Από το nigromont.wordpress.com

1. Τα διαπεραστικά βλέμματα της λογοτεχνίας και της τέχνης

Για πέταγμα η φτερούγα μου ανοιχτή

θα γύριζα ευχαρίστως πίσω

γιατί ατέλειωτη αν είχα τη ζωή

γραφτό μου θα ήταν ν’ ατυχήσω

Gershom Scholem, Xαιρετισμός του Angelus Novus

Ο Angelus Novus του Πάουλ Κλέε (Paul Klee), του Γκέρσομ Σόλεμ (Gershom Scholem) και του Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin), όπως τον περιγράφει ο τρίτος στην 9η και πιο γνωστή από τις Θέσεις του για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, έχει στραμμένο το βλέμμα προς το παρελθόν, την πλάτη προς το μέλλον. Στον νεοτερικό άνθρωπο η ιστορία παρουσιάζεται με τη μορφή μιας αλυσίδας γεγονότων, όμως ο Άγγελος βλέπει μια συνεχή καταστροφή που συσσωρεύει ερείπια επί ερειπίων. Αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, για εκείνον είναι θύελλα που έρχεται από τον Παράδεισο, από το παρελθόν που αιχμαλωτίζει την προσοχή του και τον σπρώχνει, αν και αντιστέκεται, εκεί απ’ όπου αποστρέφει το βλέμμα του: Προς τον άγνωστο τόπο του μέλλοντος.

Αυτό που δηλώνει η εικόνα του ζωγράφου και οι λέξεις των συγγραφέων, με τη δύναμη της μεταφοράς και τα φιλοσοφικά συμφραζόμενά τους, δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί σαφέστερα. Η σαφήνεια είναι εκ των υστέρων ακόμη μεγαλύτερη, μιας και η δήλωση γίνεται στο Μεσοπόλεμο, μεταξύ των δύο μεγαλύτερων καταστροφικών επεισοδίων όλης της ιστορίας. Συνοψίζει την εμπειρία του Πρώτου και προειδοποιεί ως σήμα κινδύνου1 για το καταστροφικότερο Δεύτερο. Και ό,τι δηλώθηκε από τρεις Κεντροευρωπαίους σε κατάσταση ανασφάλειας, επιφυλακτικούς να ακολουθήσουν πιστά κάποιον από τους μεγάλους δρόμους, αλλά με την καλή θέα που έχει όποιος βρίσκεται σε σταυροδρόμι μεγάλων δρόμων, είχε ομοιότητες με πράγματα που ακούγονταν την ίδια εποχή από άλλα στόματα, σε διαφορετικές «γλώσσες». Ο λόγος περί της ιστορίας ως καταστροφής ή για το ανοίκειο της ιστορίας ήταν απροκάλυπτος και διαδεδομένος, επειδή ήταν εποχή ιστορικών καταστροφών πρωτοφανούς κλίμακας. Ακόμη μεγαλύτερες επωαζόταν.

Ο Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς (William Butler Yeats), στην ανοικτή σε πολλές ερμηνείες Δευτέρα Παρουσία του, ακολούθησε τους ιστορικούς κύκλους που προβλέπει το μυθολογικό του σύστημα και είδε ένα θηρίο να πάει προς τη δική του “Βηθλεέμ” για να γεννηθεί. Είδε μιαν Αποκάλυψη να πλησιάζει, όπως είχε συμβεί και άλλοτε:

Turning and turning in the widening gyre

The falcon cannot hear the falconer;

Things fall apart; the centre cannot hold;

Mere anarchy is losed upon the world,

The blood dimmed tide is loosed, and everywhere

The ceremony of innocence is drowned;

The best lack all conviction, while the worst

Are full of passionate intensity.

William Butler Yeats, The Second Coming, 19212

Σε μιαν ατέρμονη δίνη γυρίζοντας

το γεράκι δεν ακούει το γερακάρη·

τα πάντα συντρίβονται· το κέντρο δεν αντέχει·

κυνική αναρχία την οικουμένη πλημμύρισε,

πηχτό ποτάμι το αίμα ξεχύνεται, και παντού

βεβηλώνουν την τελετή της αθωότητας!

Οι άξιοι δίχως βούληση, κι οι ποταποί

γεμάτοι από παθιασμένη εγρήγορση.

(μετάφραση Kώστα Μπουρναζάκη)

Για τον Τ. Έλιοτ (Τ. S Eliot), από το Ερωτικό Τραγούδι του J. Alfred Prufrock (1910/1915) ώς το Γερόντιον (1920), την Έρημη Χώρα (1922) και τους Κούφιους Ανθρώπους (1925), η αρχή του αιώνα είναι η κρίση, ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι η Καταστροφή:

…Πύργοι σωριάζονται

Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Αλεξάντρεια

Βιέννη, Λονδίνο

Ανυπόστατες

(Η Ρημαγμένη Γη, μετάφραση Κλείτου Κύρου)

Η Ελιοτική “επανόρθωση” διαφαίνεται στην Τετάρτη των Τεφρών (1930), κυρίως όμως στο μεγαλύτερο επίτευγμά του Τέσσερα Κουαρτέτα (1936 – 1943). Είναι μια ριζική αποκατάσταση, λύτρωση καθαρά μεταφυσικής, ακριβέστερα θρησκευτικής φύσης. Τhe poetry does not matter”. 3

Με την μεγάλη αυτή εξαίρεση, του Αμερικανικής καταγωγής Έλιοτ στην ώριμη φάση του, ο προβληματισμός περί κρίσης στις αρχές του 20ού αιώνα δεν είναι πολύ διαφορετικός στον αγγλόφωνο απ’ ότι στον Κεντροευρωπαικό κόσμο.

