Ένα Μπλουζ για τη Φώτιση

 ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

 blues

Τι δουλειά έχει ένα Μπλουζ με τη φώτιση; Κιθάρες που κλαίνε και διονυσιακοί ρυθμοί με το Σατόρι;

Σατόρι ονομάζεται η φώτιση στο Βουδισμό Ζεν. Καμία ορθολογική ανάλυση, καμία μακρόχρονη συστηματική διδασκαλία δεν εγγυώνται ότι κάποιος μπορεί να το συναντήσει στη ζωή του. Αντίθετα, λέγεται ότι το Σατόρι είναι μια απότομη έκλαμψη, που έρχεται όταν καταρρέει το λογικό οικοδόμημα.

Υπάρχει μια παράδοση για έναν μαθητή που προσπαθούσε σκληρά για χρόνια απομονωμένος ακολουθώντας τις οδηγίες φωτισμένων δασκάλων και τελικά βρήκε (ή τον βρήκε) το Σατόρι ένα μεσημέρι στην κρεαταγορά που είχε κατέβει για ψώνια.

Εκεί, ανάμεσα στα σφάγια και την οχλοβοή, κατέκτησε αιφνιδίως την αφυπνισμένη κατάσταση που του επέτρεψε να συνεχίσει το βίο του χωρίς φόβο ή  προσκολλήσεις.

«Αν οι θύρες της αντίληψης καθαρίζονταν, το καθετί θα παρουσιαζόταν στον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι: άπειρο». Αυτή τη φράση έγραψε ο Γουίλιαμ Μπλέικ πριν από τρεις αιώνες στους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης και υπήρξε η αφορμή για τη δημιουργία από τον Τζιμ Μόρισον των Doors, ενός από τα μεγαλύτερα ροκ-μπλουζ σχήματα.

 

paris jm

Ο τάφος του Τζιμ Μόρισον στο Παρίσι (νεκροταφείο Père Lachaise) με την ελληνική φράση «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού», που σημαίνει ότι έπραττε όπως του υπαγόρευε η συνείδησή του.

 

Μπλουζ, πρωτόγονες πεντατονικές κλίμακες που ταξίδεψαν από την Αφρική στο Νέο Κόσμο και συντηρήθηκαν στη μνήμη των σκλάβων. Οι αρχέτυπες νότες έδωσαν υπόσταση στην κραυγή και τον πόνο τους και τα μετέτρεψαν σε τραγούδια που σιγά-σιγά αγαπήθηκαν από τα παιδιά του «πολιτισμένου» κόσμου. Γιατί η μνήμη είναι κοινή σε όλους τους λαούς.

Πεντατονικές κλίμακες, που σημαίνει μόνο πέντε νότες, ο αριθμός της γης και όχι οι επτά που επινοήθηκαν αργότερα. Από την αρχαιότητα έφτασαν στη δική μας δημοτική παράδοση και από τα Ιωνικά παράλια της Ανατολίας μας ξανάρθαν ως αντιδάνειο με τα ρεμπέτικα.

Δεν μπορεί να μην έχετε ακούσει ποτέ για τη σχέση των ρεμπέτικων με τα μπλουζ; Όλες οι νότες της μουσικής ίδιες σαν αυτές που τραγουδούν οι χορωδίες, που παιανίζουν οι παρελάσεις, και ξαφνικά μια δίεση σπρώχνει λίγο τη μια νότα και όλα αλλάζουν!

Ήχος που μοιάζει σα να έρχεται από τις όχθες του Μισισιπή ή από τα παράλια της Ιωνίας ή από ένα κουτούκι του προπολεμικού Πειραιά. Μια μόνο νότα που λίγο γλίστρησε και μετατρέπει τα πάντα σε αρχέγονο ανθρώπινο παράπονο και αρχετυπικό λυγμό.

 

Όσο σχετίζεται η δική μας μουσική με τα Μπλουζ, άλλο τόσο σχετίζεται και με τα Φάντος, την αντίστοιχη λαϊκή μουσική των Πορτογάλων που έχει ταυτιστεί με μια μοναδική λέξη της γλώσσας τους, το Saudade, την αβάσταχτη νοσταλγία για κάτι ή κάποιον που δεν θα ξαναβρούμε ποτέ. Η Νόστος προς αυτό που μπορεί η λογική να μας φωνάζει πως ποτέ δεν υπήρξε αλλά μάς λείπει αφόρητα. Νόστος για μια Γη της Επαγγελίας, πέρα από τον τρόμο και τις δοκιμασίες της θλιβερής καθημερινότητας.

