ου αιώνα.

story

Αφήγημα! Μια λέξη που στο στόμα ενός πολιτικού θα έπρεπε να είναι σαν το βατράχι που παλεύει να ξεφύγει από το στόμα της κακιάς μάγισσας, αυτή λέξη απέκτησε πολιτική έννοια και μπήκε στη ζωή μας νομίζω στην αρχή της κρίσης. Ήταν τότε  αν δεν κάνω λάθος που  ο Βενιζέλος  μπροστά στα κύματα των αγανακτισμένων και την αγονία των καθημερινών αληθινών  ανθρώπων δήλωνε ότι πρέπει να βρούμε ένα καινούργιο «αφήγημα».

Μετά ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Και εδώ πλέον τακτικά ακούμε την διατύπωση και την επαναδιατύπωση ενός νέου και μετά ενός ακόμα πιο νέου αφηγήματος.

Που διαρκεί μέρες μέχρι να παραστεί ανάγκη για το επόμενο. Η αριστερά δεν είχε εμπειρία από κυβερνήσεις. Έχει όμως και με το παραπάνω από φιλοσοφίες γιατί η παλαιότερη τουλάχιστον γενιά είχε την ξεχασμένη σήμερα από τους εξεκιουτιβς  συνήθεια να διαβάζουν , να συνομιλούν και να διαφωνούν πολύ και συνεχώς και μάλιστα –άκουσε πρωτογονισμό- όχι μέσω Skype αλλά πρόσωπο με πρόσωπο.

 

Ο μεταμοντερνισμός που ήταν «ο ακραίος σχετικισμός στις αξίες και στην επιστημονική μέθοδο και η απόρριψη της αντικειμενικότητας» όπως γράφει ο Μπαμπινιώτης, διετύπωσε την θεωρία ότι η πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά μόνον ως αφήγημα. Ένα αφήγημα που εσύ που ελέγχεις τα μέσα, αν το αρθρώσεις έξυπνα παραμορφώνοντας επιδέξια τις έννοιες σύμφωνα με τις επιθυμίες σου υποκαθιστάς την πραγματικότητα των άλλων.

Και αυτό προσπαθούν να κάνουν και το πετυχαίνουν.

 

Οι πρωτεργάτες, είχαν μελετήσει από τα μέσα του 20ου αιώνα την δύναμη του κοινωνικού φαντασιακού, δύναμη που όπως διατύπωσαν, αν κατευθυνθεί  από νέες σημασίες μπορεί να υπερβεί την υπάρχουσα θέσμιση της κοινωνίας και να δημιουργήσει και να κάνει αποδεκτούς νέους νόμους και θεσμούς.

Και για να το κάνουμε πιο λιανά αλλάζοντας σημασίες σε λέξεις  της καθημερινότητας του πολίτη, δίνοντας δηλαδή στο φαντασιακό του με το νέο «αφήγημα»  ένα όραμα μέλλοντος , μια ελκυστική εικόνα  για να βυθιστεί μέσα της και να ξεχάσει την καθημερινότητα , τον οδηγούν να βαδίζει με ελπίδα προς τη λαμπερή ουτοπία νομιμοποιώντας κάθε υποτίμηση που δέχεται στην πραγματική του παρούσα  καθημερινότητα.

 

Για να μην θεωρηθεί όμως εκ λάθους ότι τα ρίχνω όλα στη συμπαθή επαγγελματική τάξη των πολιτικών που αλίμονο και μακάρι αν μπορούσαν να γεννήσουν τόσο προχωρημένες ιδέες, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι τέτοιου είδους τεχνικές αναπτύχθηκαν μέσα από φιλόσοφους και στοχαστές της Εσπερίας και βρήκαν ευρύ πεδίο εφαρμογής σε κάθε πλευρά της καθημερινότητας των ορθολογικώς διαβιούντων που είναι πάντα σίγουροι ότι η πρόσθεση 1+1 μετά από ενδελεχή πίεση των κουμπιών κάποιου iotinanai  θα δώσει ως αποτέλεσμα 2 και τέρμα.

 

Όμως εμείς εδώ σφιχτοδεμένοι στο κρεβάτι του Προκρούστη με το πριόνι να τεμαχίζει τα όνειρα και το τρυπάνι να προσπαθεί να αφανίσει το βλέμμα,  το βλέμμα που περνά πάνω από την απόγνωση του θύτη και βλέπει το χθες , το σήμερα και το αύριο στο τώρα, σε αυτό που ήταν και είναι Ελλάδα.

Μια Ελλάδα που για τους Βρυξελιώτες είναι η Άπω Ανατολή της Ευρώπης. Δεν έχον ανοίξει χάρτη της ψυχής τους, δεν έχουν ακούσει για τις Κυκλάδες, περήφανα κήτη στο όριο των κόσμων, ανάμεσα στην Ευρώπη την Αφρική και  την Ασία, που ορίζουν  το  πέρασμα,την μετάβαση ανάμεσα στην ψυχρή καρτεσιανή λογική και στις μαγευτικές ομορφιές των αντικατοπτρισμών που προσφέρει η ακρογιάλια της Ανατολής.

 

Ο Ζαν Μαρί Ντρο, ένας αληθινός αφηγητής της γενιάς του Ομήρου, που αγάπησε και έζησε με πάθος το Αιγαίο μας διηγήθηκε τις αναμνήσεις του κουλού Οδυσσέα στο Πρώτο Πρωινό του Κόσμου.