Ο Φράντς Κάφκα (Frantz Kafka), πολίτης της Πράγας με Εβραϊκή καταγωγή όπως οι Σόλεμ και Μπένγιαμιν, ακόμη και πριν την εμπειρία του Πρώτου Πολέμου, προτού περιγράψει στον Πύργο και στη Δίκη το κοινωνικό και κοινότυπο ανοίκειο, είχε δηλώσει το 1912, ότι και στον καθημερινό κόσμο μπορεί να συμβαίνει το αρνητικό και παράλογο θαύμα: Η εσωτερική Μεταμόρφωση του απλού ανθρώπου σε πλάσμα αποτρόπαιο αλλά και εύθραυστο, σε κατσαρίδα που μπορεί κανείς την μια στιγμή να τη φοβάται ή να τη σιχαίνεται, αλλά την άλλη στιγμή να την ποδοπατά και να την λιώνει με το βάρος του, εφαρμόζοντας το δίκαιο του ισχυρότερου. Αυτό που ο προ-νεωτερικός άνθρωπος επιφύλασσε ως τιμωρία των αμαρτωλών σε έναν άλλο κόσμο, και μόνον κατ΄ εξαίρεση στον παρόντα, είναι δυνατό εδώ, τώρα, σε τυχαίο δείγμα (δηλαδή καθολικά) και μάλιστα αναίτια. Φαίνεται παράλογο αυτό το Τέλος του Λόγου (Μάξ Χόρκχάιμερ) και η εσωτερική καταστροφή του υποκειμένου. Αλλά μέσω αυτού του “θαύματος”, δύο χρόνια αργότερα, οδηγήθηκαν εκατομμύρια νέοι στα χαρακώματα – σφαγεία. Και ακόμη χειρότερα, μέσα σε δυο – τρεις δεκαετίες, «κατασκευάστηκαν» οι θύτες και εγκαταλείφθηκαν στο έλεός τους τα θύματα του Άουσβιτς. Το “θαύμα” ψάχθηκε αργότερα σε βάθος, κυρίως με τις εργασίες της Χάννα Άρεντ (Hanna Arendt), του Γκύντερ Άντερς (Günther Anders) και με τα θεωρητικά εργαλεία της Κριτικής Θεωρίας της Φρανκφούρτης. Μένει ακόμη να πλανάται το ερώτημα για την αλληλοτροφοδότηση των δύο καταστροφών, εξωτερικής (της ιστορίας) και εσωτερικής (του υποκειμένου).

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke) είχε ήδη προτείνει, χρόνια πριν, τον αυτοπεριορισμό ως αντίδοτο στο φαουστικό πνεύμα της εποχής:

Die großen Worte aus den Zeiten, da

Geschehn noch sichtbar war, sind nicht für uns.

Wer spricht von Siegen? Überstehn ist alles.4

 Με τον επιγραμματικό αυτό τρόπο, ο ποιητής που γεννήθηκε στην Πράγα και θεωρούσε τον εαυτό του «υπερβολικά Σλάβο» ώστε να μπορεί να συντονισθεί με τον Γκαίτε (Goethe) και τους άλλους Γερμανούς κλασικούς, έστησε νωρίς το δικό του σήμα κινδύνου για όσους θα βάδιζαν στον Γενναίο Νέο Κόσμο του 20ού Αιώνα. Όσοι το πρόσεξαν, ασφαλώς θα κατέληγαν μακριά από την ορμή και αισιοδοξία (λόγου χάρη των φουτουριστών ή υπερρεαλιστών), σ’ ένα στενό δρόμο που έμοιαζε τότε να μη διασταυρώνεται με άλλους. Δεν ήταν γι’ αυτούς τα μεγάλα λόγια από πρότερους καιρούς, όταν τα συμβαίνοντα ήταν ακόμη ορατά, δεν έπρεπε να μιλούν για νίκη. Ν’ αντέχουν, υπερβαίνοντας τα πράγματα, είναι το πάν.

Ο Ρίλκε δεν πρόλαβε να διαπιστώσει στη ζωή του πόσο υγιές ήταν το χαμηλόφωνο όραμα του. Ήταν το όραμα ενός ανθρώπου που βιώνοντας σε συνθήκες αδιαφάνειας τον νέο, δύσκολα εποπτεύσιμο κόσμο, βρίσκει πιο σημαντικό να μη συνθλιβεί αντί να θριαμβεύει. Αντίθετα, πόσο νοσηρές και θανατηφόρες αποδείχθηκαν οι μεγάλες φαντασιώσεις της νεοτερικής εποχής, η βούληση για υπεροχή και επικράτηση, είτε με τα μέσα της πολιτικής και του πολέμου, είτε με τα μέσα της τεχνικής κυριαρχίας που υποδουλώνει την εξωτερική και την εσωτερική φύση. Ο Ρίλκε μίλησε για τα σχήματα και τις σχέσεις που οργανώνουν τη μεγάλη τοιχογραφία της κοινωνίας, κυρίως όμως για όσα δίνουν μορφή (ομορφιά !) στο στοιχειώδες σύμπλεγμα: Στη σχέση θηλυκού και αρσενικού. Όταν λείπουν οι κεντρομόλες, αναγεννητικές πνοές, τα σχήματα και οι σχέσεις γίνονται έρμαια αντιμαχόμενων δυνάμεων, δεν μπορούν να βρουν μια ισορροπία. Παραμορφώνονται, διαλύονται· όμως άν μιλάμε για γυναίκες, άνδρες και για τον βιοτικό τους κόσμο, το άμορφο είναι η ίδια η καταστροφή, μονόδρομη και ανεπίστρεπτη.

