Το Όνειρο των Ιθαγενών και οι Γερμανοί

κείμενο μου από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ- Εν Ιορδάνη

Κάποιο πρωινό ο Θεός κάπνιζε παίζοντας ρυθμούς στο τύμπανό του και σιγοτραγουδώντας ονειρεύτηκε τους ανθρώπους. Έτσι πίστευαν οι Ινδιάνοι πως δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Σε ένα άλλο όνειρό τους μια ταλαιπωρημένη από τους νάνους νεαρή γυναίκα έφτιαξε το φεγγάρι και το ουράνιο τόξο. «Όποιος δεν με αναγνωρίζει καθώς θα βλέπει την ομορφιά μου στο στερέωμα θα τιμωρείται» είπε  και σκαρφάλωσε για πάντα  στον ουρανό.

Όταν είδε το ουράνιο τόξο ένας άνδρας αναρωτήθηκε, «τι περίεργο πράγμα είναι αυτό» και αμέσως κεραυνοβολήθηκε. Ήταν ο πρώτος νεκρός άνθρωπος.

Ύστερα ο κόσμος των Ινδιάνων της Αμερικής αναπτύχθηκε. Φυλές κυριάρχησαν πάνω σε άλλες φυλές φτιάχνοντας βασίλεια και αυτοκρατορίες.

Η γλώσσα αυτού του Παράδεισου του Νότου ήταν περίεργη και περιγραφική. Αυτό που λέμε φίλος ήταν γι’ αυτούς η άλλη μου καρδιά, η ψυχή ήταν ο ήλιος στο στήθος, ο ουρανός ήταν η πάνω θάλασσα και για να συγχωρήσουν έλεγαν απλά ξέχασα.

indians

Αυτόν τον κόσμο ανακάλυψε τυχαία κάποιος Κολόμβος. Μέχρι που πέθανε το 1506 δεν είχε μπορέσει να χωνέψει ότι δεν  είχε ανακαλύψει ένα συντομότερο δρόμο για τις Ινδίες αλλά μια νέα ήπειρο.

Οι άνθρωποι που κάνουν δουλειές όμως δεν χάνουν χρόνο με τέτοιες μικρολεπτομέρειες. Ήδη από το 1493 ο Πάπας Αλέξανδρος Στ’, ο διάσημος Βοργίας, τραβώντας μια διαχωριστική γραμμή κατά μήκος του 53ου μεσημβρινού, χώρισε και παρέδωσε τον Ατλαντικό στις δυο πιστές του χώρες,  Ισπανία και Πορτογαλία, ώστε να κατακτούν  να λεηλατούν και να εμπορεύονται όπου νομίζουν δίνοντας τη δεκάτη υπέρ του Κυρίου.

Ο άγιος Πατέρας όμως όφειλε να κατοχυρώσει και τα δικαιώματα ακόμη και των απειθών ιθαγενών σε αυτό το ιδιότυπο «Μνημόνιο». Πολλές δεκαετίες πριν, ο Άγιος Αυγουστίνος είχε επιτρέψει τον πόλεμο εναντίον εκείνων που κάνουν κατάχρηση της ελευθερίας, γιατί με την ελευθερία καταντούν ανυπάκουοι στο Θέλημα. Σωστό! Και όπως είχε πει ο Άγιος  Ισίδωρος, ένας πόλεμος για να είναι δίκαιος πρέπει πρώτα να έχει ανακοινωθεί. Αν οι αντίπαλοι δεν αποδεχτούν τους όρους τότε η μάχη είναι ευλογημένη.

Έτσι οι Κονκισταδόρες περίμεναν μέσα στις λαμπερές τους πανοπλίες να διαβαστεί μεγαλόφωνα η ανακοίνωση που προέτρεπε τους Ινδιάνους να ακούσουν το λόγο του Θεού και να υποταχθούν πληρώνοντας τους φόρους που είχε ευλογήσει  ο Βοργίας.

Τώρα, αν οι «άγριοι» δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη λατινική, που ως γνωστό είναι η γλώσσα του Θεού, δικό τους  πρόβλημα. Αφού λοιπόν ολοκληρώθηκε η ανάγνωση, ξεκίνησε η επίθεση μπροστά στ’ απορημένα βλέμματα των «αγρίων».

Και όταν κάποιος φουκαράς, όπως ο αυτοκράτορας των Ίνκας Αταχουάλπα, δέχτηκε να βαφτιστεί για να επιβιώσει από τη σφαγή, αντιμετώπισε για πρώτη φορά το ιδιαίτερο χιούμορ των Ευρωπαίων. Ο Πισάρο τον έβαλε να φιλήσει το σταυρό, και στη συνέχεια διέταξε να τον στραγγαλίσουν…

Αλλά και οι απλοί Ινδιάνοι που ασπάστηκαν το χριστιανισμό για να μοιάσουν τους δυτικούς, δεν είχαν καλύτερη τύχη. Οι πέντε πρώτοι οδηγήθηκαν στην πυρά ως αιρετικοί. Ο αβάς δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει ότι πίστεψαν τόσο πολύ στη δύναμη της Παναγίας και των αγίων ώστε –όπως έκαναν με τα δικά τους ιερά– είχαν θάψει τις εικόνες στα χωράφια τους για να έχουν πλούσια συγκομιδή.

Και όλα αυτά έγιναν με τις εντολές ενός ανθρώπου που ονειρεύτηκε και πέτυχε να φτιάξει μια ενωμένη Ευρώπη, της οποίας η κυριαρχία εκτεινόταν από τις Κάτω Χώρες του μακρινού βορρά μέχρι την Αμερική και την Αφρική.

