του Νικήτα Κόραλη

isixasmosΌταν αναφερόμαστε στην πνευματική αναζήτηση, συνήθως στη σκέψη των περισσότερων έρχεται κάτι από Ανατολή, Βουδισμό, Ζεν, Σουφισμό, Ινδία, Θιβέτ ή έστω Αρχαία Αίγυπτο και Ελλάδα. Σπάνια, τουλάχιστον για εμάς τους Έλληνες, η πνευματική αναζήτηση συνδέεται στη σκέψη μας με το Χριστιανισμό και δη την Ορθοδοξία, κι αυτό κυρίως λόγω της απαξίας που τον/την περιβάλλει μέχρι σήμερα –απαξία που κατάφερε να δημιουργήσει με τη στάση και τα έργα της η Ιεραρχία της Εκκλησίας από τους πρώτους ακόμη αιώνες της εμφάνισης της νέας θρησκείας.

Συχνά, μέσα από τις σελίδες αυτού του περιοδικού, έχουμε εκφράσει την άποψη ότι η σύγχρονη χριστιανική θρησκεία και η αυθεντική διδασκαλία του Ιησού, είναι μάλλον δυο πράγματα ασύμβατα, που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Παρόλα αυτά, φαίνεται πως μια ορισμένη μυστική διδασκαλία που ανάγεται ακριβώς στην απαρχή του Χριστιανισμού και αποτυπώνει ένα μέρος της ουσιαστικής διδασκαλίας (μαζί με πρακτικές) του Ιησού, διασώθηκε από κάποιους χριστιανούς μύστες της Ανατολής και ανόθευτη μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα στις επόμενες γενιές μυημένων. Το όνομα αυτής της διδασκαλίας, που έγινε γνωστή τον 14ο αιώνα από κάποιους μοναχούς του Αγίου Όρους που την μελετούσαν, είναι Ησυχασμός.

Ο Ησυχασμός, όπως και ο κυριότερος εκφραστής του, ο Γρηγόριος Παλαμάς (1296-1359), κάποια εποχή (19ος αι.) αμφισβητήθηκαν και θεωρήθηκαν έως και αιρετικοί από την επίσημη Εκκλησία. Παρόλα αυτά, η τόσο σημαντική αυτή ιερή παράδοση δεν χάθηκε αλλά συνέχισε να ασκείται από ορισμένους μοναχούς στο Άγιο Όρος και αλλού, παραμένοντας (και ίσως σωστά) στην αφάνεια.

Τα λίγα που γνωρίζουμε σήμερα για το περιεχόμενο του Ησυχασμού προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από μία ανθολογία κειμένων, που γράφτηκαν από ορισμένους χριστιανούς πατέρες από τον 4ο μέχρι τον 14ο αιώνα. Η ανθολογία αυτή ονομάζεται Φιλοκαλία και περιέχει κυρίως συμβουλές και πρακτικές οδηγίες για τους ασκούμενους μοναχούς αλλά και όποιον θα ήθελε να ακολουθήσει τον τραχύ πνευματικό δρόμο της Ησυχαστικής παράδοσης.

Σήμερα, εκείνοι που γνωρίζουν περιγράφουν την ασκητική πρακτική του Ησυχασμού ως «Χριστιανική Γιόγκα». Στην ουσία πρόκειται για μία όψη της προαιώνιας Σοφίας ή της παγκόσμιας μυστικής παράδοσης, που στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο προηγήθηκε του επίσημου Χριστιανισμού κατά τουλάχιστον χίλια χρόνια.

Μία σπουδαία πρακτική αυτής της μυστικής διδασκαλίας φέρνουμε στο φως με το πολύ απαιτητικό άρθρο που ακολουθεί. Πρόκειται για την περίφημη Θεία Κλίμακα (που διασώζεται στη Φιλοκαλία) του μοναχού Θεοφάνη και τις δέκα βαθμίδες της που οδηγούν στην Τελείωση και την Ένωση με τον Θεό…

Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Για τον μοναχό Θεοφάνη γνωρίζουμε ελάχιστα, ούτε καν πότε έζησε. Αυτό για το οποίο είμαστε βέβαιοι όμως, είναι ότι ήταν μοναχός στη χριστιανική Ανατολή και ότι συνέθεσε το σύντομο ποίημα η Κλίμακα της Θείας Χάρης, όπου μέσα σε εβδομήντα έναν μόλις στίχους, βρίσκουμε το απόσταγμα χιλιάδων ετών πνευματικής διδασκαλίας και ασκητικής πειθαρχίας.