Βαδίζοντας τον δικό του δρόμο, ο Ρίλκε μας φαίνεται τώρα ότι προανήγγειλε μεταγενέστερους στοχαστές – συγγραφείς όπως ο Χέρμαν Έσσε (Hermann Hesse).

Ο επίλογος στο οδυνηρό βίωμα της ιστορίας ως ερείπωσης και αφανισμού, είναι τα τελευταία Cantos του Έζρα Πάουντ (Ezra Pound). Τον Αμερικανό, όσο αυτός διέβλεπε τις καταστροφικές ροπές του κόσμου και προσπαθούσε να ψηλαφίσει τα κινούντα αίτια, τόσο τον αιχμαλώτιζαν οι ελκτικές δυνάμεις του πάθους και της έντασης των χειρότερων. Τον γοήτευσε κατά παράδοξο τρόπο η ίδια η καταστροφή. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί, και ο ίδιος ένα ερειπωμένο υποκείμενο, πάνω στο σωρό των ερειπίων που επισώρευσε η ισχυρότερη ριπή της θύελλας του 20ού Αιώνα:

As a lone ant from a broken ant-hillEzra Pound

from the wreckage of Europe ego scriptor.

Ezra Pound, Canto LXXVI, 19445

Σαν έρημο μυρμήγκι έξω από ρημαγμένη μυρμηγκοφωλιά

απ’ το ναυάγιο της  Ευρώπης, ego scriptor.

 Σάρκα από τη σάρκα των θυμάτων του ναυαγίου ο Πάουλ Τσέλαν (Paul Celan), μετά τον 2ο Πόλεμο δεν μας άφησε πολλές ελπίδες ότι μπορούμε να αναλύσουμε την καταστροφή του 20ού αιώνα με τα εργαλεία του Λόγου και της γλώσσας. Έτσι, η άντληση μαθημάτων από την ιστορία παραμένει -ακόμα και μετά το μέγιστο πάθημα- προσπάθεια πολύ αμφίβολη.

Käme, 

käme ein Mensch,

käme ein Mensch zur Welt, heute, mit

dem Lichtbart der

Patriarchen: er dürfte,

spräch er von dieser 

Zeit, er

dürfte

nur lallen und lallen,

immer-, immer-

zuzu

(„Pallakhsh, Pallakhsh.“)

Paul Celan –Τübingen, Jänner

Εάν ερχόταν,

εάν ερχόταν ένας άνθρωπος,

εάν ερχόταν ένας άνθρωπος στον κόσμο, σήμερα, με

τη φωτεινή γενειάδα των

Πατριαρχών:  Θά’ πρεπε,

εάν μιλούσε γι’ αυτή την εποχή, θά

‘πρεπε

μόνο να τραυλίζει και να τραυλίζει,

αεί-αεί

ες ες („Pallakhsh, Pallakhsh.“)

(μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου6

 Βλέπει όμως να απομένει, ως μοναδική ελπίδα, αμυδρή αλλά όχι απατηλή, το μπουκάλι που θα ριχτεί στο πέλαγος7 για να μεταφέρει το μήνυμα και ν’ αναζητήσει αποδέκτες.

Για την δική μας χώρα, στο Μεσοπόλεμο ή μεταπολεμικά, και για το πώς έγινε ή δεν έγινε κατανοητός ο Ευρωπαϊκός λόγος περί κρίσης – ή για την τύχη που είχε η εισαγωγή του, θα άξιζε να γραφούν πολλά, αλλά είναι ένα ξεχωριστό θέμα. Θα αναφέρουμε με συντομία την περίπτωση του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Μάλλον εξαίρεση ανάμεσα στους Έλληνες μεταπολεμικούς στοχαστές, και πολύ σημαντικός δοκιμιογράφος ακόμη και με τα Ευρωπαϊκά μέτρα σύγκρισης, επιχείρησε με επίμονο τρόπο από δική του σκοπιά (που άλλαξε αρκετά, με το πέρασμα του χρόνου), να «μεταγλωττίσει» τον προβληματισμό περί κρίσης στις επικρατούσες εγχώριες αντιλήψεις, όχι ευνοϊκές για την πρόσληψή του. Πίσω από όλη τη θεματική του, τοπική και οικουμενική, και διαμέσου της δικής του ιδιολαλιάς, διακρίνεται ο στοχασμός για το δυναμικό της κρίσης που εμπεριέχεται στη διαλεκτική του Διαφωτισμού και του νεοτερικού κόσμου: Κυρίως στην δοκιμιογραφία του, έναν συνεχή διάλογο που αρχίζει με τον Διονύσιο Σολωμό, τον Ουίλιαμ Μπλέηκ και τον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, συνεχίζεται με τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Κωνσταντίνο Καβάφη, Κώστα Καρυωτάκη, Άγγελο Σικελιανό, και φθάνει μέχρι τους Γέητς, Έλιοτ, Πάουντ, Όργουελλ, Γιώργο Σαραντάρη, Δημήτρη Καπετανάκη, Δημήτρη Πικιώνη, Κορνήλιο Καστοριάδη, αλλά και στην ποιητική Μικρά Σύρτι, που έμεινε μάλλον ακατανόητη8.

