Ο Φύλακας της πόλης

Από το Περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ- ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ

Υπήρξε μια αρχαία εποχή όπου ο χώρος ήταν απέραντος , οι διαστάσεις του απροσδιόριστες και η δυνατότητα να δεχθεί βήματα θνητού αμφισβητήσιμη.

Συνήθως ένας οιωνός ή μια προφητεία οδηγούσε μια ομάδα ανθρώπων σε ένα ορισμένο σημείο του. Εκεί ακολουθώντας μια συγκεκριμένη δοκιμασία και τελετουργία έπρεπε να ορίσουν το τόπο που αφου τους δεχοταν θα του ανήκαν και από εκεί και πέρα θα τους ανήκε.

Γιατί επιπλεον εκείνη την μακρινή εποχή κανείς άνθρωπος δεν είχε υπόσταση μόνος του. Αποκτούσε υπόσταση και ύπαρξη σε σχέση μόνο με την πόλη και τους συμπολίτες του. Γι αυτό η εξορία ήταν βαρύτερη ακόμα και από την θανατική καταδίκη, γι αυτό και ο ιδιώτης, λέξη που σήμαινε αυτόν που δεν ασχολείται με τα κοινά σημαίνει σήμερα τον βλάκα.

Πως όμως θα με ρωτήσετε αποκτούσε αρχικά υπόσταση ο τόπος για να μπορέσει να τους δεχτεί και να του αφιερωθούν;

Όλοι οι σύντροφοι ενώνονταν σε έναν κυκλικό σπειροειδή χορό και στο κέντρο του λαβύρινθου, εκεί που μυστηριωδώς συνέβαινε η ρήξη των επιπέδων και η ιεροφάνεια, εκεί έχτιζαν τον ιερό βωμό της πόλης. Εκεί ήταν η εστία με το ιερό αρχέγονο πυρ, ο ομφαλός και ο αποκαλυμμένος άξονας του κόσμου που επέτρεπε την επικοινωνία των κοσμικών επιπέδων και των κόσμων. Γύρω από αυτόν ανέπτυσσαν σε μορφή ομόκεντρων κύκλων ή λαβύρινθου τα ανάκτορα, τα σπίτια και τα τείχη της καινούργιας πόλης.

Ο χρόνος  άρχιζε να μετρά για όλους από τη δημιουργία του ιερού κέντρου.

Τον μετρούσαν είτε με τη διαδοχή των ιερών βασιλέων τους είτε απαριθμώντας τις εποχές και τα χρόνια από την ίδρυση του βωμού που σήμαινε την ίδρυση της πόλης. Και αυτά τα δύο σύμβολα όπως μας λέει και ο Μιρτσέα Ελιάντε ταυτίζονταν με την έννοια ότι το κέντρο δεν ήταν σταθερό αλλά υπήρχε όπου ο ιερός βασιλιάς το επανεγκαθιστούσε  με τις ανάλογες καθαγιαστικές τελετές  που κατά μια εκδοχή επαναλάμβαναν τους  κοσμογονικούς μύθους.

Κάποτε υπήρξαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι που όρισαν ίσως αυθαίρετα μια αρχή σε έναν χρονο που από τοτε μετρουν οριζοντας μαζι και αυτό που λεμε συνηθως ιστορία. Ήταν πρώτα ο λαός των Εβραίων και ακολούθησαν οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι. Αυτοί θεώρησαν ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν μια Παρασκευή πριν από 6000 χρόνια, πάνω- κάτω.

Τα πάντα έπρεπε να προσαρμοστούν σε αυτή την γραμμική πορεία της επινόησης τους. Έτσι η ιερή ανάμνηση έχασε κάθε σημασία και προσαρμόστηκε στον εκκοσμικευμένο χρόνο. Σε αυτή την χρονική μεζούρα καταμέτρησης ηλιακών κύκλων. Και πάνω σε αυτή την μακρινή γραμμή με τον Αδάμ, τον Αβραάμ και τα υπόλοιπα σόγια , σαν σε οικογενειακό άλμπουμ φωτογραφιών, οι άρχοντες του κόσμου κόλλησαν φωτογραφίες γεγονότων και αναμνήσεων που τους εξυπηρετούσε να υπάρχουν. Και αυτό είναι που ονομάστηκε ιστορία.

Ιστορία που καταγράφει κατακτήσεις, αυτοκρατορίες που κυριαρχούν και καταποντίζονται, πολιτισμούς που λάμπουν και λησμονούνται όταν κάτι λαμπρότερο πάρει τη θέση του στην μακριά απαρίθμηση του ιστορικού γίγνεσθαι. Για κάθε αυτοκρατορία φτάνει κάποτε η στιγμή της κατάρρευσης.

guard

Κάποιο σημαδιακό γεγονός φανερώνει την επικείμενη καταστροφή σε όσους μπορούν να το δουν. Ποιο να ήταν άραγε αυτό που σηματοδότησε στην εποχή μας; Η πτώση του τοίχους του Βερολίνου,  η κατάρρευση της Lehman Brothers ή η αυτοκτονία ενός συνταξιούχου φαρμακοποιού στην πλατεία Συντάγματος το 2012 που κανείς πια δεν θυμάται;

Και πριν κάποιος κήνσορας κραυγάσει Delenda est είναι σίγουρο πως ένας καινούργιος αυτοκράτορας θα παίρνει πόζες στον καθρέφτη για τη φωτογραφία που θα υποδεικνύει τη συνέχεια της ιστορίας και του χρόνου των ανθρώπων.