Υπό μια έννοια, ο τίτλος του ποιήματος τα δηλώνει όλα: Όποιος αναζητά την ένωση με τον Θεό πρέπει να κατανοήσει –προτού καν ακόμα ξεκινήσει την αναζήτησή του– ότι το κλειδί για κάθε κίνησή του είναι η συνέργεια, η συνεργασία ανάμεσα στο Θείο έλεος και την ανθρώπινη προσπάθεια.

Πέρα από όλα τα άλλα, όμως, η πρόθεση του ποιητή-μοναχού είναι να αφυπνίσει τη συνείδηση του ανθρώπου που θεωρεί ότι το δόγμα μπορεί να σταθεί μόνο του, χωρίς πρακτική μέθοδο και η θεωρία χωρίς πράξη.

Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανοδική πορεία μας δεν είναι μόνο προς τον Θεό. Είναι και μέσα στον Θεό και πλάι Του. Κάθε ένα από τα σκαλιά της Κλίμακας είναι κι ένα δώρο ή μια ευλογία, μια ζωντανή παρουσία του τελικού Στόχου στα μέσα του δρόμου. «Εργαστείτε σκληρά για να επιτύχετε τη σωτηρία σας με φόβο και ρίγος, γιατί ο Θεός εργάζεται μέσα σας» (Φιλ. 2:12-13). Η φράση αυτή επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά αυτή τη συνέργεια.

Η αυθεντία των διδαχών αυτού του ποιήματος έχει ταυτόχρονα χαρακτήρα ανθρώπινο και θεϊκό. Αυτό που μας προσφέρεται δεν είναι μια εικασία που επινόησε ένας πνευματικός οραματιστής, του οποίου οι ισχυρισμοί δεν μπορούν να ελεγχθούν και να αποδειχτούν εμπειρικά. Αντίθετα, πρόκειται για κάτι συγκεκριμένο και πρακτικό που οδηγεί πέρα από τη συνηθισμένη ευπιστία ή βεβαιότητα. Σημειώστε ότι μέσα από την εμπειρία η Κλίμακα γίνεται γνωστή.

Ταυτόχρονα, η γνώση αυτή οφείλεται στον Θεό, ο οποίος ευσπλαχνικά κατέρχεται στο επίπεδο όσων εμπνέονται απ’ Αυτόν. Η αυθεντική σοφία δεν μπορεί να εκπορεύεται από τον άνθρωπο και μόνο –δεν είναι ένα επίτευγμα για το οποίο δέχεται κανείς επαίνους. Η σοφία με θεϊκή προέλευση είναι η γνώση ότι ο Θεός γνωρίζει τον εαυτό Του μέσα μας.

Κάθε μία από τις δέκα βαθμίδες της Κλίμακας περιγράφεται με ένα και μόνο ουσιαστικό. Το ταξίδι λοιπόν περνάει από τα εξής στάδια: προσευχή, καρδιά, ενέργεια, δάκρυα, ειρήνη, κάθαρση, θεωρία, λάμψη, φωτισμός και τελειότητα.

Τα ουσιαστικά, όμως, σε κάθε περίπτωση συνοδεύονται από επίθετα. Δεν έχει σημασία η οποιαδήποτε προσευχή, αλλά η καθαρότατη προσευχή. Δεν απαιτείται μια οποιαδήποτε καρδιά, αλλά η θερμή καρδιά. Με αυτό τον τρόπο διαπιστώνει επίσης κανείς ότι η ενέργεια είναι άγια, ότι τα δάκρυα είναι θεία, ότι η ειρήνη αφορά τους λογισμούς, η κάθαρση τονου, η θεωρία τα άνω μυστήρια, η λάμψη είναι παράδοξη με άρρητο τρόπο, ο φωτισμός της καρδιάς ανείπωτος και η τελειότητα χωρίς τέλος.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Ο Θεοφάνης φροντίζει επιμελώς να τονίσει ότι το πρώτο βήμα που αναφέρεται στην προσευχή, είναι πολύ ιδιαίτερο. Στην αγνότερη μορφή του είναι μια χωρίς εικόνες προσοχή (ανεικονική) προς τη Θεία παρουσία, μια προσοχή που περισσότερο οντολογικά παρά ρητορικά συνδέεται με το αντικείμενό της, και η οποία στην Ησυχαστική πρακτική υποστηρίζεται από την επανάληψη μιας σύντομης επίκλησης, όπως για παράδειγμα η φράση Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με.