2. Από τον Μαξ Βέμπερ ως τον Φράνσις Φουκουγιάμα

Όπως σε παραμύθια με καλό τέλος, μαζί με την ανοικοδόμηση των ερειπίων του 2ου Πολέμου από νικητές και ηττημένους, επέστρεψε και η ιστορική αισιοδοξία που είχε αμφισβητηθεί. Για τον μεταπολεμικό άνθρωπο, δύσκολα μπορούσε να είναι καταστροφική θύελλα η πρόοδος, που έχτιζε πάλι τις πόλεις, προσέφερε εργασία, καλοκαιρινές διακοπές και αυτοκίνητα, κυρίως όμως επανέφερε την παλαιά μεγάλη υπόσχεση για ακόμη λαμπρότερο μέλλον, με εξέλιξη ή με επαναστάσεις. Η περασμένη ιστορική καταιγίδα μπορούσε να θεωρηθεί ανοιξιάτικη μπόρα, ισχυρή αλλά παροδική, όπως παροδικές έμοιαζαν άλλες παλαιότερες, φωτισμένες από το πνεύμα της εποχής. Υπήρχαν επιχειρήματα, ώστε να προφητεύεται αισιόδοξα το ίδιο και για τις μέλλουσες παροδικές θύελλες που ασφαλώς θα συνέβαιναν στην πορεία προς την πρόοδο .

Ρόλο αντιπολίτευσης είχε αναλάβει τώρα ο πειρασμός του μηδενισμού, που διείσδυσε διακριτικά ή φανερά σε νέα ρεύματα σκέψης (οι εκδοχές του Χάιντεγκερ και του Σαρτρ είναι χαρακτηριστικές). Μεταχειριζόταν επιχειρήματα που εγκαινίασαν αργότερα τις μεταμοντέρνες αφηγήσεις: Κήρυξαν πολύ σχετική την συνείδηση και την αξιολογική ικανότητα του υποκειμένου που διαπιστώνει την καταστροφή. Και το κυριότερο, άφησαν έξω από το παιχνίδι κάθε δυνατότητα έγκυρου δι-υποκειμενικού Λόγου. “Η κόλαση είναι οι άλλοι” έγραψε ο Σαρτρ. Έτσι υπονοούσαν ότι η καταστροφή είναι έννοια άνευ νοήματος. Όμως, όσοι διεκδικούν ρόλο συνεχιστή στην κριτική των αξιολογικών και ηθικών συστημάτων, που είχε διατυπώσει με ανεπανάληπτο τρόπο ο Φρειδερίκος Νίτσε (Friedrich Nietzsche), ίσως θα άξιζε να είναι περισσότερο επιφυλακτικοί: Μήπως ο συγγραφέας του Ζαρατούστρα μας κληροδότησε ως τελικό συμπέρασμα του έργου του, όχι την απόρριψη της συμπόνιας που απορρέει από την «ηθική των δούλων», αλλά τη δική του εικόνα να αγκαλιάζει εκείνο το δαρμένο άλογο στο Τορίνο; 9

Τα στρουκτουραλιστικά ρεύματα και οι απόγονοί τους ερχόταν από άλλη διαδρομή, οδηγούσαν όμως σε ανάλογα συμπεράσματα. Έβλεπαν την καταστροφή και την (ανα)δημιουργία ως εγγενή ιδιότητα των δομών, σ’ ένα κόσμο όπου όλα είναι δομές και σχέσεις εντός δομών. Το να επικαλείται κανείς το ανοίκειο της ιστορίας, κατά τις δεκαετίες του ’50, του ’60, ακόμη και του 1970, ήταν πιο αιρετικό από ότι ήταν στο Μεσοπόλεμο. Στις γενιές που γεννήθηκαν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, “αιρετικοί’ έμοιαζαν προς στιγμήν ο νεκρός Μπένγιαμιν ή οι επιζήσαντες Χάννα Άρεντ, Τέοντορ Αντόρνο (Theodor Wiesengrund Adorno) και Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse), σημαδεμένοι λόγω καταγωγής και βίου από αυτό που είναι αδύνατο να αποκατασταθεί.

Από την άλλη πλευρά: Οι βάσεις της προβληματικής αυτής, που βλέπει την ιστορία ως καταστροφή, είχαν ήδη διατυπωθεί από τα χρόνια του 1800. Αυτό προσφέρει εύλογα επιχειρήματα σε όσους καταλογίζουν βραδυπορία και διανοητική τεμπελιά σε μεταγενέστερα ρεύματα νεοτερικής σκέψης, πόσο μάλλον στα λεγόμενα μεταμοντέρνα. Λόγου χάρη, στο μικρό αλλά κλασικό έργο του ιατρού, ανθρώπου των γραμμάτων και επαναστάτη Γκέοργκ Μπύχνερ (Georg Büchner, 1813 – 1837), όψιμου «αναγεννησιακού» και πρώιμου μοντέρνου με πολύ σύντομη ζωή, διατυπώνεται ότι το άτομο είναι, σε τελευταία ανάλυση, αβοήθητο από την Ιστορία και τις νομοτέλειές της.10Η ιστορία είναι αντίπαλος, στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορη, ποτέ σύμμαχος. Για όσους το αληθές δεν είναι η ιστορία που γράφουν οι νικητές, αυτό που μπορεί να σώσει την ακεραιότητα του ατόμου είναι οι προθέσεις, όχι το αποτέλεσμα. Αρκεί βέβαια να μην υπονομεύει τις προθέσεις με τα μέσα που μεταχειρίζεται.11

