andré-breton-1930

Ξέρω πως όσο ζω πάντα θα υπάρχει ένα νησί μακριά
Andre Breton

28 Σεμπτεμβρίου 1966: Φεύγει στα εβδομήντα του χρόνια, ο χρυσοθήρας στου “καιρού το χρυσάφι”, ο συλλέκτης μιας αιωρούμενης στην ατμόσφαιρα της avant garde, -στην ατμόσφαιρα της, μα πολύ πιο πέρα αυτής-, μορφή έκφρασης. O ποιητής, ο δοκιμιογράφος, ο πεζογράφος, ο επαναστάτης, μα πάνω απ’ όλα, ο θεωρητικός κι εκφραστής του υπερρεαλιστικού κινήματος, ο Andre Breton.

Πολλά έχουν γραφτεί κι έχουν ειπωθεί -καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα- για τον Breton, αλλά το ποιός ήταν πραγματικά ο Breton, μόνο στο έργο του μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι όπως θα γράψει στο αυτοβιογραφικού χαρακτήρα αριστούργημά του “NADJA”: “ Όσο για μένα, θα συνεχίσω να κατοικώ στη γυάλινή μου κατοικία, όπου μπόρει να με δεί κάθε ώρα όποιος με επισκέπτεται, όπου ό,τι κρεμιέται απ’ τα ταβάνια και στους τοίχους στέκεται ως δια μαγείας, όπου ξεκουράζομαι τη νύχτα πάνω σ’ ένα κρεβάτι γυάλινο με γυάλινα σεντόνια, όπου αυτός που είμαι θα φαντάζω στα μάτια μου πως είμαι χαραγμένος με διαμάντι”(1). Κι έτσι ακριβώς έζησε ο Andre Breton, μες στη γυάλινη καθαρότητα της υποκειμενοποίησης της αντικειμενικότητας και της αντικειμενοποίησης της υποκειμενικότητας, μες στις αντιφάσεις και τις αναθεωρήσεις του, τις διενέξεις και τα βίαια ξεσπάσματά του, μα πάνω απ’ όλα έζησε στην αναζήτηση, στην αναζήτηση του θαυμαστού και του μεγαλειώδους.

“Η έρημος είναι ψεύτικη. Οι σκιές που σκάβω κάνουν τα χρώματα να εμφανίζονται σαν τόσα πολλά άχρηστα μυστικά” (2) θα γράψει μαζί με τον Eluard στην “ΑΜΩΜΟΣ ΣΥΛΛΗΨΙΣ”, ένα πειραματικό έργο τ’ οποίο εκθέτει το “λανθάνον περιεχόμενο” του υπερρεαλιστικού ονείρου. Η προσπάθεια του Breton να δώσει γλώσσα και λόγο στο παράλογο, θα είναι συνεχής και αδιάλειπτη. Θα ζητήσει από τον κάθε φυσιολογικό άνθρωπο, να πάρει στα χέρια το passe-partout για τους καταδικασμένους χώρους του ανθρώπινου νου, τους χώρους δηλαδή στους οποίους ριζωμένη βρίσκεται η αντισυμβατική παιδικότητα μιας ακαθόριστης προσομοίωσής μας, ένα alter ego εντός του καθενός το “εγώ”, ξεχωριστά. Η αντανάκλασή μας μες στον καθρέφτη του ασύνειδου παράγοντα, το είδωλο που ζώντας απελευθερωμένο από τα δικά μας δεσμά, κάνει τις ίδιες με μας κινήσεις, την ίδια με μας στιγμή, μόνο που σαν γνήσιο είδωλο καθρέφτη, τις κάνει απ’ την ανάποδη-μπαίνεις εσύ φυλακή; Απελευθερώνεται εκείνο. “Ποιός μηχανισμός συναγερμού θα λειτουργήσει ποτέ για να κάνει ν’ ακουστεί η φωνή του παραλόγου, αν μιλώ τη γλώσσα που μου ‘χουν μάθει, και να υποστηρίξει ότι το αύριο θα είναι άλλο, ότι είναι μυστηριωδώς, τελείως αποκομμένο από το χθές;” (3) θα αναρωτηθεί στο βιβλίο του “Ο ΤΡΕΛΟΣ ΕΡΩΣ”.