Είναι πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε εδώ, ότι αυτό το εναρκτήριο βήμα συνιστά από μόνο του ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο πνευματικό στάδιο, που προϋποθέτει ένα υπόβαθρο για το οποίο δεν γίνεται η παραμικρή νύξη στο ποίημα. Με άλλα λόγια, το ποίημα αρχίζει από ένα σημείο πολύ πέρα από την κατάσταση στην οποία συνήθως βρισκόμαστε οι περισσότεροι και είμαστε πιθανόν έτοιμοι να ανταποκριθούμε.

Η ουσιαστική προσευχή είναι η κατώτατη βαθμίδα μιας Κλίμακας, η οποία πρέπει πρώτα να εδραστεί σε ένα ζωντανό καθαγιασμένο θεμέλιο, ενώ η ανάβασή της προϋποθέτει μια μακρά και ευρύτατη εκπαίδευση με την καθοδήγηση ενός πνευματικού πατέρα.

Η χριστιανική μυστική παράδοση γνωρίζει πολύ καλά ότι οι ατομικές πρωτοβουλίες και τα κατορθώματα έχουν πάντα καταστροφικές συνέπειες στην πνευματική ζωή. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας δηλώνει πλήρη σεβασμό στους πρεσβύτερους και καλύτερούς του αναφερόμενος στους «θεοφόρους πατέρες».

Εφόσον μας χορηγηθεί η ευλογία αυτού του πρώτου βήματος, ανακαλύπτουμε σύντομα ότι η αληθινή προσευχή είναι μια μεταμορφωτική δύναμη, η οποία ξεκινάει το «μαγικό» της έργο κυριολεκτικά μέσα στους ιστούς του ανθρώπινου σώματος.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία των Ησυχαστών, αυτή η μεταμόρφωση παρατηρείται  αρχικά στο πιο κεντρικό όργανο του σώματος, την καρδιά, εκεί όπου κατοικεί η καθαρή συνείδηση. Μάλιστα το πιο συνηθισμένο σημάδι αυτής της αλλαγής είναι μια καρδιακή θέρμη. Αυτή η ζέστη, όπως και η καρδιά, δεν είναι μεταφορικές έννοιες. Κάτι στ’ αλήθεια αρχίζει να συμβαίνει στην περιοχή του στήθους. Πρόκειται δηλαδή για πραγματική αίσθηση θερμότητας που νιώθει κανείς εκεί, που συγχρόνως είναι και μια απόδειξη ότι η πραγματική μας καρδιά είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας μυς, κάτι παραπάνω από μια οργανική αντλία.

Όπως και να έχει, η Κλίμακα ενεργοποιεί ολόκληρο τον άνθρωπο, ως ένα σύνολο. Στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε την πλήρη ένωση το σώμα δεν εγκαταλείπεται, αλλά ανυψώνεται και οδηγείται στο θεϊκό του πρωτότυπο.

Στη συνέχεια ακολουθεί μια ενέργεια παράδοξη κι αγία. Όσα στην αρχή ίσχυαν μόνο για το κεντρικό όργανο, την καρδιά, σταδιακά γίνονται αισθητά σε ολόκληρο τον ανθρώπινο οργανισμό. Μια φυγόκεντρη ακτινοβολία δύναμης αρχίζει τώρα να εκπέμπεται προς τα έξω μέσω των διαφόρων πτυχών του εαυτού.

Η ενέργεια είναι ένας τεχνικός όρος στην προκειμένη περίπτωση. Η δυτική φιλοσοφία συνήθως κάνει ένα διαχωρισμό ανάμεσα στη μορφή και την ύλη. Η ενέργεια είναι το τρίτο στοιχείο που συνδέει τα άλλα δύο (τη μορφή και την ύλη). Είναι ο ζωντανός εσωτερικός παλμός μέσω του οποίου η ουσία εκδηλώνεται ως υπόσταση.

Ο Θεός έχει το δικό Του μοναδικό παλμό, που είναι η αποτελεσματική και λυτρωτική παρουσία του Υπερβατικού στο κοσμικό πεδίο. Από την πλευρά μας, εμείς οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να συμμετέχουμε πλήρως στη Θεία Υπόσταση και στη δύναμη του Θεού, μέσα από την αφομοίωση των ιερών ενεργειών Του. Το κομβικό σημείο γι’ αυτή τη συνδιαλλαγή είναι η ανθρώπινη καρδιά –μια συνδιαλλαγή που αρχίζει όταν το δικό μας κέντρο μετακινείται ώστε να ταυτιστεί με το κέντρο του Θεού.

ΘΕΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ

Το τέταρτο βήμα, τα δάκρυα, είναι ένα τεκμήριο αυτής της αλλαγής. Δεν μιλάμε ωστόσο για τα όποια δάκρυα, αλλά μόνο για τα θεία δάκρυα. Είναι σημαντικό να μην συγχέουμε αυτά τα «δάκρυα εκ Θεού» με τα δάκρυα που προέρχονται από τις συνηθισμένες μας λύπες και μελαγχολίες.