Καθώς ο καιρός περνά, η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία συνυπάρχουν ή διαδέχονται η μια την άλλη. Κανείς πια δεν κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί αιρετικός. Στο νου του σημερινού ανθρώπου η διατύπωση του Μπένγιαμιν στην 9η Θέση του, για τον ερειπωμένο κόσμο που αφήνει πίσω η ιστορία, δηλαδή ο κοινωνικά βιωμένος χρόνος, κινδυνεύει μόνον να εμπλακεί σε παράδοξες και άκυρες αναγωγές μεταξύ φιλοσοφίας της ιστορίας, λογοτεχνίας ή τέχνης του φανταστικού και φυσικών επιστημών. Άραγε, μήπως στην κοινωνία και στην ιστορία δρα κάποια νομοτέλεια της φθοράς, όπως στη φύση η εντροπία;12 Κακά τα ψέμματα: Άλλο ο ιστορικός και άλλο ο φυσικός χρόνος. Για τον εκτροχιασμό του πρώτου, μην ψάχνουμε ευθύνες στον δεύτερο,

Η συζήτηση που διέτρεξε όλο τον 20ο αιώνα, κληρονομημένη από τον προηγούμενο, συνεχίζεται με ίδια αναπάντητα ερωτήματα στον 21ο. Πόσο παράδοξο είναι που επιμένουν να τίθεται μαζί της και ερωτήματα περί διαφυγής από την «παγίδα της Ιστορίας»; Αν τα διατυπώσουμε με τους ποικίλες γλώσσες που έχουν χρησιμοποιηθεί, φιλοσοφικές, πολιτικές, ποιητικές ή θεολογικές, πρόκειται για τα ερωτήματα περί «τέλους της Ιστορίας», “ουτοπικής δυνατότητας”, «λύτρωσης» ή και Μεσσιανισμού.

Η ανανέωση αυτής της ιστορικής εσχατολογίας από τον φιλελεύθερο νεο-εγελιανό υλιστή Φράνσις Φουκουγιάμα (Francis Fukuyama), με αφορμή το τέλος του “υπαρκτού σοσιαλισμού” το 1989 και η απόπειρά του να της δώσει τεχνο-βιολογική συνέχεια, ήταν ένα παράδοξο δείγμα. Φάνηκε όμως παράδοξο, επειδή αντέστρεψε το οικείο σε μας πρόσημο της αναζήτησης: Στον όψιμο νεοτερικό κόσμο, στις μάλλον σπάνιες φορές που γίνεται λόγος για «τέλος της ιστορίας», υπονοείται ότι η ιστορία βαδίζει σε ολισθηρό δρόμο και το “τέλος” είναι μια άλλη λέξη για την καταστροφή. Όμως ο Φουκουγιάμα σκέφθηκε όπως ακριβώς σκεφτόταν κάποτε ο Hegel: Υπαινίχθηκε ότι έρχεται το “πλήρωμα του χρόνου” μιας και η ιστορία βαδίζει καλώς.13

Αξίζει να επισημανθεί και κάτι άλλο: Για ό,τι αφορά την εξωτερική καταστροφή, οι «δρόμοι διαφυγής» που προτείνονται, είναι αφενός πολιτικά και φιλοσοφικά προγράμματα ή “ουτοπίες” ριζικής κοινωνικής ανατροπής, “τέλους της Ιστορίας” μέσω της αυτοπραγμάτωσής της, και αφετέρου θεολογικά προτάγματα απολύτρωσης (που υπερβαίνουν τον κόσμο μας, έχουν όμως τον κοινωνικό τους κώδικα). Και στις δύο περιπτώσεις οι αναζητήσεις επικεντρώνονται κατά πρώτο λόγο στο σύστημα, που είτε ως μεταφυσικός, είτε ως οικονομικός – γραφειοκρατικός «μηχανισμός» κυβερνά εκ των έξω τον βιόκοσμο14 και την ψυχή του ανθρώπου.

Από την άλλη πλευρά : Η εσωτερική καταστροφή του υποκειμένου, του ατόμου, είναι ιστορική διαδικασία όπως και η εξωτερική, η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Αλλά για την αντιμετώπισή της, πέρα από τα πολιτικά και θεολογικά αντίδοτα, έχουν προταθεί, ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, “αντίδοτα” ποιητικής (με την ευρεία έννοια) φύσης. Σε τελευταία ανάλυση, είναι κι αυτά υπόθεση της φιλοσοφίας, αλλά διαφέρουν από τις μεγάλες ουτοπίες κοινωνικού, πολιτικού ή θρησκευτικού τύπου, μιας και απευθύνονται κυρίως στην ένδον φύσιν, στην ψυχή του ανθρώπου. Αποσκοπούν κατ’ αρχή στην επαν-οικειοποίηση του βιοτικού κόσμου, του οποίου η νεοτερική απομάγευση (Μάξ Βέμπερ) φαίνεται να αποτυγχάνει εκεί ακριβώς όπου αποτύγχαναν όλες οι προηγούμενες μυθοποιήσεις και άρχιζαν οι θεοδικίες: Αν είναι δύσκολο ν’ αποδεχθούμε ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνεται το ανοίκειο και η καταστροφή ιστορικός κανόνας15,πόσο πιο εύκολο είναι να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ο νεοτερικός Λόγος με τον ανθρωπισμό, τελικά δεν καταφέρνουν κάτι καλύτερο;

