1196071023

Άνάγραμμα

Τό άνάγραμμά μου μπορεί νά είναι τό ψευδώνυμο τής αγάπης σου.
Αύτό δεν θά είχε σημασία παρά μόνο αν οί λέξεις έπαιρναν
τό σχήμα σου κάθε φορά πού μ’ άκουγες νά σέ φωνάζω άπό
μακριά κι έσύ άνταποκρινόσουν μ’ ένα «δέν ξέρω» πού μέσα
του έκρυβε τόν θάνατο αύτών πού γνωρίσαμε.

’Αγέλαστοι καί μέ κομμένη τήν άνάσα νοσταλγούμε τό
γέλιο, άπλώνουμε τά χέρια μας σ’ ό,τι δέν υπάρχει, στις
σκοτεινές αναταράζεις πού μάς άφησαν άφωνους καί άπορούμε
αν όσα άκούσαμε ήταν φωνή ή των ήχων μιά άπρόσμενη σύγχυση.

Ξεραμένα δέντρα πού κάποτε τά άπειλοΰσε ό άνεμος,
άηχες κραυγές αύτοδάπανες, άνερμάτιστα βλέμματα έρμαια
των ονείρων.

Ό άνεμος δέν θά περάσει, δέν θά μάς βρει, κι άν μείναμε
μόνοι είναι γιατί ζητήσαμε τό άλλο μας όνομα.

Αν μέ καλέσεις δέν θά ξέρω πιά ποιός είμαι.

***

Ώρες

Ώρες πού περίμενα ν’ αδειάσει τό σπίτι
Μ’ ένα ραβδί παραπλανημένου μάγου
Νά γίνει ένδιαίτημα ονείρων
Καί χώρος άκατοίκητος
’Απ’ τίς σκιές πού ρίχνουν τά πράγματα στους τοίχους
’Απ’ τίς φωνές πού άνασύρουν τά πεπραγμένα τής ημέρας
’Από τίς προσδοκίες έγκλεισμαύ όσων έδιάβηκαν τό κατώφλι

Ώρες πού διέσυραν τή μνήμη
Πού άπειλητικά τήν έσυραν έκεί πού έξαντλεΐται όπως κάτι χιλιοειπωμένο
Όπως ή οικειότητα άνάμεσα σέ παλιούς εραστές

Ώρες πού έβλεπα τό πρόσωπό σου σ’ έναν καθρέφτη

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτο”, Εκδόσεις Έρασμος, 2004, σελ 18 και 26.

Advertisements