Τι συμβαίνει όμως με τις αρχαίες πόλεις που οικοδομήθηκαν σε τόπο και χρόνο ιερό και επιμένουν και υπάρχουν ακόμα έστω και θαμμένες κάτω από τσιμέντα και πολυκατοικίες;

Χωρίς ιερό βασιλιά, χωρίς βωμό και φλόγα στο άφαντο πια ιερό κέντρο;

Ο μύθος λέει ότι τουλάχιστον ένα πρόσωπο σε κάθε αρχαία πόλη παραμένει πάντα παρών, Φύλακας και Παρατηρητής της εκκοσμικευμένης ασημαντότητας.

Ο ιερός χρόνος έχει σταματήσει και μαζί του στο ακίνητο παρών ο Φύλακας υπομονετικά παρακολουθεί. Πίσω από τα μέγαρα και τα οικοδομήματα που συναγείρονται και καταρρέουν, πίσω από τις δυναστείες που με λαμπρότητα εγκαθιδρύονται και πνίγονται θαμμένες στη σκόνη της λησμονιάς, ο Φύλακας φροντίζει και συντηρεί τη μνήμη και την ύπαρξη του ιερού κέντρου. Αυτού που στην πραγματικότητα είναι η ίδια η υπόσταση της αόρατης από τα μάτια των θνητών αλλά αιώνιας Πόλης. Της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ, της Βαγδάτης και των Αθηνών.

Όλοι οι Φύλακες πάντα ασχολούνται με ένα επάγγελμα που τους δίνει την δυνατότητα να διαβιώνουν απαρατήρητοι ανακατεμένοι με ενεργούς ανθρώπους συμβάλλοντας στην διατήρηση μιας παράδοσης. Λένε πως ένας φύλακας κάποτε ήταν λιθοξόος και αγαλματοποιός, μερικούς αιώνες αργότερα χημικός και αλχημιστής, έμπορος στη βιομηχανική επανάσταση και από τον 20ο αιώνα και μετά παλαιοπώλης.

Κάθε δουλειά που επέλεγε του έδινε την δυνατότητα να συντηρεί μια κατοικία ή ένα εργαστήριο αρκετά μεγάλο ώστε να κρύβει την είσοδο στην υπόγεια πόλη. Εκεί μέσα στο δίκτυο των υπόγειων στοών ο προετοιμασμένος παρατηρητής μπορεί να δει ζωντανές σκηνές της αληθινής ιστορίας σε χρόνο παρόντα. Η θέαση, η εποπτεία  στην απόλυτη Μνήμη είναι το μαγικό μυστικό που καθαρίζει την εικόνα και υλοποιεί την ανάμνηση.

Όλοι οι φύλακες έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά.  Εμφανίζονται ως μεσήλικες στην αγορά κάποιο πρωινό και εντάσσονται αμέσως στον ρυθμό της πόλης. Η εικόνα τους είναι σε όλους οικεία αλλά κανείς δεν θυμάται ακριβώς πότε τους γνώρισε για πρώτη φορά. Έτσι κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια και πότε χάνονται, πότε έκλεισε αυτό το παλιατζίδικο στην γωνία της Ιπποκράτους  ή τι απέγινε ο πλανόδιος μπάρμπα Δημήτρης; Κανείς δεν θυμάται!

Μόνο κάποιο περίεργοι νεαροί παθιασμένοι με την τέχνη, τον έρωτα και το μυστήριο, παραδομένοι μέσα στα πάθη τους  ακούν κάποια στιγμή στα βάθη του ζαλισμένου από καπνό και αλκοόλ είναι τους τον ψίθυρο του άρρητου.

Προσπαθούν να εκφράσουν αυτό για το οποίο δεν υπάρχουν λέξεις με πράξεις υστερικής αυτοσχέδιας τελετουργίας.

«..που πέταξαν τα ρολόγια τους απ’ την ταράτσα για να ρίξουν ψήφο υπέρ της

Αιωνιότητας, έξω απ’ τον Χρόνο, και ξυπνητήρια έπεφταν

κάθε μέρα στα κεφάλια τους για την επόμενη δεκαετία..».

Κάπως έτσι τα έλεγε ο Γκίνσμπεργκ για  αυτούς τους λίγους, «τα καλύτερα μυαλά» της δικής του γενιάς, βυθισμένα στη Τζαζ, το Ζεν, τον Πλωτίνο, τον Πόου και τον Άγιο Ιωάννη τού Σταυρού  που  τελικά

 «τα παράτησαν και αναγκάστηκαν να ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες

όπου ένιωθαν πως γερνούν και κλαίγανε,

που κάηκαν ζωντανοί με τα αθώα φανελένια τους κοστούμια

στη Λεωφόρο Μάντισον μέσα σε εκρήξεις μολυβένιας ποίησης

και τον φουλαριστό κρότο των μελαγχολικών ορδών της

μόδας …..».

Ο γέρο Φύλακας συνέχισε να παρατηρεί. Οι αρχαίες πεντατονικές κλίμακες αναγεννήθηκαν μέσα στη μουσική του 20ου αιώνα από μυαλά ανοιχτά που άκουσαν αυτό που αδυνατούσε να αντιληφθεί θνητό αυτί για αιώνες.

Πόσος καιρός είχε περάσει; Πότε άραγε οι άνθρωποι θα ακούσουν όλο ότι έχει ξεχαστεί; Πότε θα υπάρξει στόμα να εκφράσει το άρρητο;

Ο Φύλακας δεν βιάζεται.

Ο Χρόνος έχει υπομονή…

Advertisements