Βέβαια, ο ίδιος ο Μαξ Βέμπερ μας άφησε πολύ λίγες ελπίδες αισιοδοξίας και πολύ περισσότερους φόβους. Στις τελευταίες παραγράφους της «Προτεσταντικής ηθικής και του πνεύματος του καπιταλισμού», διατύπωσε την γνωστή σκοτεινή ανθρωπολογική «προφητεία» για το μέλλον του όψιμου καπιταλισμού, που “η μοίρα το ‘φερε, αυτός ο μανδύας να γίνει ένα ατσάλινο κλουβί”:

Κανένας δεν ξέρει ακόμη ποιος θα ζήσει μελλοντικά σ’ αυτό το κλουβί, ούτε αν στο τέρμα αυτής της τερατώδους εξέλιξης θα εμφανισθούν ολότελα νέοι προφήτες ή αν θα συμβεί μια μεγάλη αναβίωση παλαιών ιδεών και ιδανικών, ή, σε περίπτωση που δεν γίνει τίποτε από τα δύο, αν θα υπάρξει μια μηχανοποιημένη απολίθωση, εξωραϊσμένη με ένα είδος σπασμωδικής υπεροψίας. Όμως θα μπορούσαν τότε ν’ αποδειχθούν αληθινά τα παρακάτω λόγια για τους “τελευταίους ανθρώπους” αυτής της πολιτισμικής εξέλιξης: “Ειδήμονες χωρίς πνεύμα, ηδονιστές χωρίς καρδιά (Fachmenschen ohne Geist, Genußmenschen ohne Herz): Αυτές οι ασημαντότητες φαντάζονται πώς υψώθηκαν σ’ ένα επίπεδο του ανθρώπινου πολιτισμού στο οποίο κανείς δεν έφτασε προηγουμένως”.16

Σήμερα εκπλήσσει, πως αυτός ο υποστηρικτής της αξιολογικής ουδετερότητας των κοινωνικών επιστημών, έφθασε να καταλήγει σε μια τόσο ανεπιφύλακτη απορριπτική και καταδικαστική αξιολόγηση. Αλλάζοντας όμως τρόπο σκέψης, μπορούμε να υποθέσουμε κάποια από τα κίνητρά του. Ίσως αναρωτιέται και αγωνιά γι’ αυτούς που «στο τέρμα αυτής της τερατώδους εξέλιξης, θα ζήσουν μελλοντικά σ’ αυτό το σιδερένιο κλουβί»: Αγωνιά για τις επόμενες γενιές, για τα (υποθετικά) παιδιά και εγγόνια του. Ο λόγος του γίνεται διυποκειμενικός, αποκτά συναίσθηση και επίγνωση ζωής (Lebensgefühl). Αυτό, μαζί με τόσους φόβους, αφήνει ανοιχτό κάποιο παράθυρο ελπίδας, ότι το “σιδερένιο κλουβί” έχει και αυτό τις ρωγμές του. Κι εκεί όπου ο βιόκοσμος με τα νοήματά του αρχίζουν να «ξεχειλίζουν» στις ρωγμές, εκεί εισβάλλει η αξιολόγηση.

Η επαν-οικειοποίηση του βιοτικού κόσμου (που έγινε ανοίκειος καθώς «αποικιοποιήθηκε» από το σύστημα) και η ειρήνευση της ψυχής του ανθρώπου, είναι επίσης οραματική πρόταση, η κατεξοχήν ελκυστική ουτοπία. Αλλά στην εποχή μας, ένα μελαγχολικό φως μας έρχεται από τις μεγάλες ουτοπίες που ξέραμε: Από τα διαδοχικά ναυάγια των δύο μεγάλων «συστημικών» ουτοπιών, τόσο της ολικής ρύθμισης μέσω του κράτους (υπαρκτός σοσιαλισμός), όσο και μέσω της αυτορυθμιζόμενης αγοράς (νεοφιλελεύθερος όψιμος καπιταλισμός). Και οι δύο ήταν ουτοπίες κατά βάθος ολοκληρωτικής τεχνικο – οικονομικής φύσης. Κι ένα ακόμη πιο μελαγχολικό φως φαίνεται να έρχεται από το μέλλον, από την οικολογική κρίση και ιδίως την κλιματική αλλαγή. Ίσως λοιπόν, η ουτοπία που απευθύνεται στην ψυχή και στον βιοτικό κόσμο, συγκρινόμενη με τις ναυαγισμένες και απαξιωμένες «συστημικές», θ’ αρχίσει πάλι, μετά από δύο αιώνες, να φαίνεται πολύ πιο “συγκεκριμένη”, για να μη τολμήσουμε να πούμε, πολύ πιο “πραγματοποιήσιμη”.17

 vignette

Σε κάπως διαφορετική παραλλαγή, το κείμενο αποτελούσε τα δύο πρώτα κεφάλαια του μικρού δοκιμίου του Γιώργου Β. Ριτζούλη “Η ιστορία ως καταστροφή και οι ποιητικές επανορθώσεις” (δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Σημειώσεις» – εκδόσεις Έρασμος, τεύχος 71, Ιούνιος 2010). Τα λοιπά δύο κεφάλαια αυτής της δημοσίευσης στις Σημειώσεις, είναι στο Φρειδερίκος Σίλλερ και Ουίλλιαμ Ουέρντσγουερθ: Η ιστορία ως καταστροφή και η ποιητική της επανόρθωσης

Σημειώσεις:

Michael Lövy, Walter Benjamin – Προμήνυμα Κινδύνου,  μετ. Ρεβέκα Πεσσάχ, εκδ. Πλέθρον, 2004.