Η ανάβαση της Κλίμακας απαιτεί να κυριαρχούμε στα πάθη μας, συμπεριλαμβανομένης της αυτολύπησης, της μνησικακίας και του θυμού που πολύ συχνά εκδηλώνονται με το κλάμα. Πρέπει να γίνουμε αντικειμενικοί απέναντι στο εγώ μας, και να μην ελεγχόμαστε πλέον από τη συναισθηματική εμπλοκή του στο ρευστό παιχνίδι του κόσμου.

«Γίνε αμέριμνος για κάθε πράγμα», λέει ο Θεοφάνης, γιατί «αδύνατο να μάθεις χωρίς αμεριμνία». Δηλαδή χωρίς απόσπαση, αν κανείς δεν σταματήσει να νοιάζεται εσωτερικά, δεν είναι δυνατόν να αποκτήσει την εσωτερική γνώση.

Τα δάκρυα της Κλίμακας δεν είναι δάκρυα εγωιστικής μεταμέλειας ή άρνησης. Αντίθετα, είναι το φυσικό αποτέλεσμα του «λιωσίματος» του εγώ. Καθώς η ακτινοβόλος ενέργεια του Θεού μεταφέρει τη θέρμη της καρδιάς σε όλη την υπόστασή μας, τα διάφορα «στρώματα του πάγου» αρχίζουν να λιώνουν. Έτσι γινόμαστε το ζεστό, απαλό νερό των δακρύων μας, που ξεσπούν στην άνευ όρων παράδοσή μας στο θεϊκό χείμαρρο…

Τα δύο επόμενα στάδια μπορούμε να τα εκλάβουμε ως ένα, αφού είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: ειρήνη λογισμών και κάθαρση του νου. Πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ ότι η ειρήνη αφορά λογισμούς, δηλαδή σκέψεις, κάθε είδους.  Δεν έχει να κάνει καθόλου με θετική σκέψη (που είναι πολύ της μόδας σήμερα),  η οποία θα αντικαθιστούσε απλά τις κακές ή αρνητικές σκέψεις, με άλλες, καλές.

Οι Ησυχαστές ακολουθούν ένα μονοπάτι που οδηγεί πέρα από τη διανοητική σύλληψη καθεαυτή. Με τη λέξη λογισμοί εννοούν τα προϊόντα της ασυνάρτητης διανοητικής λειτουργίας, δηλαδή όλη τη διανοητική φλυαρία που προκύπτει από το συνωστισμό και την εντύπωση μέσα μας αισθήσεων, εικόνων, ιδεών και συναισθημάτων. Βυθισμένοι μέσα σε αυτή τη φλυαρία ζούμε, σαν σε όνειρο, την καθημερινότητά μας.

Ο Θεοφάνης γνωρίζει καλά ότι δεν ζούμε στο τώρα, δεν είμαστε παρόντες στον εαυτό μας, κι αυτό γιατί ο νους μας είναι συνεχώς απασχολημένος με το τι έγινε πριν ή με το τι θα γίνει μετά. Η «θεραπεία» αυτής της προβληματικής κατάστασης μπορεί να προέλθει μόνο από την εμφάνιση μιας ιδιαίτερης ποιότητας προσοχής, που σε αντίθεση με την συνήθη ασυνάρτητη σκέψη, μπορεί να εισχωρήσει στον πυρήνα της ύπαρξης, αλλά και των πραγμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο νους αφυπνίζεται, εξαγνίζεται και αποκτάει μια δύναμη που δεν μπορεί αλλιώς να έχει.

Ανοίγοντας δρόμο μέσα από τα πέπλα της λησμονιάς και εισχωρώντας στο «μεδούλι του κόσμου», ανακαλύπτει μέσω της ενθύμησης το δικό του εσωτερικό περιεχόμενο. «Γιατί, κοίτα, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σου» (Λουκάς 17:21).

Ως εδώ λοιπόν, στόχος του ποιητή ήταν να μας περιγράψει το επιτακτικό αρχικό στάδιο της μετάνοιας, της απομάκρυνσης από την αυταπάτη και το θάνατο. Τώρα αρχίζουμε να βλέπουμε φευγαλέα τα θετικά αποτελέσματα αυτής της εργασίας στον εαυτό μας. Υπάρχει μια θεωρία (αρχίζουμε δηλαδή να βλέπουμε) των άνω μυστηρίων, να αντιλαμβανόμαστε μια παράδοξη λάμψη και έναν ανείπωτο φωτισμό της καρδιάς.

