Το Δαχτυλίδι

ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

   Τέλη της δεκαετίας του ’70. Προσπαθείς να μάθεις αρχές μάνατζμεντ σε κάποιο αμερικανικό κολέγιο. Ο καθηγητής ρεαλιστικά παραθέτει τα όπλα του καλού επαγγελματία και στο τέλος αποκαλύπτει το κορυφαίο: αν όλα τα άλλα αποτύχουν, να θυμάστε ότι κάθε άνθρωπος έχει την τιμή του. Το πρόβλημα δεν είναι αν θα δεχτεί μια προσφορά, το πρόβλημα είναι αν έχει κάποια ιδέα για την αξία του ή, το χειρότερο, αν υπερεκτιμά παράλογα τον εαυτό του. Αυτό  μπορεί να ανεβάσει το κόστος μιας επένδυσης σε απαγορευτικά όρια. Το καλό στην ιστορία είναι ότι συνήθως οι άνθρωποι δεν ξέρουν ούτε την πραγματική τους αξία,  ούτε και την πραγματική αιτία της αποτίμησης τους. Και αυτό τους καθιστά ευάλωτους, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Με παρόμοιες λογικές κύλησε ο χρόνος με ανάπτυξη και πρόοδο στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο τα επόμενα σαράντα τόσα χρόνια. Εμάς βέβαια μας απασχολεί λιγάκι περισσότερο το τι συμβαίνει στον δικό μας χώρο. Η διαφθορά, η αλαζονεία (η ξιπασιά και η ματαιοδοξία) έκαναν πάρτι, το έχουμε ακούσει κατά κόρον και έχουμε βαρεθεί να το ακούμε.

Ας εστιαστούμε λοιπόν στο μικρόκοσμο της αναζήτησης. Πολλοί βγαίνουν στα μονοπάτια της για να καλύψουν κάποιες από τις παραπάνω ελλείψεις τους, που μπορούν για λόγους οικονομίας να συνταχτούν κάτω από το παραδοσιακό θανάσιμο αμάρτημα: τη ματαιοδοξία.

Για την ικανοποίηση όλων αυτών δεν είναι παράλογο ότι τις τελευταίες δεκαετίες είχε ξεπηδήσει ένας απίστευτος αριθμός για τα μέτρα της Ελλάδας πνευματικών «δασκάλων», οργανώσεων και στοών κάθε απόχρωσης, όπως επίσης πλήθος σεμιναρίων για έλεγχο του στρες, του νου, του συναισθήματος, του άλλου φύλου, του χρηματιστηριακού δείκτη και ό,τι άλλο βάλει ο νους του ανθρώπου.

Όλο αυτοί οι καλοί άνθρωποι –πολλούς εκ των οποίων αν τους γνώριζες τυχαία θα απέφευγες να ανταλλάξεις έστω και χειραψία– έζησαν και αναπτύχθηκαν προσφέροντας πραμάτεια κατάλληλη για να ικανοποιεί κάθε τύπου ματαιοδοξία. Κι έτσι όλοι ανέπτυξαν, όχι περιέργως, αρμονική μεταξύ τους σχέση.

Ο ταλαιπωρημένος όμως άνθρωπος που αναζητά έναν πνευματικό δρόμο, τι μπορεί να κάνει άραγε;

Κινδυνεύοντας για μια ακόμα φορά να στενοχωρήσω γνωστούς και αγνώστους μου και διευκρινίζοντας μέσα στον αφηγηματικό τρόπο της διήγησής μου πως βεβαίως και δεν είναι όλοι ίδιοι, θα σας διηγηθώ μια παλιά, παραδοσιακή ιστορία.

portrait_old_man

   Ήταν κάποτε  ένας νεαρός που ένιωθε ασήμαντος. Όλοι του έλεγαν πως δεν αξίζει τίποτα, ότι δεν κάνει τίποτα σωστά κοκ. Μια μέρα ακολούθησε ένα μονοπάτι που τον έφερε στην πόρτα ενός γέρο-σοφού στον οποίο είπε τον πόνο του.

«Πώς μπορώ να βελτιωθώ δάσκαλε;» ρώτησε, «τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν οι άλλοι περισσότερο;»

Ο δάσκαλος, σχεδόν αδιάφορος και χωρίς  καν να τον κοιτάξει, του είπε: «Λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα έχω να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Αν τελειώσω, μετά, ίσως…»

Μετά από μια μικρή παύση, σαν μόλις τότε να αντιλήφθηκε το νεαρό, γύρισε και του είπε: «Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω με τη σειρά μου».

«Μετά χαράς δάσκαλε», είπε διστακτικά εκείνος, νιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του.

«Ωραία», συνέχισε ο σοφός. Μετά, έβγαλε το δαχτυλίδι από το  χέρι του, το έδωσε στο αγόρι και του είπε: «Πάρε το άλογό μου και πήγαινε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένα χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα χρήματα μπορείς, και με κανένα τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί».

Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να δείχνει το δαχτυλίδι στους εμπόρους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, μέχρι που άκουγαν τι ζητούσε γι’ αυτό.

Μόλις τον άκουγαν να λέει «ένα χρυσό φλουρί», άλλοι γελούσαν, άλλοι του γύριζαν την πλάτη, και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Εντέλει, μη καταφέρνοντας να βρει αγοραστή που θα έδινε ένα χρυσό φλουρί, ο νεαρός παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω.

Έφτασε στο σπίτι του γέρο-σοφού, μπήκε μέσα και του είπε: «Λυπάμαι, είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια φλουριά, όμως δεν μπορώ να ξεγελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού».

«Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό νεαρέ μου φίλε», απάντησε χαμογελώντας ο σοφός. «Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Πάρε λοιπόν πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη, στο κέντρο της παλιάς πόλης. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει. Μην του το πουλήσεις όμως, όσα κι αν σου προσφέρει. Θέλω να γυρίσεις πίσω με το δαχτυλίδι».

Πράγματι, ο νεαρός έφτασε στην παλιά πόλη. Ο κοσμηματοπώλης τον άκουσε με προσοχή, στη συνέχεια εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και του είπε: «Πες στον δάσκαλο,  ότι αν θέλει να το πουλήσει αμέσως, δεν μπορώ να του δώσω παραπάνω από πενήντα οχτώ χρυσά φλουριά»

«Πενήντα οχτώ χρυσά;» επανέλαβε φωναχτά ο νεαρός, μη μπορώντας να κρύψει την έκπληξή του.

«Ναι», απάντησε ο κοσμηματοπώλης. «Βέβαια, με λίγη υπομονή μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά. Όμως αν είναι επείγον…»

Το αγόρι έφυγε τρέχοντας και τρέμοντας από συγκίνηση μπήκε στο σπίτι του δασκάλου και του διηγήθηκε τι είχε συμβεί.

«Κάθισε», του είπε εκείνος αφού τον άκουσε. «Εσύ που ήρθες μέχρι εδώ και αναρωτιόσουν για την αξία σου, είσαι ακριβώς σαν αυτό το δαχτυλίδι. Ένα πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σε εκτιμήσει ένας αληθινός ειδικός.

Γιατί περιφέρεσαι λοιπόν εδώ κι εκεί περιμένοντας  να εκτιμήσει ο κάθε άσχετος την πραγματική σου αξία;»

Και μ’ αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του αριστερού του χεριού και σιώπησε…

* Την ιστορία με το δαχτυλίδι μου τη διηγήθηκε πριν λίγο καιρό ο Τάσος Βικάτος.Τον ευχαριστώ από καρδιάς.

Advertisements