2 William Butler Yeats, The collected works, Vol. IThe Poems, εκδ. Macmillan 1989, σ. 187 (από τη συλλογή Michael Robartes and the Dancer, 1921). Για τις διαφορετικές ερμηνείες (που εμπλέκουν ως ιστορικό υπόβαθρο του αποκαλυψιακού χαρακτήρα του ποιήματος, λόγου χάρη τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο που είχε μόλις λήξει, ή την απειλή από τη Ρωσική Επανάσταση), βλ. το σχετικό κεφάλαιο στο βιβλίο του Harold Bloom, Yeats, Oxford University Press, 1972. Κατά τον Μπλούμ, «φαίνεται πιο πιθανό ότι ο γερακάρης, και όχι το γεράκι, αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο, και το γεράκι την εξουσία του επί της φύσης, και τώρα αυτή η εξουσία διαλύεται. Το κέντρο είναι ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να επιβάλλει τον έλεγχό του στο γεράκι, οι κύκλοι που πλαταίνουν είναι λοιπόν η ίδια η εξάπλωση της αναρχίας στον κόσμο. Η αναρχία είναι «ωμή» επειδή τα συστήματα αξιών που θα μπορούσαν να επικρίνουν αυτό το αποτρόπαιο έχουν ανατραπεί». Η εκδοχή του Μπλούμ είναι πολύ διορατική άν λάβει κανείς υπόψη σε τί πρώϊμη στιγμή διατυπώνεται, ωστόσο στο έργο του William Blake, από το οποίο (και ασφαλώς του Shelley) εμπνέεται ο Γέητς, ανάλογοι υπαινιγμοί έχουν εμφανισθεί ήδη πρίν το 1800.

Η μετάφραση του K. Μπουρναζάκη στη Νέα Εστία, τ. 1803 (Σεπτ. 2007) με εκτενές αφιέρωμα στον Γέητς. Βλ. και τη μετάφρ. του Σπ. Ηλιόπουλου (W. B. Yeats, Μυθολογίες και Οράματα, εκδ. Γαβριηλίδης, 1999), και βέβαια του Γ. Σεφέρη, στο W. B. Yeats, Ποιήματα, εκδ. ΜΙΕΤ («οι καλύτεροι χωρίς πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι / είναι γεμάτοι από την ένταση του πάθους»).

3 Τ.S Eliot, East Coker, II, στίχ. 72.

4 Rainer M. Rilke, Requiem für Wolf  Graf von Kalckreuth (Ρέκβιεμ για τον Βόλφ Κόμητα του Κάλκρόιτ), 4 – 5 Nοεμβρίου 1908.

5  Ezra Pound, Τα άσματα της Πίζας, μετ. Αντ. Ζέρβα με ερμηνευτικές σημειώσεις (δίγλωσση έκδοση, CantosLXXIV – LXXXIV), εκδ. Καστανιώτη, 1994, σελ. 82.

Βλ. επίσης το δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, Από την Πίζα στην Αθήνα (1966/1986), στις Μελέτες – Τόμος Δεύτερος, Δόμος 1994, σελ. 389 – 482. Ειδικά για τον Λορεντζάτο, βλ. στη συνέχεια.

6 Paul Celan, Die Niemandsrose (Του κανενός το ρόδο), 1963. Η μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποίηση, τ. 22 (2003). Βλ. και την προηγούμενη Ελληνική μετάφραση του Χρήστου Λάζου στη δίγλωσση έκδοση Paul Celan, Του κανενός το ρόδο, Άγρα, 1995

7 Paul Celan, Λόγος με αφορμή την παραλαβή του Λογοτεχνικού Βραβείου της Πόλης της Βρέμης, στην Ελλ. έκδοση Ο Μεσημβρινός και άλλα πεζά, Άγρα, 2006, σελ.87 (βλ. και το εισαγωγικό κείμενο του μεταφραστή Γ. Σαγκριώτη). Το θέμα του «κλεισμένου στο μπουκάλι μηνύματος» έχει τη δική του ιστορία, από τον Edgar Allan Poe ως τον Τσέλαν. Σημαντικός σταθμός της είναι ο επίσης «ναυαγός» και θύμα Όσιπ Μαντελστάμ, μεταφραστής του οποίου στη Γερμανική γλώσσα υπήρξε ο Τσέλαν.

8 Bλ. Βρασίδα Καραλή, “Σπουδή στη Μικρά Σύρτι του Ζήσιμου Λορεντζάτου”, εκδ. Δόμος, 1993.

9 Για το περιστατικό βλ. και την σχετική παρατήρηση του Τέοντορ Αντόρνο στη συζήτησή του το 1950 με τους Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ και Μάξ Χορκχάιμερ (στα Ελληνικά, Για τον Νίτσε, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, Ίνδικτος 2003, σελ. 14 – 15.