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΟΣ

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ, ότι μιλώντας για μυστήρια ο Θεοφάνης δεν αναφέρεται σε μυστικές καταστάσεις ή φόρμουλες, ούτε σκοπός της πορείας του είναι η γνώση κάποιων ουρανίων στατιστικών.

Συμβουλεύει την απόσπαση, όχι μόνο από ό,τι είναι παράλογο, αλλά και από ό,τι φαίνεται ευφυές, και σε αυτή την τελευταία  κατηγορία αναμφίβολα περιλαμβάνονται λίγο ως πολύ όλα όσα θεωρούνται «πνευματικά» στο γνωστό new age πνεύμα της εποχής μας.

Στην Ησυχαστική παράδοση, το πραγματικό μυστήριο υπερβαίνει κάθε πληροφορία, άσχετα με το πόσο εξωτική ή εσωτερική μπορεί αυτή η πληροφορία να είναι. Το εσώτερο δεν παύει να είναι εσώτερο, ακόμα και τη στιγμή που γίνεται ορατό από εμάς και επομένως η θέαση των μυστηρίων δεν παύει να είναι θέαση μυστηρίων, δηλαδή πραγματικοτήτων που εκ της φύσεώς τους διαφεύγουν της αντίληψης ακόμη και ενός μύστη, και που καμία γλώσσα δεν μπορεί επαρκώς να τις αποδώσει.

Σε αυτό όμως που τόσο ο ποιητής όσο και οι σύντροφοί του μοναχοί απόλυτα συμφωνούν, είναι πως ό,τι κι αν είναι αυτό που βλέπει κανείς με τα μάτια του νου, σε κάθε περίπτωση το λούζει ένα σπάνιο φως. Για άλλη μια φορά πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια απλή μεταφορική έννοια, αφού το εν λόγω φως αποτελεί αντικειμενική πραγματικότητα, με πρότυπό του το φως της Μεταμόρφωσης του Χριστού στο Όρος Θαβώρ, όταν «το πρόσωπό του φωτίστηκε σαν τον ήλιο και το ένδυμά του ήταν λευκό σαν το φως» (Ματθ. 17:2).

Στη συνέχεια, και άρρηκτα με τη νέα μας αντίληψη για αυτό το φως, εμφανίζεται μία αντίστοιχη και συμπληρωματική συνάμα εσωτερική λάμψη. Πέρα από τις λέξεις (με άρρητο τρόπο), η ένατη βαθμίδα της Κλίμακας επιτρέπει στον άνθρωπο ένα βαθμό συμμετοχής στο Θείο, όπου και ο ίδιος αρχίζει να λάμπει με τη δόξα του Χριστού. Ακολουθώντας το αξίωμα ότι τον όμοιο μόνο ο όμοιος μπορεί να αναγνωρίσει, ο Ησυχαστής αγωνίζεται με τη βοήθεια της χάρης να φτάσει στη στιγμή όπου το σώμα –τώρα πλέον πλήρως εμβαπτισμένο στον Θεό– αποτελεί μαρτυρία, στην ίδια του την υπόσταση, των πραγματικοτήτων που έχει δει.

To φωτοστέφανο στις εικόνες των αγίων δεν είναι κάποια υπερβολή ορισμένων θρησκόληπτων. Αν είχαμε μάτια για να δούμε, θα βλέπαμε ότι ο αληθινός άγιος λάμπει σαν τον παράδεισο που ο ίδιος είναι. Παρόλα αυτά, ο παράδεισος δεν είναι αρκετός… Ο παράδεισος είναι φυλακή για τον Σούφι, λένε οι μυστικιστές του Ισλάμ, γιατί ποιος θέλει τον κήπο όταν υπάρχει ο Κηπουρός; Ο Θεοφάνης συμφωνεί. Υπάρχει κάτι παραπάνω από το φωτισμό στο πνευματικό ταξίδι.

Σκοπός δεν είναι να ξαποστάσουμε ικανοποιημένοι με τους στοχασμούς μας για το μεγαλείο του Θεού, ούτε να αποχαυνωθούμε στον παράδεισο που μας χορήγησε, όσο κι αν αισθανόμαστε περιχαρείς και αιώνιοι πλάι Του. Υπάρχει κάτι ακόμη, μια δέκατη βαθμίδα που αναμένει στην κορυφή της Κλίμακας, και δεν είναι άλλη από τη συνύπαρξη στην Υπέρτατη Πραγματικότητα, τη θέωση.