Είναι ευρέως γνωστό πως τον καιρό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Breton υπηρέτησε σε ψυχιατρική κλινική ως δόκιμος σπουδαστής της ψυχιατρικής, κι εκεί ήταν που μπόρεσε να παρατηρήσει την άλογη ομιλία των ψυχικά ασθενών, κάτι που σε συνδυασμό με τις αναλύσεις του Freud για την σημασία των ονείρων και την ποίηση του Lautreamont, θα τον βοηθούσαν να συλλάβει αυτό που μια ζωή σα σκιά τον ακολουθούσε, σα σκιά το έσκαβε, κι εν τέλει, απ’ τη σκιά ξέθαψε το υπερρεαλιστικό φως. Στη διάλεξή του στις Βρυξέλλες την 1η Ιουνίου του ‘34, με τίτλο “ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ;”, θα τονίσει πως: “Από το 1930 μέχρι σήμερα, η ιστορία του σουρεαλισμού είναι μια ιστορία επιτυχημένων προσπαθειών για την επιστροφή του γίγνεσθαι, με την αφαίρεση απ’ αυτόν κάθε ίχνους πολιτικού ή καλλιτεχνικού καιροσκοπισμού” (4). Στην ακριβή οριοθέτηση του γίγνεσθαι, έγκειται και το υπερρεαλιστικό φως. Αυτός είναι ο στόχος κι η επιταγή του υπερρεαλιστικού κινήματος κι εδώ δεν χωρά ουδεμία οπορτουνίστικη διάθεση και προδιάθεση. Όχι δηλαδή πως χωρά πουθενά ο οπορτουνισμός, αλλά ειδικά στην πολεμική πρακτική μας για την υπεράσπιση του γίγνεσθαι, οφείλουμε να είμαστε ακλόνητοι στις θέσεις μας. Το γίγνεσθαι λοιπόν, μακριά από νομενκλατούρες κι από ένα ευ ζην που επικίνδυνα ακροβατεί στο κενό. Η αναζήτηση του γίγνεσθαι, δε μπορεί παρά να είναι η ταυτόχρονη αναζήτηση του πνεύματος μη αποκομμένο από την ύλη. Ο ιδεαλισμός θα συναντήσει στο πρόσωπο του Breton τον ιστορικό υλισμό.

Ο Marx, συναντά τον Hegel και τον Nietzche. “Ο σουρρεαλισμός δεν είναι κανένα καινούργιο ή ευκολότερο μέσο έκφρασης, ούτε κάποια μεταφυσική της ποίησης. Είναι ένα μέσο για την ολοκληρωτική απελευθέρωση του πνεύματος και όλων όσων του μοιάζουν”, (5) θα γράψει στο πρώτο μανιφέστο του υπερρεαλισμού, με τόνο που δεν χωρά παρερμηνείες. Αυτό όμως, δε θα απαγορεύσει στον Breton ν’ αντιληφθεί πολύ γρήγορα, πως όσον αφορά στην επανάσταση του προλεταριάτου (εργατικής τάξης), προείχε η εξασφάλιση του αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου των εργατών και του καθενός μέλους σ’ αυτό που ονομάζεται προλεταριάτο και πως η αναζήτηση του πνεύματος, για να φτάσει ν’ απασχολήσει τον εργάτη, μόνο μετά την επικράτηση της προλεταριακής επανάστασης θα μπορούσε να επιτευχθεί. Αυτό ακριβώς το σκεπτικό σε συνδυασμό με το ν’ αποκτήσει μια πολιτική χροιά κι υπόσταση ο υπερρεαλισμός, ήταν που έσπρωξε τον Breton και κάποιους από τους συντρόφους του, να ενταχθούν στο μόνο κόμμα που στη δεδομένη ιστορική συγκυρία στην οποία έζησε κι έδρασε ο Breton, έμοιαζε να μπορεί ν’ αφουγκραστεί τις επαναστατικές διαθέσεις τους, δηλαδή, το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτή του η επιλογή βέβαια, έφερε μια σύγκρουση που σύντομα μετατράπηκε σε σχίσμα στους κόλπους των υπερρεαλιστών, με αποτέλεσμα τη διαγραφή από το κίνημα σπουδαίων δημιουργών του. Κι ο Breton όμως, σύντομα θα αναθεωρήσει την άποψη περί προσεγγίσεως με το Κομμουνιστικό Κόμμα, όταν του ζητήθηκε να εγκαταλείψει τις υπερρεαλιστικές του δραστηριότητες οι οποίες -κατ’ εκείνους- δεν ήταν συμβατές με τον τρόπο με τον οποίο το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιμετώπιζε τόσο το θέμα επανάσταση, όσο και το θέμα τέχνη. Αυτό φυσικά ήταν κάτι το οποίο δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει ποτέ αποδεκτό από τον Breton και φάνταζε το λιγότερο ιλαρό στον νου του εν αντιθέσει, -όπως αποδείχτηκε μετέπειτα-, με τους δύο φίλους και συντρόφους του, Aragon-Eluard. Παρόλα αυτά, με την επιμονή και την προσήλωση του Breton στο ιδανικό της επανάστασης και την ανατροπή του δεδομένου, ο υπερρεαλισμός, κατάφερε να μετουσιωθεί σε πολιτικό κίνημα κι αυτή ακριβώς είναι η διαφοροποίηση του μ’ άλλα καλλιτεχνικά πρωτοποριακά ρεύματα κι αυτός είναι και ο λόγος που σε πείσμα των πολλών ληξιαρχικών πράξεων θανάτου του, αυτός συνεχίζει να ζει και να εμπνέει.