 

«..Εγκαταλελειμμένη από τον Θησέα στη Νάξο , απαρηγόρητη, η Αριάδνη βρήκε καταφύγιο σένα καράβι. Ένα αμπέλι κατάφορτο από τα πιο όμορφα σταφύλια σκαρφάλωνε πάνω στα ξάρτια το καραβιού. Κρυμμένες κάτω από τα πορφυρά του πανιά , πολυάριθμες ορχήστρες πλημμύριζαν τον αέρα με τις μελωδίες τους, προσκαλώντας τον Διόνυσο και τους συντρόφους του σε κάποια ξέφρενη σαραμπάντα. Όχι μονάχα στεγνώσαν τα δάκρυα της θρηνούσας, αλλά υπάκουη στις λάγνες ιδιοτροπίες του επιβήτορα θεού που την πέταξε ημιλιπόθυμη πάνω σ ένα στρώμα από φύκια, η δραπέτισσα Κρητικιά άνοιξε την πόρτα της κρύπτης της και κανείς δεν ξανάκουσε να μιλούν πια  γι αυτήν (κάτι που, μεταξύ μας, είναι μια ακόμα απόδειξη της τέλειας ευτυχίας. Ή μήπως όχι;)…».

 

Προδοσία, απελπισία, φιλίες, μουσική και έρωτας απίστευτος γεννιούνται από τον ήλιο και τη θάλασσα χωρίς αιτία, χωρίς ορθολογικές διαδικασίες χωρίς ανησυχία για το παρόν και σχεδιασμό για το αύριο.

 

«… Η Ελλάδα μας μαθαίνει καλύτερα από κάθε άλλη χώρα να σκοτώνουμε τον χρόνο! Τι θα κάνουμε πράγματι με αυτές τις χιλιάδες μέρες που μα χωρίζουν από τον θάνατο μας; Τι δουλιές έχουμε, τι θα προετοιμάσουμε τι θα προγραμματίσουμε;

Από ένστικτο , επειδή το φως είναι ανελέητο και η διάθλαση του γίνεται ακόμα πιο έντονη πάνω στους άσπρους τοίχους, ο Έλληνας μαντεύει ότι δεν αξίζει και πολύ να χολοσκας!

Σίγουρα το ίδιο καλά με έναν έμπορο της Νέας Υόρκης ή του Λονδίνου ξέρει, για να έχει τη χαρά το παιχνιδιού, πώς να ξεγελάσει κάποιον. Όμως στην κρίσιμη στιγμή της διαπραγμάτευσης, ο Έλληνας αφήνει πάντα έναν φεγγίτη μισάνοιχτο στον γαλανό ουρανό. Μια σταγόνα ονειροπόλησης, μια ακρογιαλιά ελευθερίας.

 

Κοίτα τους τρεις γέροντες που κάθονται στη σκιά της λυγερόκορμης ελιάς στην πλατεία του χωριού μας. Κοίταξε τους καλά. Ανάμεσα στα δάχτυλα τους , με τις ώρες, παίζουν το κομπολόι τους, αυτό το παγανιστικό κομποσκοίνι. Δεν προσεύχονται βέβαια. Ακούν τον χρόνο που κυλά και, καθώς τον έχουν μετρήσει με την προσωπική τος κλεψύδρα που ρεγουλάρουν τον ρυθμό της, είναι περήφανοι γιατί την κατατρόπωσαν, έσβησαν με τα χέρια τους όλες τις σκοτεινές ζώνες, τις σκοτεινές εσοχές. Αν δεν τις αποφύγουμε θα εμφανιστούν ξανά οι χίμαιρες και η πομπή των άσκοπων ερωτήσεων.

 

Ακούγοντας προσεκτικά σου φαίνεται πως χρησιμοποιούν μια μικροσκοπική λεπίδα. Έπεσες διάνα.

Εκατό φορές, χίλιες φορές το χτύπημα επαναλαμβάνεται με την ίδια κρυστάλλινη καθαρότητα.

Τελείως ανέκφραστοι, μ’ αυτήν την επαναλαμβανόμενη κίνηση, οι τρεις γέροντες σκοτώνουν τον χρόνο. Ή μάλλον τον γελοιοποιούν , τον αφανίζουν, όπως σκοτώνουν μια οχιά με την αξίνα κόβοντας την σε τέσσερα- πέντε κομμάτια.».

Για να αφηγηθείς ιστορία ανθρώπων, ο χρόνος σου πρέπει να είναι παρούσα αιωνιότητα και ο τόπος σου πουθενά. Όπως έκανε και ο Όμηρος, όπως προσπάθησε φιλότιμα και πέτυχε ο συγχωρεμένος ο παππούς σου. Όλες οι άλλες «αφηγήσεις» αξίζουν όσο η οχιά. Πρόσεξε μόνο μην σε παρασύρουν οι Σειρήνες της ομορφιάς και της ανάγκης και μπλέξεις στα δίχτυα του χρόνου τους και γίνεις μέρος της αφήγησης τους και ξεχαστείς αφημένος στους χοιροβοσκούς της Κίρκης.

Who is Who

Ο Ιορδάνης Πουλκούρας είναι σύμβουλος έκδοσης του ΑΒΑΤΟΝ. Από τις εκδόσεις Αρχέτυπο κυκλοφορούν τα βιβλία του Ιεροδόμ: Από τον Μεσαιωνικό Τεκτονικό Μύθο στον Αρχαίο και Αποδεδεγμένο Σκωτικό Τύπο και Bleeding Angels: Η Απόκρυφη Παράδοση της Ευρώπης.