Όπως κι ο ίδιος ο Θεός, το κορυφαίο αυτό σκαλοπάτι δεν έχει όρια, είναι τελειότητα χωρίς τέλος παρόλο που η περιγραφή του περιλαμβάνεται σ’ ένα στίχο μόνο. Κι αυτό γιατί το τέλος του δρόμου είναι στην πραγματικότητα η αρχή μιας απέραντης προοδευτικής πορείας προς την Αγάπη που αγαπά την Αγάπη, και μέσα από την Αγάπη αγαπά τα πάντα.

«Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει Θεός»: Η σωτηρία  δεν έχει να κάνει απλά με την αποκατάσταση μιας παραδείσιας κατάστασης που διαταράχτηκε. Είναι μια ζωή ανείπωτη, χωρίς προηγούμενο, μια ζωή που δεν περιορίζεται πια από τις ποιότητες και τις συνθήκες της συνηθισμένης ύπαρξης στον παρόντα κόσμο.

Μια αντιστροφή έχει λάβει χώρα κατά μήκος της ακτίνας της δημιουργίας, μια ηθελημένη επιστροφή αυτού που είμαστε στον Θεό. Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να παραμένουν δύο διαφορετικοί κύκλοι, ο ανθρώπινος και ο Θείος, όμως το κέντρο τους είναι τώρα κοινό.

ΑΝΩΜΑΛΗ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΗ

Στο σημείο αυτό εμφανίζεται κάτι παράδοξο: Αφού ο Θεοφάνης με το ποίημά του μας έχει εμψυχώσει και μας έχει οδηγήσει στην κορυφή της θαυμαστής Κλίμακας, στη συνέχεια, σαν να μην είναι ικανοποιημένος από την περιγραφή του, αρχίζει τις παραινέσεις, τις προειδοποιήσεις και μας προσγειώνει ανώμαλα και πάλι στη γη, προσπαθώντας μάλιστα πεισματικά να μας αποδείξει ότι ο ίδιος είναι ο χειρότερος των «ιεροφαντών», λέγοντας φράσεις όπως: «εμείς οι ράθυμοι να ωφεληθούμε», «οι πιο σκληροί –εγώ ανάμεσά τους πρώτος», «πώς τόλμησες εσύ ν’ αρθρώσεις τέτοια λόγια, εσύ που τίποτα απ’ αυτά δεν έχεις απολύτως; Πώς δεν δοκίμασες φρίκη που τα διδάσκεις;» (απευθυνόμενος στον εαυτό του).

Γιατί άραγε το κάνει αυτό; Γιατί στιγματίζει τόσο σκληρά τον εαυτό του; Μήπως πρόκειται για τίποτε θρησκόληπτους συναισθηματισμούς, για κάποιο αρχαίο συμβολικό εθιμοτυπικό, ή μήπως απλά προσπαθεί να μας φοβίσει;

Η απάντηση σε κάθε περίπτωση πρέπει να είναι όχι. Πράγματι, το δεύτερο μισό της Κλίμακας θα μπορούσε να το εκλάβει κανείς σαν ένα πλέγμα από θρησκευτικές κοινοτυπίες. Μια τέτοια ανάγνωση όμως θα ήταν λανθασμένη.

Αντίθετα, είναι εμφανές πως όποιος κατανοεί με ακρίβεια την επιστήμη της καθαρότατης προσευχής, όπως προφανώς ο Θεοφάνης, όποιος είναι ευαίσθητος τόσο ώστε να μπορεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στη λάμψη και στο φωτισμό, και όποιος από την προσωπική του πείρα αναφορικά με την πάλη με τις σκέψεις μπορεί να μιλάει με τόση δύναμη για τα όρια της γλώσσας –αυτός ακριβώς δεν μπορεί παρά να έχει πλήρη επίγνωση, αυτού που κι εμείς, με τις μάλλον τιποτένιες εμπειρίες μας, έχουμε ξεκάθαρα δει:

Ότι ο τρόμος και ο πανικός είναι συναισθήματα που ανήκουν στη σκληρή –και όχι στη μαλακωμένη– καρδιά. Ότι είναι στοιχεία ισχυρά του αδιάκοπου εγωκεντρισμού μας σε σχέση με τον Θεό και το αποτέλεσμα της εκ γενετής συνενοχής μας σε έναν κόσμο που αναπόφευκτα όλους μας απογοητεύει.