Αυτές οι «πρωτόγονες» κλίμακες έψαλλαν τις μυστηριακές τελετουργίες των προγόνων μας πριν από χιλιάδες χρόνια. Πέντε νότες όπως και η μάνα γη που επικαλούντο.

Η μουσική έπρεπε να είναι «σωματική» και φυσική. Να βγαίνει από ανθρώπινα στόματα, από κρόταλα, ντέφια, το ρυθμικό χτύπο των χεριών πάνω στο σώμα και από αυλούς φτιαγμένους με καλάμια που κόπηκαν τελετουργικά από την άκρη του νερού. Τίποτα άλλο!

Αυτό το αίσθημα των πρωταρχικών τελετουργιών με έναν περίεργο τρόπο επιβίωσε μέσα στη θεματική ξεχασμένων από τους πολιτισμένους ανθρώπων. Ο Κέρβερος που συναντά κανείς στην ατραπό του (Hellhound on My Trail), η απόφαση που πρέπει να πάρει στο Σταυροδρόμι (Cross Road Blues), δεν είναι φράσεις από αρχαιοελληνικά κείμενα ούτε από παλιά λαϊκά, αλλά από  Μπλουζ  των αρχών του 20ού αιώνα που έδωσαν τη σκυτάλη της έμπνευσης στο ροκ της δεκαετίας του ’60 και του ’70 των Cream, των LedZeppelin, των JethroTull.

Όπως στο ελληνικό παραδοσιακό και λαϊκό τραγούδι, έτσι κι εδώ φτάνει η ανάμνηση του παρελθόντος, όπου ο ήρωας που έχει τη Γνώση ξέρει πως  δεν είναι ούτε υποδεέστερος ούτε σκλάβος των θεών. Είναι ομοτράπεζος και άμα πιούν παρέα και λίγο παραπάνω, μπορεί πάνω στο γλέντι να αποφασίσουν να ξεκάνουν το Χάρο ή ακόμα να τον αγκαλιάσουν παρασύροντάς τον στον πρωτόγονο ρυθμό.

Γιατί έχει αποκαλυφθεί μέσα τους το μεγάλο μυστικό: η νοσταλγία, το άλγος (πόνος) της νόστου (επιστροφή), δεν είναι ασθένεια που πρέπει να καταπολεμηθεί με εργασιοθεραπεία και χάπια, αλλά Άλγος και Νόστος υπαρκτό σαν αυτό του Οδυσσέα.

Νόστος  για τη γενέθλια χώρα της Ουτοπίας μας. Μιας χώρας που είναι πάντα κοντά μας μέσα από την αφυπνισμένη ανάμνηση, μιας χώρας που την αντικρίζουμε στιγμιαία σε στιγμές έκλαμψης και που το υλικό μας σώμα εμποδίζει να διαβούμε την αναδίπλωση της ύπαρξης για να φτάσουμε στη δική της διάσταση.

 

Σατόρι, αφύπνιση μέσα από ένα διονυσιακό ρυθμό, μια καθημερινή συνηθισμένη βόλτα στην αγορά ή μια λιτή μουσική φράση που έρχεται ψιθυρίζοντας από τα παλιά.

Το σκοτεινό κρύο χώμα που μας τρομάζει μέσα από τις υστερικές κραυγές των κλειδοκρατόρων της ύπαρξης δεν είναι τίποτα άλλο από τη μήτρα της πρωταρχικής Μητέρας.

Εκεί, σαν σπόρο κάποτε, θα καταθέσουμε το σαρκίο μας για να καρπίσει και να δώσει βλαστούς που θα χαρίσουν καρπούς σ’ εκείνους που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Γιατί εμείς θα έχουμε ταξιδέψει…

Ως επιμύθιο, μια φράση του Ντίνου Χριστιανόπουλου που μου θύμισε ο Νικήτας Κόραλης, δίνοντας αφορμή για το κείμενο:

«Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως είμαι σπόρος».

 

 

 

Advertisements