Γνωστός και με τον πρώτο του τίτλο ως Κάρολος Α’ (1500-1555) της Ισπανίας, απόγονος από τύχη των ισχυρότερων βασιλικών οίκων της Ευρώπης,  διεκδίκησε και έλαβε την κληρονομιά του Καρλομάγνου και τον τίτλο του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως Κάρολος Ε’.

Οι πρίγκιπες που τον επέλεξαν μεταξύ των τριών υποψηφίων ορκίστηκαν πρώτα στη Βίβλο ότι η ψήφος τους θα είναι τίμια. Στη συνέχεια και για να είναι σίγουροι ότι δεν θα υπάρξει παρεξήγηση, ζήτησαν να μπουν με μουλάρια τα 850.000 φιορίνια για να τα μετρήσουν και να τα μοιράσουν πριν καθαρογράψουν την απόφαση.

Ο νεαρός τότε Κάρολος δεν είχε βέβαια τόσα χρήματα. Φρόντισαν όμως να τον δανείσουν οι Γερμανοί τραπεζίτες Φύγκερ και Βέλζερ. Ο Κάρολος δεν σκέφτηκε να ξεκαθαρίσει τους όρους του μνημονίου που υπέγραψε και το άφησε για αργότερα. Λάθος του!

Όλη η ηρωική εποποιία του στη συνέχεια –νίκησε τους Γάλλους, τους Ιταλούς, σταμάτησε τους Τούρκους στη Βιέννη και εδραίωσε τις κατακτήσεις στην Αμερική– δεν ήταν παρά μια προσπάθεια να ικανοποιήσει τους δανειστές του.

Ενδιάμεσα η γηραιά ήπειρος θα πληροφορείτο πως δεν υπήρξε ποτέ κανένα Ελντοράντο, πως η Αμερική δεν ήταν η Ινδία αλλά μια νέα ήπειρος και πως οι γηγενείς που μετά από 50 χρόνια είχαν σχεδόν εξαλειφθεί, με τη Βούλα του Πάπα Παύλου Γ’ αναγνωρίζονταν ως ανθρώπινες υπάρξεις που διαθέτουν μυαλό και ψυχή.

Είχε προηγηθεί  ένας καλός ιερέας, ο Βαρθολομαίος ντε λα Κάσας, που δεν άντεχε να βλέπει τους ιθαγενείς να πεθαίνουν και τις κόρες τους να γεμίζουν τα χαρέμια των αποίκων και να πωλούνται για λίγα νομίσματα.

Πρότεινε λοιπόν για να σωθούν όσοι είχαν επιζήσει, να επιτραπεί να φέρνουν σκλάβους νέγρους της Αφρικής και μουσουλμάνους που ήταν αποδεδειγμένα άθεοι. Έτσι ο καλός αυτός παπάς θέλοντας να βοηθήσει τους Ινδιάνους ευλόγησε το μεγαλύτερο εμπόριο σκλάβων στην ανθρώπινη ιστορία, επιβεβαιώνοντας το τετριμμένο, ότι ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις.

Η Νότια Αμερική έδωσε στους Ευρωπαίους ό,τι μπορούσε από πρώτες ύλες και φτηνό ανθρώπινο δυναμικό, αλλά δεν ήταν αρκετά. Οι Ευρωπαίοι πρίγκιπες και βασιλιάδες ήταν ανικανοποίητοι και το όνειρό τους ήταν να έχουν μεγαλύτερο κομμάτι κυριαρχίας στην ειρηνική αυτοκρατορία  που εξουσίαζε το μισό πλανήτη.

Ο ίδιος ο Κάρολος  ονειρεύτηκε μια πιο απλή ζωή. Του άρεσαν, λένε, οι τέχνες και οι επιστήμες. Στο τέλος της ζωής του έκανε κάτι που κανείς δεν είχε κάνει ποτέ: παραιτήθηκε χαρίζοντας την αυτοκρατορία του στο γιο του και τον αδελφό του και αποσύρθηκε στον κόσμο των δικών του ονείρων.

Στην τέχνη επέζησε ως μυθική φιγούρα στον Δόκτορα Φάουστ και σε διάφορες όπερες μεταξύ των οποίων και ως γέρο ερημίτης στο Ντον Κάρλο του Βέρντι.

Σε όλο αυτό το ονειρικό τοπίο υπήρχαν και κάποιοι, ελάχιστοι, που συνεχώς παρότρυναν τον Κάρολο να επεκταθεί, υποδείκνυαν στόχους και συνέπρατταν στις συμφωνίες και στις συνθήκες,  κερδίζοντας συνεχώς, χωρίς ποτέ να εκτεθούν.

Ήταν οι Γερμανοί τραπεζίτες  Βέλζερ από το Άουγκσμπουργκ. Και όταν όλα τα χρήματα της Αυτοκρατορίας δεν τους έφταναν, απαίτησαν και πήραν την εκμετάλλευση της  Βενεζουέλας.

Για τους ανθρώπους του Νότου ο Θεός δημιουργεί ονειρευόμενος καθώς καπνίζει, παίζει μουσική και σιγοτραγουδά. Στο μακρινό Βορρά αποτιμούν πρακτικά τη ζωή. Άλλωστε ο Θεός τους δεν καπνίζει, ούτε ονειρεύεται, είναι φτιαγμένος κατεικόνα και ομοίωσή τους ….

 

Υ.Γ. Οι ιστορίες του κειμένου περιέχονται στο τρίτομο έργο του Eduardo Galeano, Μνήμη της Φωτιάς.

Advertisements