Σύμφωνα με την ορολογία των Ησυχαστών, τέτοια πάθη δεν είναι τίποτε άλλο παρά όλο και περισσότεροι λογισμοί, κι άλλη ψυχική φλυαρία, οπότε δεν είναι δυνατόν ο Θεοφάνης να τα ενθαρρύνει όλα αυτά. Ούτε είναι δυνατόν βέβαια να αγνοεί ότι το ανθρώπινο εγώ έχει τον τρόπο να τρέφεται ακόμα και από την ταπείνωση, όντας υπερήφανο για τις αμαρτίες του. Όταν ο Θεοφάνης αναφέρεται στον εαυτό του και τον χαρακτηρίζει ως τον πιο σκληρόκαρδο, είναι παράλογο να φανταστούμε ότι περιμένει να πιστέψουμε ότι εμείς είμαστε ανώτεροί του. Τι εννοεί λοιπόν;

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Μόνο λαμβάνοντας υπόψη συνολικά την έννοια της via negativa (την οδό του αποφατισμού, της άρνησης), την τόσο χαρακτηριστική στον Ησυχασμό και τη χριστιανική Ανατολή, μπορούμε να κατανοήσουμε αυτές τις αινιγματικές εκφράσεις. Τόσο οι αυτό-επιτιμήσεις όσο και οι προειδοποιήσεις στοχεύουν στο να μετακινήσουν τον αναγνώστη στην αποφατική διάθεση. Αφού λοιπόν αρχικά μας μίλησε με θετικούς όρους για τη σύσταση της Κλίμακας, ο Θεοφάνης τώρα προχωράει μεθοδευμένα στην υπονόμευση της κατανόησης που πιθανόν έχουμε αποκτήσει, διευρύνοντας το βαθμό της αναίρεσης και αυξάνοντας την έντασή του, σε περίπτωση που θεωρήσουμε ότι έχουμε γίνει σοφοί.

«Μην ξεγελάτε τον εαυτό σας», μας προειδοποιεί. Και η επιταγή αυτή δεν μπορεί να γίνει αισθητή σε όλο της το βάθος και την έκταση, αν πρώτα δεν παραδεχτούμε ότι ολόκληρη η ζωή μας είναι ένα πλέγμα από αυταπάτες και ματαιοδοξίες. Θυμηθείτε τι είπαμε για τους λογισμούς… Η ένωση που αποζητούμε με το Απόλυτο μπορεί να γίνει εφικτή μόνο σε βάρος όλων εκείνων των κούφιων ελπίδων που εγείρονται από την τωρινή γεμάτη πάθη ψυχική και διανοητική μας κατάσταση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος πρέπει να βυθιστεί στην απογοήτευση σχετικά με την πρόοδό του στο δρόμο προς τον Θεό. Η αποφατική οδός δεν παύει να είναι ένα μονοπάτι και ο ποιητής, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, σπεύδει να τονίσει ότι οφείλουμε να κάνουμε κάθε δυνατή προσπάθεια αναζητώντας την Αλήθεια εδώ και τώρα, σε αυτόν εδώ τον κόσμο.

Ωστόσο, αυτό που θα ανακαλύψουμε, όταν το ανακαλύψουμε, είναι ένας πλούτος που ο κόσμος δεν χωράει. Ο Θεοφάνης εννοεί μέχρι κεραίας ό,τι λέει: αν επιθυμείς να εισέλθεις στον Θεό θα πρέπει να γίνεις αμέριμνος (δηλαδή να αποσπαστείς) για κάθε πράγμα, και ιδίως για τον εαυτό σου.

Η Κλίμακα είναι τοποθετημένη μπροστά στις μύτες των ποδιών μας. Ο ποιητής μάς υποδεικνύει με μια ακριβή και προσεκτικά επιλεγμένη αποφατική γλώσσα, τι σημαίνει στ’ αλήθεια να ανέβει κανείς την Κλίμακα. Οι αρνήσεις, οι δισταγμοί –οι δικοί του, άρα και οι δικοί μας– είναι απλώς τα κενά ανάμεσα στα σκαλοπάτια…

Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΗΣ

Η καθαρότατη προσευχή είναι το πρώτο.

Απ’ αυτήν πηγάζει κάποια καρδιακή θέρμη

κι ακολουθεί ενέργεια παράδοξη κι αγία.

Κατόπιν τα θεία δάκρυα της καρδίας

κι απ’ αυτά η ειρήνη λογισμών κάθε είδους.

Απ’ αυτήν, η κάθαρση του νου αναβλύζει

και η θεωρία των άνω μυστηρίων,

και μετά έλλαμψη παράδοξη μ’ άρρητο τρόπο

κι ανείπωτος φωτισμός της καρδιάς από τούτη

και από δω πάλι, τελειότητα χωρίς τέλος.

Πλάτος λοιπόν απέραντο έχει κάθε σκαλί της,

κι ας περιλαμβάνεται σ’ ένα στίχο μόνο.

