Από τη Σκουφά ως τον Ευαγγελισμό

(Μια Χριστουγεννιάτική ιστορία της Άγγυ Βλαβιανού)

 

  Τό ΄ξερε πως την είχανε για λίγο αλλιώτικη –και καμιά φορά θύμωνε γι’ αυτό, έξαλλη γινόταν και τότε ούρλιαζε κι έσπαγε πράγματα, κομμάτια και θρύψαλλα, και κυλιόταν χάμω και χτύπαγε κι έγδερνε όποιον την πλησίαζε κι έκλαιγε και δεν τους ξαναμίλαγε- αλλά μήπως αλλιώτικος δεν είναι κάθε άνθρωπος; Κι αν ήταν αυτή αλλιώτικη, τότε όλοι οι άλλοι νομίζουν ότι είναι ίδιοι, αλλά τότε γιατί κορδώνονται και καμώνονται πως ο καθένας τους είναι ένας και μοναδικός, ο-ε-αυ-τός-του;

Παρίστανε πως κοιμόταν ακόμη, μέχρι που άκουσε την εξώπορτα να κλείνει και μετά ούτε κιχ. Ούτε το κλειδί είχε γυρίσει δυο φορές ούτε βήματα ούτε φωνή μέσα στο σπίτι. Μάντεψε μια θαυμάσια λιακάδα να έρχεται μέσα από τα παντζούρια του σαλονιού και πετάχτηκε από το κρεβάτι.

Να προλάβει.

athinaΠΗΓΗ φωτογραφίας: Eurokinissi από  http://www.paraskhnio.gr/

Όταν βγήκε στο δρόμο, όλα λάμπανε, μα κυρίως αυτή! Είχε φορέσει την πιο καλή της νυχτικιά, φούξια και γυαλιστερή, πραγματική τουαλέτα για γιορτή και για χορό. Κι από πάνω τη βιζόν τη μακριά την ξανθιά, της μητέρας που ταξίδευε από καιρό σε μέρη μακρινά κι ονειρεμένα. Και τις παντόφλες τις τυρκουάζ με τις πέρλες κεντημένες. Είχε βουρτσίσει τα φλογερά μαλλιά της καλά, να κάνουν μπούκλες απαλές γύρω από τον λαιμό της. Στις ομορφιές της ήταν και στα κέφια της τα μεγάλα και δεν την πείραζε πολύ που δεν είχε βρει κραγιόν να βάλει, όταν βγαίνει άλλωστε μια πραγματική κυρία πριν το μεσημέρι πρέπει να έχει φυσική ομορφιά, μόνο το βράδυ να φορά διαμάντια και μαργαριτάρια για να κλέβει τη λάμψη των άστρων και της σελήνης.

Ανηφόριζε αργά εκείνον το μαγικό δρόμο που θυμόταν από παιδί, τόσο όμορφα στολισμένο με μπιχλιμπίδια στις βιτρίνες και μουσικές χαρούμενες και γοητευτικές και θαύμαζε που οι συνωστισμένοι άνθρωποι τραβιόνταν σαν την αντίκριζαν να πλησιάζει. Όπως τα νερά που ανοίγονταν μπροστά στη σηκωμένη ράβδο του Μωυσή, την έβλεπαν να έρχεται πανέμορφη κι ακτινοβόλα και έσκυβαν το κεφάλι τους, έστρεφαν το βλέμμα τους αλλού θαμπωμένοι, κολλούσαν την πλάτη τους στον τοίχο, βιάζονταν να προχωρήσουν μην τυχόν και τους προλάβει και βαδίσει πλάι τους, σκιαγμένοι μην τυχόν και υποχρεωθούν να συγκριθούν με την υπέροχη παρουσία της.

Σε μια βιτρίνα πάνω είδε τη φιγούρα της και τη θαύμασε –πόσο όμορφη ήταν σε μια τόσο όμορφη μέρα!- κι ας τη φούσκωναν μερικά κιλά, ας όψονται τα χάπια που της έδιναν τόσα χρόνια όσοι το είχαν για κακό που ήταν λίγο αλλιώτικη.

Αχ, να και κάτι καινούργιο στην άκρη της πολύβουης και κοσμικής πλατείας, εκεί που άλλοτε έβρισκε τις φιλενάδες της! Ένα δάσος – έλατα, ολόδροσα, στητά και μυρωδάτα! Τι θαύμα κι αυτό! Στάθηκε να απολαύσει χαϊδεύοντας τα φυλλώματα που τσιμπούσαν ανάλαφρα κι ο νους της πλημμύρισε από γιρλάντες και φωτάκια στο σαλόνι του σπιτιού της που χρόνια τώρα έμενε κατασκότεινο και σιωπηλό, κούκλες με δαντελένια φορέματα ανάμεσα σε μπάλες κόκκινες και χρυσές, έναν μικρό τυμπανιστή που τον κούρδιζε για να συνοδεύει το λίκνισμά της καβάλα στο ξύλινο αλογάκι της, το σύννεφο της άχνης πάνω από τα γλυκά που σηκωνόταν πάνω από το πελώριο τραπέζι σαν χιονοθύελλα κι έπεφτε έπειτα απαλά και με το δάχτυλό της να ζωγραφίζει πάνω στο ζαχαρένιο χιόνι καρδούλες, τον ήλιο, το φεγγάρι και το άστρο των Χριστουγέννων. «Αχ, Μαράκι, ζαβολιές πάλι κάνεις!» έλεγε η μητέρα.