Ο επαναστάτης, ο ποιητής, ο προφήτης…

O Breton, δε θα μπορούσε ποτέ να σταθεί δίπλα στον εργάτη λιβανίζοντας πως η παραγωγική διαδικασία είναι αυτή που απελευθερώνει είτε περάσει στα χέρια της εργατικής τάξης, είτε παραμείνει στα χέρια των οικονομικών trust. Kαι πάλι από την “NADJA” διαβάζουμε τα εξής: “Είμαι υποχρεωμένος να δεχθώ την ιδέα της εργασίας σαν υλική αναγκαιότητα, απ’ αυτή την άποψη είμαι ένθερμος υποστηρικτής του καλύτερου, του δικαιότερου καταμερισμού της. Αν υποθέσουμε ότι οι άχαρες υποχρεώσεις της ζωής μου το επιβάλλουν, έστω, αν όμως μου ζητήσουν να πιστέψω στην εργασία, να δείξω σεβασμό για τη δική μου ή των άλλων, ποτέ. Προτιμώ, ακόμα μια φορά, να περπατώ μέσα στη νύχτα, παρά να πιστέψω πως είμαι αυτός που περπατάει στο φως. Δεν ωφελεί σε τίποτα να ‘σαι ζωντανός, την ώρα που δουλεύεις”.

Εργασία=μισθωτή σκλαβιά. Μια κοινωνία εξελιγμένων σκλάβων σε μια εικόνα ψηφιδωτού υπερκαταναλωτισμού. Μια κοινωνία εξελιγμένων σκλάβων που διοχετεύει την όποια ενεργητικότητά της προς χάριν ενός κίβδηλου φωτός και τρομάζει στην ιδέα μιας αληθινής νύχτας, γιατί, την έμαθαν να φοβάται τους βρικόλακες του μύθου και να μην μπορεί να διακρίνει του βρικόλακες της άμεσης πραγματικότητάς της. Ο άκρατος υλισμός κι ο υπερκαταναλωτισμός, τα τυράκια στη φάκα για μια εργατική τάξη που ούτε στο ελάχιστο μπορεί να γευτεί τ’ όποιο καλό έχουν αυτά να της προσφέρουν όσο αίμα και ιδρώτα και να προσφέρει στο μολώχ του μεγαλοϊδεατού κερδοσκοπισμού των μπουρζουάδων. Πόσο πιο επίκαιρος θα μπορούσε να ‘ταν ο Breton μετά από αυτές τις γραμμές οι οποίες γράφτηκαν σχεδόν έναν αιώνα πριν;