Στην κλίμακα αυτή, το κάτω σκαλοπάτι

την καθαρή προσευχή μόνο υπογραμμίζει,

της οποίας είναι πολλά, αμέτρητα τα είδη.

Κι αν θέλαμε να κάνομε έναν κατάλογό τους

ο λόγος θα τραβούσε πολύ σε μάκρος.

Το ίδιο σκέψου, αγαπητέ, και στ’ άλλα

που δάσκαλός τους είναι η πείρα, όχι ο λόγος.

Κλίμακα ασυνήθιστη, στα ουράνια υψωμένη.

Δέκα σκαλιά, που παράδοξα ψυχές ζωογονούνε,

δέκα σκαλιά που τη ζωή της ψυχής κηρύττουν.

Και λέει κάπου ένας θεοφόρος πατέρας:

«Όποιος δεν τρέχει εδώ, ζωή ν’ αποκτήσει

της ψυχής, ας μην γελά με κούφιες ελπίδες

τον εαυτό του, πως θα τη βρει εκεί πάνω».

Δέκα σκαλιά, θεία φιλοσοφία,

δέκα σκαλιά, καρπός όλων των βιβλίων,

δέκα σκαλιά, που το τέλειο δείχνουν,

δέκα σκαλιά, στους ουρανούς π’ ανεβάζουν,

δέκα σκαλιά, που σε κάνουν τον Θεό να γνωρίσεις.

Η κλίμακα φαίνεται πολύ μικρή στο μήκος,

αν όμως τη δοκιμάσει κανείς μες την καρδιά του,

πλούτο θα βρει που ο κόσμος δεν χωράει

και θεία πηγή που ζωή άγνωστη αναβλύζει.

Άριστος δάσκαλος η κλίμακα τούτη είναι,

για να γνωρίζει καθαρά τα μέτρα του ο καθένας.

– Τη θεία κλίμακα βλέποντας των δέκα χαρίτων,

αν σταθερά επάνω της πως βρίσκεσαι νομίζεις,

πες μας, σε ποιο σκαλί της έχεις φτάσει,

ώστε κι εμείς οι ράθυμοι να ωφεληθούμε;

– Αγαπητέ, αν θέλεις γι’ αυτά κάτι να μάθεις,

γίνε αμέριμνος για κάθε πράγμα

είτε παράλογο, είτ’ εύλογο το βρίσκεις.

Αδύνατο να μάθεις χωρίς αμεριμνία,

κι αυτά μαθαίνονται με πείρα, όχι με λόγο.

Τούτο σου λέω ως υπενθύμιση μόνο

(ο λόγος είναι αγίων πατέρων θεοφόρων,

αν και θα φανεί βαρύς στην ακοή σου):

«Όποιος δεν βρεθεί σε κάποιο απ’ τα σκαλιά της,

ή δεν έχει αυτά παντοτινή μελέτη,

στο τέλος της ζωής, στην ώρα του θανάτου,

θα κυριευτεί από φόβο και τρόμο μεγάλο

κι από δειλία απέραντη, τη σωτηρία μη χάσει».

Οι στίχοι μου κατέληξαν να φοβερίσουν,

όμως αυτό έγινε προς ψυχικό συμφέρον.

Δεν είναι με τα ήπια μάλλον που οδηγούνται

στη μετάνοια και στην καλοκαγαθία

οι πιο σκληροί –εγώ ανάμεσά τους πρώτος–,

όσο είναι με τα φοβερά που δέος προκαλούνε.

Ας ακούει όποιος τ’ αυτιά τα έχει για να ακούει.

– Άκου κι εσύ που τα ’γραψες αυτά, και πρόσεξέ το.

Πώς τόλμησες εσύ ν’ αρθρώσεις τέτοια λόγια,

εσύ που τίποτα απ’ αυτά δεν έχεις απολύτως;

Πώς δεν δοκίμασες φρίκη που τα διδάσκεις;

Δεν άκουσες τι έπαθε παλιά ο Ζαν εκείνος,

όταν τη θεία Κιβωτό θέλησε να στηρίξει;

– Μη νομίζεις πως αυτά τα λέω για να διδάσκω.

Τον εαυτό μου στηλιτεύω με τούτα,

βλέποντας των αγωνιστών τα έξοχα βραβεία

και τη δική μου ακαρπία σε όλα.

 

Μοναχός Θεοφάνης

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών(Τόμος ΙΙΙ)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ:

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών (πέντε τόμοι), Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας

 Του Νικήτα Κόραλη απο το περιοδικό  ABATON  αρ. 58

http://www.archetypo.com.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=636&Itemid=280&limitstart=3

 

Advertisements