Η Εσωτερική Πόρτα

Στέφανος Ελμάζης περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ

 Να θυμάσαι πως αυτό που πραγματικά είσαι, είναι που θεραπεύει, όχι αυτό που γνωρίζεις.    Κ. Γιουνγκ

 Πιστεύω πως δεν υπάρχει άνθρωπος που στοιχειωδώς «ψάχνεται» και δεν θα ήθελε να είναι αλλιώς. Δεν θα ήθελε να είναι διαφορετικός, όχι με όρους (μόνο) υλικών αγαθών, καλύτερης δουλειάς, καλύτερων συνθηκών ζωής γενικά, αλλά και με όρους εσωτερικής κατάστασης, που συχνά μεταφράζεται ως ακεραιότητα, ηρεμία, καλοσύνη, αγάπη, εσωτερική ελευθερία κοκ.

Ωστόσο, παρά την επιθυμία μας να είμαστε αλλιώς, να είμαστε πιο άνθρωποι, πιο αληθινά εμείς (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), διαπιστώνουμε με έκπληξη –και συχνά με οδύνη– πως κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου εφικτό: υπάρχει ένα τεράστιο κενό, ένα χάσμα, ανάμεσα σε αυτό που είμαι και σε αυτό που θα ήθελα ή θα έπρεπε να είμαι. Και αυτό το κενό, εάν είμαστε κάπως ειλικρινείς με τον εαυτό μας, δεν ξέρουμε πώς να το γεφυρώσουμε.

Αντίθετα, οι όποιες προσπάθειες κάνουμε να το γεφυρώσουμε από μόνοι μας, στη συντριπτική τους πλειοψηφία καταλήγουν σε αποτυχία. Η συνέχεια είναι γνωστή: είτε απογοητευόμαστε και τα παρατάμε, είτε αναζητούμε ποικίλα υποκατάστατα με μια δόση «πνευματικότητας», που θα μας δώσουν την ψευδαίσθηση ότι «κάτι κάνουμε» ώστε να ικανοποιηθεί η πρωταρχική μας επιθυμία, να είμαστε αλλιώς. Κάπως έτσι, όμως, το προσωπικό μας ψέμα μεγαλώνει…

Και όσο το ψέμα μεγαλώνει, όσο οι αυταπάτες ισχυροποιούνται, τόσο χάνουμε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε την «είσοδο», την εσωτερική πόρτα που οδηγεί σε αυτό το αλλιώς που εξ αρχής αναζητούμε.

Και μάλιστα, επειδή τίποτε σε αυτή τη ζωή δεν μένει ακίνητο, στάσιμο, δεν μένουμε απλώς μακριά από την είσοδο, αλλά απομακρυνόμαστε συνεχώς όλο και περισσότερο από τη στιγμή που εξακολουθούμε να επενδύουμε στο ψέμα και στις επινοήσεις του νου μας.

 

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ίσως παράλογο  για τη συνηθισμένη μας σκέψη, η μόνη ελπίδα μας να κρατηθούμε κοντά στην εσωτερική πόρτα, είναι να δούμε κατάματα, να παραδεχθούμε, χωρίς ενοχές, την αδυναμία μας: ότι δηλαδή δεν μπορούμε από μόνοι να γεφυρώσουμε το χάσμα. Εάν μπορούσαμε, θα το είχαμε ήδη κάνει.

Μια γνήσια τέτοια παραδοχή από μέρους μας, όσο κι αν φαίνεται παράλογο, είναι το πρώτο βήμα, το πρώτο σκαλοπάτι στην υλοποίηση της γέφυρας που οδηγεί στην εσωτερική πόρτα.

Κάνοντας το πρώτο βήμα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια επόμενη, παράλογη εκ πρώτης κι αυτή, «παρενέργεια» της παραπάνω παραδοχής μας, που είναι η αύξηση της επιθυμίας μας να είμαστε αλλιώς!

Και όχι μόνο: το αλλιώς αρχίζει να αποκτάει ποιοτικά χαρακτηριστικά που πριν δεν είχε. Ένα από αυτά είναι ένα είδος σταθερής αναρώτησης για τον εαυτό μου, για το ποιος ή τι πραγματικά είμαι, ή, ακόμη, γιατί τα πράγματα, οι ανθρώπινες καταστάσεις είναι αυτές που είναι – ένα είδος, θα λέγαμε, υγιούς πραγματισμού.

Ασφαλώς αναφερόμαστε σε μια εσωτερική αναζήτηση που φέρνει τον  άνθρωπο όλο και πιο κοντά σε εκείνο που βιωματικά και με ειλικρίνεια μπορεί να αναγνωρίσει ως αληθινό στον εαυτό του.

Και τι θα δει ένας άνθρωπος που με ειλικρίνεια θα κοιτάξει τον εαυτό του; Θα δει, με μεγάλη καθαρότητα, δυο εαυτούς, δυο επίπεδα ύπαρξης μέσα του: το ένα επίπεδο είναι η συνηθισμένη του κατάσταση, με τις αντιφάσεις και τη σύγχυση που καθημερινά επικρατεί.

Το άλλο επίπεδο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι πολύ πιο λεπτό, η «χώρα του αλλιώς», ο «κόσμος των μεγαλύτερων δυνατοτήτων» που συνεχώς νιώθει μακριά του.

Η αντίληψη των δυο αυτών επιπέδων, η επίγνωση ότι κανείς ανήκει σε δυο κόσμους και όχι σε έναν, είναι που δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για το άνοιγμα της εσωτερικής πόρτας.

Ταυτόχρονα, έρχεται η ξεκάθαρη αντίληψη, ότι αυτό που είναι αληθινά το πιο σημαντικό μέσα μας, είναι κρυμμένο πίσω από έναν τοίχο αποκτημένων συνηθειών, πεποιθήσεων, ενοχών – που λειτουργεί σαν ένα είδος καθρέφτη που μας εμποδίζει να δούμε την πραγματικότητα.

 

Κι επειδή τίποτε δεν μεταφέρει καλύτερα στην ψυχή μας τις μεγάλες αλήθειες από μια σοφή ιστορία, επιτρέψτε μου να κλείσω αυτό το «Αντί Προλόγου» με μια μικρή ιστορία από το Ταλμούδ:

Ο Ακίμπα ήταν στο κρεβάτι του, στα τελευταία του. Κάποια στιγμή κοίταξε το δάσκαλό του και άρχισε να θρηνεί, νιώθοντας ότι όλη του η ζωή ήταν μια αποτυχία.

Ο δάσκαλός του πλησίασε πιο κοντά και τον ρώτησε γιατί νιώθει έτσι. Ο Ακίμπα του εξομολογήθηκε ότι δεν είχε ζήσει όπως ο Μωυσής, και συνέχισε να κλαίει λέγοντας ότι αυτό που φοβόταν περισσότερο ήταν πώς θα τον κρίνει ο Θεός.

Τότε, ο δάσκαλός του έσκυψε προς το μέρος του και ευγενικά του ψιθύρισε: «Ο Θεός δεν θα κρίνει τον Ακίμπα για το ότι δεν ήταν ο Μωυσής, ο Θεός θα κρίνει τον Ακίμπα για το ότι δεν ήταν ο Ακίμπα…»

 

 Στέφανος Ελμάζης

elmaz@archetypo.com.gr

 

Advertisements