Στο συγκεκριμένο αυτό σημείο ενός βιβλίου-ύμνου, στο αντικειμενικό τυχαίο, είναι που συναντώνται οι τρείς απ’ τις πολλές οντότητες στο πολυδιάστατο “είναι” του Breton. Ο επαναστάτης συναντά τον ποιητή, κι οι δύο μαζί, καθοδηγούμενοι από τον λεκτικό χάρτη του Arthur Rimbaud, (ο ποιητής πρέπει να είναι προφήτης), τον προφήτη. Το τι ήταν η επανάσταση για τον Breton, πάνω-κάτω το ανέφερα ήδη. Το τι ήταν η ποίηση γι’ αυτόν, μας το διευκρινίζει αναφερόμενος στην πρώτη του συνάντηση με τον Ρaul Vallery, λέγοντάς, ποιά απάντηση έδωσε στον μεγάλο Γάλλο ποιητή, όταν τον ρώτησε για ποιόν λόγο ήθελε να αφιερωθεί στην ποίηση: “Η μόνη μου επιθυμία, του είπα, είναι να δώσω (στον εαυτό μου;) καταστάσεις ισοδύναμες με εκείνες που μου προκάλεσαν ορισμένα ποιητικά ρεύματα”(6).

Θα πρέπει να σταθούμε στο ερωτηματικό που ο Breton βάζει δίπλα στις λέξεις εαυτό μου. Δείχνει με αυτή του την απορία, πόσο καλά γνωρίζει ότι η ποίηση ξεκινά ως μια εσώτερη ανάγκη να εκφραστεί ο εσώτερος κόσμος του δημιουργού, μα ταυτόχρονα γνωρίζει πως ο ίδιος, σαν γόνιμο χωράφι, έχει γονιμοποιήσει και χαρίσει τους άφθαρτους καρπούς του στον εξώτερο κόσμο, κάτι τ’ οποίο καταδεικνύει πως Breton, ανήκε στα μεγάλα αυτά πνεύματα-καταλύτες της παγκόσμιας ποίησης, (πόσο τυχαία θεωρείτε την αναφορά του Ελύτη στο Breton ως ένας από τους τρείς προσωπικούς του σοφούς;). Στη γνώση και την αυτογνωσία αυτή του Breton, ελλόχευαν πάντα οι κίνδυνοι να μετουσιωθούν σε ρεμβισιονιστικές τάσεις, σε σατραπισμό μιας κι αδιαμφισβήτητα είχε την πρωτοκαθεδρία -δεν γινόταν κι αλλιώς-, εντός του υπερρεαλιστικού κινήματος, κάτι που θα έπρεπε ν’ αποφεύγει στην κάθε ώρα και στην κάθε στιγμή της γεμάτης από πνευματικές προκλήσεις και ηδονές, ζωής του.

Εδώ, στο σημείο αυτό, θα αναφερθώ σ’ αυτούς τους κυρίους κατασκευαστές πλαισίων που αρέσκονται στο να δίνουν τίτλους μιας κάποιας “τιμής” η οποία, υποτίθεται, εκφράζει την μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη στον οποίο αναφέρονται, ενώ στην πραγματικότητα, απλώς και μόνο, κάνουν επίδειξη γνώσεων και στο τέλος αυτή καταντά ένας επαίσχυντος μιμητισμός. Μιλάω βέβαια για όλους αυτούς τους θεωρητικούς και καθηγητάδες της τέχνης, που στην περίπτωση του Breton, όταν τον ονομάτισαν “πατέρα του υπερρεαλισμού”, όχι μόνο δεν του προσέδωσαν τίτλο τιμής, μα έκαναν κι επίδειξη της αμάθειάς τους. Αποκαλώντας κάποιος τον Breton έτσι, μ’ αυτόν τον επιθετικό προσδιορισμό, αγνοεί παντελώς και τον χαρακτήρα του και το ότι ο υπερρεαλισμός, προϋπήρχε αυτού και πως αυτός, απλά συνέλλεξε τα διασκορπισμένα του κομμάτια και τα ένωσε δίνοντάς τους λόγο-μορφή-οντότητα, όπως ακριβώς κάνει ένα παιδί σε κομμάτια πλαστελίνης (χωρίς τον λόγο φυσικά).