10 O Μεσημβρινός του Paul Celan (Ελλ. Έκδοση, Ο Μεσημβρινός και άλλα πεζά, Άγρα, 2006, σελ. 87), είναι λόγος για τον Büchner και εκφωνήθηκε με αφορμή την απονομή του βραβείου Büchner, σημαντικότερου λογοτεχνικού βραβείου της Ομοσπονδιακής Γερμανίας.

Tο όλο έργο του Georg Büchner, λογοτεχνικό, πολιτικό και ιατρικό, υπάρχει στη δίτομη έκδοση του Deutscher Klassiker Verlag, 2006. Σε Ελληνικές μεταφράσεις τα θεατρικά Ο Θάνατος του Δαντών, Λεόντιος και Λένα και o Βόυτσεκ, καθώς επίσης ο Λέντς.

11 H διάκριση που εισήγαγε ο Max Weber μεταξύ Gesinnungsethik (ηθικής της πεποίθησης, των προθέσεων) και Verantwortungsethik (ηθικής της ευθύνης), είναι κρίσιμη. Αξίζουν όμως το ελαφρυντικό των «καλών προθέσεων», των «καλών σκοπών», εκείνοι που είναι πρόθυμοι να τους υπηρετήσουν με αποτρόπαια μέσα, ή με τρόπο ανεύθυνο; Για να είναι όντως καλές οι προθέσεις πρέπει να εμπεριέχουν την υπευθυνότητα.

12 H περίπτωση του Ρουμανο-αμερικανού μαθηματικού και οικονομολόγου Nicholas Georgescu – Roegen και της επιτυχούς εισαγωγής της έννοιας της εντροπίας στην οικονομική επιστήμη (The Entropy Law and the Economic Process, Harvard University Press 1971), είναι μια ένδειξη ότι ο χωρισμός με επιστημολογικά Σινικά Τείχη των επιστημών της φύσης από τις επιστήμες της κοινωνίας, ίσως στερεί και τις δύο επιστημονικές «ηπείρους» από πολύτιμες αναλυτικές δυνατότητες.

13 Francis Fukuyama, The End of History and the Last Man (Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, μτφ. Αχιλλέα Φακατσέλλη, Νέα Σύνορα 1993).

Βλ. επίσης του ιδίου, La fin de ‘ll Historie dix ans apres, Le Monde 17/6/1999 και το νεότερο βιβλίο του, Our Post Human Future, Farrar, Straus and Giroux, Ν. Υόρκη 2002.

Βλ. επίσης, Claude Michea, Η αυτοκρατορία του μικρότερου Κακού, μτφ. Άγγελου Ελεφάντη, Πόλις 2009, σελ. 183 – 186. Ο Φουκουγιάμα έχει εν τω μεταξύ πάρει κάποιες αποστάσεις από το νεοσυντηρητικό υλισμό και μετά το 2002 επικαλείται πλέον την έννοια της ανθρώπινης φύσης και επιχειρήματα που ο ίδιος χαρακτηρίζει Αριστοτελικά.

14 Bιοτικός κόσμος (ή βιόκοσμος), σε αντιδιαστολή με το σύστημα: Πρέπει εδώ ν’ αναφερθεί, πολύ σύντομα, πως ορίζεται το ζεύγος αυτό από τον Jürgen Habermas στη Θεωρία του επικοινωνιακού πράττειν (Theorie des kommunikativen Handelns): Ο βιόκοσμος είναι ο ορίζοντας των εμπειριών μας, το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα πράγματα εμφανίζονται, βιώνονται και αποκτούν ένα νόημα. Η αναπαράστασή του στη συνείδηση των ατόμων, συνίσταται από νοήματα προσδιορισμένα με κοινωνικούς και πολιτισμικούς όρους, τα οποία δομούνται και διαστρωματώνονται με τρόπο «γλωσσολογικό». Για τον Χάμπερμας, με την εξέλιξη της κοινωνίας στο νεωτερικό κόσμο, αυτονομούνται τα λειτουργικά συστήματα της οικονομίας (αγορά) και της πολιτικής (γραφειοκρατικό κράτος). Τώρα πλέον, το αυτονομημένο σύστημα με τα μέσα ελέγχου που διαθέτει, χρήμα και εξουσία, «αποικιοποιεί» τον βιοτικό κόσμο, ενώ πριν, στις παραδοσιακές και προκαπιταλιστικές κοινωνίες, σύστημα και βιόκοσμος δεν ήταν διαχωρισμένα και αποτελούσαν μία ενότητα.

15«Κι εγώ αναρωτιέμαι, πώς ο Θεός επέτρεψε να υπάρξει το Άουσβιτς» (Πάπας Βενέδικτος ΧVI).

16 MaxWeber, «Η Προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού».

17 H έκφραση“συγκεκριμένη ουτοπία” (Konkrete Utopie) είναι του Ernst Bloch. “Πραγματοποιημένη ουτοπία” (verwirklichte Utopie), από επιστολή του Theodor Adorno προς τον Thomas Mann.

Το παραπάνω κείμενο είναι αντιγραφή απο το https://nigromont.wordpress.com/2014/12/12/%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CF%88/#more-170

 

Advertisements