Ένα χεράκι γλίστρησε μέσα στο δικό της κι εκείνη γύρισε να δει. Ένα αγοράκι, της χαμογελούσε, του λείπανε τα δυο πάνω δόντια, βρώμικο κάπως, άνιφτο κι αχτένιστο, σκαστό μάλλον κι αυτό από-ποιος-ξέρει-πού, ξυπόλητο. Με το ένα χέρι του μέσα στο δικό της, χάιδευε με το άλλο τις βελόνες των δέντρων και σιγοτραγουδούσε. Του χαμογέλασε. Στάθηκαν έτσι καμπόσο μαζί.

Τραβώντας την από το χέρι το αγοράκι την έκανε να ξεκινήσει ακολουθώντας το.

Πού τώρα; Για πού; Βόλτα, έτσι κι αλλιώς.

Για ώρες. Δίχως να μιλούν. Δεν της χρειαζόταν να μιλά μεθυσμένη από τέτοια ευτυχία. Κάπου κάπου άκουγε το αγοράκι να σιγοτραγουδά. Χέρι μέσα στο χέρι. Οι φωταγωγημένοι δρόμοι άνοιγαν πάντα στο πέρασμά τους, με προσοχή και σεβασμό, τα αυτοκίνητα σταματούσαν μονομιάς, οι κομψοί διαβάτες βιάζονταν ακόμη και μια μέρα γιορτής, ειδικά μόλις ο ήλιος πήρε να γέρνει, οι θαμώνες στα κατάμεστα καφέ και στα εστιατόρια γούρλωναν έκπληκτοι τα μάτια τους κι έπειτα κοίταζαν τα φλιτζάνια και τα πιάτα τους ή ψάχνοντας τον σερβιτόρο. Λογικό: δεν αντέχει κανείς να έρχεται αντιμέτωπος με τόση ευτυχία.

Ήταν μεγάλη τύχη που κουράστηκαν κι οι δυο μαζί, και δεν χρειάστηκε λοιπόν να διαφωνήσουν, κι ακόμη μεγαλύτερη που είδαν αμέσως μπροστά τους έναν πανέμορφο κήπο, πυκνό και φωτισμένο όσο έπρεπε για να μην παραπατήσουν. Κούρνιασαν ανάμεσα στους θάμνους, τύλιξε το αγοράκι μέσα στη βιζόν της μητέρας και το έσφιξε στην αγκαλιά της. Σειρήνες ακούστηκαν από μακριά, σαν τότε που την είχαν πάρει από το σπίτι, αλλά δε νοιάστηκε. Ήταν όμορφα μέσα σ’ αυτή τη μικρή σπηλιά από πρασινάδες και κλαδιά, με το αγοράκι της στην αγκαλιά της, κι οι δυο τους ζεστοί από αγάπη μέσα σ’ αυτή την όμορφη, τη γαλήνια νύχτα. Κι όταν άκουσε την ανάσα του παιδιού να γίνεται όλο και πιο αργή και πιο βαθιά, έγειρε το κεφάλι της και σκέπασε με τα κόκκινα μαλλιά της το κεφαλάκι του. Το βουητό των δρόμων όλο και χανόταν. Αύριο ο Χρίστος της γιόρταζε, ένα κύμα φούσκωσε στην καρδιά της και τα μάτια της ξεχείλισαν. Τον έσφιξε λίγο παραπάνω και φίλησε τα ιδρωμένα μαλλάκια του.

 

Ένιωσε χέρια να τη σφίγγουν από παντού και βαριές ανάσες γύρω της. Πετάχτηκε αλαφιασμένη. Μέσα στο σκοτάδι κάποιος έπαιρνε το παιδί από την αγκαλιά της και κάποιος την τραβούσε κι από τα δύο της χέρια.

«Μη φοβάσαι, σε βρήκαμε τώρα».

Γιατί να τη βρουν; Δεν είχε χαθεί. Ούτε φοβόταν.

Δε μίλησε, δεν αντιστάθηκε. Την ήξερε τη διαδικασία. Μα το αγοράκι έκλαιγε, ούρλιαζε και τραβιόταν πέρα δώθε να ξεφύγει, κατάφερε να έρθει να πέσει πάνω της αγκαλιάζοντάς την. Αυτοί που τους τραβολογούσαν να τους χωρίσουν σταμάτησαν απότομα. Παραφυλούσαν. Κλαμμένο το προσωπάκι και τρομαγμένο, της χαμογελούσε. Έχωσε το χέρι του σε μια τσέπη του κι έβγαλε τη γροθιά του σφίγγοντας κάτι που γυάλιζε. Γύρεψε το χέρι της κι άφησε στην παλάμη της καραμέλες. Στρογγυλές. Ούζου και κανέλας που της άρεσαν, στα γυαλιστερά γαλάζια και κόκκινα χαρτάκια τους.

Κι έπειτα τους χώρισαν.

Αν ποτέ ανταμώσετε μια γυναίκα που περπατά στο δρόμο μονάχη απολαμβάνοντας την ομορφιά του κόσμου ή αν συναντήσετε ένα παιδί που γυρεύει συντροφιά, χαμογελάστε τους. Κι αν σας το ανταποδώσουν, μην ξαφνιαστείτε. Κι αν ακόμη, αν –λέμε τώρα- πιάσετε και κουβέντα μαζί τους, μην τους ρωτήσετε για τις ειδήσεις, για το τι σκέφτονται για το ένα και το άλλο της καθημερινής ζωής. Μπορεί και να μην τους νοιάζει. Ίσως να είναι προτιμότερο να τους ρωτήσετε από πού έρχονται και πού πηγαίνουν. Ή έστω, πού θα ήθελαν να πάνε. Κι έτσι να ακούσετε τη δική τους ιστορία. Κι έτσι ίσως να μπορέσετε να διηγηθείτε κι εσείς τη δική σας ιστορία. Επειδή πάντοτε ο καθένας μας είναι λιγάκι αλλιώτικος από τους άλλους.

 

 

 

Advertisements