Στο τελευταίο κεφάλαιο της βιογραφίας του Breton που έγραψε ο Αλεξαντριάν, και πιο συγκεκριμένα, στο τελευταίο κεφάλαιο με τον εύστροφο τίτλο “ο αντιπατέρας”, διαβάζουμε τα εξής: “ Όταν μιλούν για τον Andre Breton, αναφέρονται πρώτα από όλα στον ιδρυτή του υπερρεαλισμού, στον άνθρωπο που εμφύσησε τις αυστηρές αρχές του σε μια κοινότητα από ποιητές και καλλιτέχνες. Όσο δικαιολογημένη κι αν είναι μια τέτοια κρίση, κινδυνεύει να μας παρασύρει σε ανακρίβειες για τον άνθρωπο και το έργο του. Μ’ αυτόν τον τρόπο εξομοιώνουμε τον υπερρεαλισμό με μια λογοτεχνική σχολή -ενώ υπάρχει ένα ποιητικό κόμμα- και τον Breton μ’ έναν απλό πρωτοποριακό αρχηγό -ενώ αντιπροσωπεύει τον τύπο του συγγραφέα που αναζητούν, και σπάνια βρίσκουν, οι νεαροί επαναστατημένοι διανοούμενοι: τον αντιπατέρα”.


Επίμετρο:

28 Σεμπτεμβρίου 2016: Πενήντα χρόνια μετά το “αντίο” του Breton προς ημάς, το σπέρμα που εκείνος εμφύτευσε στη μήτρα της τέχνης και της πολιτική σκέψης διαμέσου της ανορθόδοξης ορθότητας, ο υπερρεαλισμός, συνεχίζει να λειτουργεί ως ένας ζωντανός και μεταβαλλόμενος, οργανισμός. Από την Ελλάδα έως την Κύπρο, από την Τσεχία έως την Μ. Βρετανία -και φυσικά την Γαλλία-,από την Λατινική Αμερική έως τις Η.Π.Α., καλλιτέχνες, ανήσυχα πνεύματα, πατούν πάνω στα δικά του χνάρια. Όσο για τους επικριτές του υπερρεαλισμού, καθώς και τους ληξιαρχικούς υπαλλήλους -ταριχευτές- του αόρατου πτώματός του, που δηλώνουν με στόμφο, πως δεν υφίσταται η αναγκαιότητα μιας υπερπραγματικότητας, ή αυτή δεν μπορεί να υφίσταται απ’ την στιγμή που ο Breton δεν είναι εδώ, η τελευταία κουβέντα δε μπορεί παρά ν’ ανήκει και πάλι σε ‘κείνον: “Πιστεύω στη μελλοντική συγχώνευση αυτών των δυο φαινομενικά αντιφατικών καταστάσεων, του ονείρου και της πραγματικότητας, σ’ ένα είδος υπερπραγματικότητας, αν μπορώ να την ονομάσω έτσι. Περιμένω τον ερχομό της, βέβαιος ότι ποτέ δεν θα τη ζήσω αλλά πολύ αδιάφορος για το θάνατό μου ώστε να μη δοκιμάσω, τουλάχιστον σε ελάχιστο βαθμό τις χαρές μιας τέτοιας κατάκτησης”. (7)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

(1) Από το βιβλίο NADJA/ΝΑΝΤΙΑ, μτφρ-Στ. Ν. Κουμανούδη, εκδ. ΥΨΙΛΟΝ
(2) Από το βιβλίο ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, μτφρ-Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδ. Ε. ΤΥΠΟΣ
(3) Από το βιβλίο Ο ΤΡΕΛΟΣ ΕΡΩΣ, μτφρ-Στ. Ν. Κουμανούδη, εκδ. ΥΨΙΛΟΝ
(4) Από το βιβλίο ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, μτφρ-Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδ. Ε. ΤΥΠΟΣ
(5) Από το βιβλίο ΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ, μτφρ-Ελένη Μοσχονά, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ
(6) Από το βιβλίο ΑΛΕΞΑΝΤΡΙΑΝ-ΜΠΡΕΤΟΝ, μτφρ-Ελένη Στεφανάκη, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ
(7) Από το βιβλίο ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, μτφρ-Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδ. Ε. ΤΥΠΟΣ

Αναδημοσίευση απο το:

https://fteraxinasmag.wordpress.com/2016/08/28/andre-breton-%CF%84%CE%BF-%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%86%CF%84/

Advertisements