Χάζεψε λίγο τον κόσμο που έβγαινε κύμα μέσα από τον σταθμό του μετρό. Ενας νεοάστεγος δίπλα του του γύρεψε πρωινό τσιγάρο. Τον φίλεψε και τον κοίταξε φευγαλέα. Για πόσο θα μπορούσα να επιβιώσω στον δρόμο αναρωτήθηκε;

Εστρεψε το βλέμμα του πέρα στη Βουλή.Είναι πρωί ακόμα, τα καλόπαιδα δεν έχουν ξυπνήσει. Και αν έμπαινε εκεί μέσα, κανείς δεν θα τον έπαιρνε είδηση. Ένας συνταξιούχος που θέλει να δει τον βουλευτή του για ένα ρουσφέτι παραμονής εκλογών.

Ρούφηξε βαθειά με μια ανάσα την πρωινή δροσιά. Ρουσφέτι;

Γεννήθηκε σε μαύρες εποχές, μεγάλωσε στον εμφύλιο φτύνοντας αίμα αυτός και η οικογένειά του για να μπορέσει να σπουδάσει.

Έγινε φαρμακοποιός. Δούλεψε σκληρά και ότι μάζεψε δεν το χρώσταγε σε κανένα κερατά. Όπως όλοι οι Έλληνες φροντισε να αποκτήσει το δικό του κεραμίδι για να στεγάσει την οικογένειά του. Και μετά όταν πήρε μια ανάσα ένα σπίτι για την μοναχοκόρη του.

Την εποχή της χρηματιστηριακής άνοιξης όλοι τον κορόιδευαν. Αγοράζεις τούβλα αντί να πάρεις μετοχές όπως κάνει όλος ο κόσμος; Στην Αμερική κανείς δεν φυλακίζει τα λεφτά του σε ακίνητα. Επένδυσε! Τους άκουγε και συνέχιζε να κάνει αυτό που ξέρει. Δικό σου είναι αυτό που έχεις, αυτό είχε μάθει από τους δικούς του. Κι ‘ύστερα, οι Αμερικάνοι δεν έχουν Έλληνες πολιτικούς. Πόσες φορές οι πατεράδες μας τα χάσαν όλα χάρη σ αυτούς; Μα τώρα είμαστε Ευρώπη, του απάνταγαν. Καλά , ας γίνουμε και τα λέμε. Επιδότηση δεν πήρε ποτέ , ούτε και δάνειο. Στο παιχνίδι των μιζαδόρων δεν ήθελε ποτέ του να μπεί. Τα έβγαζε πέρα όπως τα έβγαζε. Κοσμοπολίτης από άποψη διατηρούσε για τον εαυτό του την πολυτέλεια να κουβεντιάζει με φίλους του «ευρωπαίους» που η φιλία τους κρατούσε από την εποχή που ήμασταν ακόμα βαλκάνιοι και είχαμε τους Συνταγματάρχες. Τότε δεν είχαμε λεφτά αλλά όλοι μας στήριζαν και μας αγαπούσαν.

Και ξαφνικά στην εποχή της ευρωπαϊκής αφθονίας, σαν να ξυπνησε σε έναν εφιάλτη και όλα άλλαξαν! Οι ξεχασμένοι φόβοι ξαναγεννήθηκαν.

Ο εκλεγμένος αρχηγός του κράτους του  σε ένα κρεσέντο παράνοιας αρχισε να διαλαλεί σε όλα τα διεθνή μεσα πως αυτός και οι συμπατριώτες του είναι τεμπέληδες, κλέφτες και απατεώνες. Το αγαθό του ύφος κόντεψε να πείσει και τον ίδιο. Μα καλά, αναρωτήθηκε, αυτός έχει γεννηθεί εκεί, τους ξερει καλύτερα. Δεν καταλαβαίνει ότι αυτά που λέει οι «ξένοι» που πάντα εμπιστεύονται τους ηγέτες, τα πιστεύουν απόλυτα και θα μας μισήσουν; Ακόμα και οι παλιοί του φίλοι άρχισαν να αλλάζουν στάση μετά από 40 χρόνια γνωριμίας, χάρη στις συκοφαντίες του ηγέτη της χώρας του. Σε λίγο κατάλαβε και που το πήγαινε. Ανακάλυψε ο αρχηγός, ότι  είμασταν υπερχρεωμένοι και όλα έπρεπε να αλλάξουν. Καλεσε μάλιστα τους αγριεμένους Ευρωπαίους να έρθουν να βάλουν σε τάξη εμάς, τους τεμπέληδες και απατεώνες.

Σε όποιον διαμαρτύρονταν έλεγαν , «τώρα τα πράγματα είναι δύσκολα, δεν προλαβαίνουμε να κουβεντιάσουμε για το τι και πώς. Πρώτα θα πάρουμε τα απαραίτητα μέτρα και μετά θα σας εξηγήσουμε». Και τότε άκουσε πως ο κύριος υπεύθυνος ήταν και αυτός. Είχε σπίτι, που ο Γερμανοί δεν είχαν, άρα το είχε αγοράσει με κλεμμένα ευρωπαικά χρήματα. Και αυτό το έλεγαν χωρίς ντροπή αυτοί που υποτίθεται πως διαπραγματεύονταν για τα ελληνικά συμφέροντα. Μα, ήθελε να ψελλίσει, οι έλληνες πάντα με τουρκοκρατία ή δημοκρατία εχουμε εμπιστοσύνη σε ότι μας ανήκει και θέλουμε πρωτα απ όλα το σπίτι μας.Δεν είμαστε Γερμανοί ή Γάλλοι που έχουν 500 χρόνια κράτος… Ναι αλλά ήσουν ελεύθερος επαγγελματίας , επανέλαβαν οι ίδιες φωνές. Εσείς είσαστε οι κλέφτες του κράτους! Στη Αγγλία υπάρχουν αναλογικά 70% λιγότερα καταστήματα γιατί είναι τίμιοι, όχι σαν εσάς! Μα, ξαναψέλισε, εγώ δούλεψα μόνος μου, με τα λεφτά που μάζεψα από το μηδέν. Επιδοτήσεις δεν πήρα ποτέ και πάντα έδινα ότι μου ζήταγαν, εφοριακοί, υπάλληλοι, κομματάρχες, βουλευτές και οποιοσδήποτε άλλος κρατικοδίαιτος για να μπορέσω να επιβιώσω στην επίπλαστη ελευθερία μου. Εγώ φταίω;  Κι αυτοί τι κάνουν ; Γυρνούν τους μισούς έλληνες απέναντι στους άλλους μισούς για να κάνουν τη δουλειά τους και να κρύψουν τις πομπές τους; Πάλι τα ίδια, όπως το 22, όπως το 45, όπως όποτε δίνουν αίμα για να κρατήσουν τις καρέκλες τους;  Πόσο ακόμα ραγιάδες;

Κατέβηκε και αυτός μαζί με τους νέους στο δρόμο. Τραμπούκοι έκαψαν ζωντανούς ανθρώπους, έδειραν οικογενειάρχες και προσκάλεσαν τα ΜΑΤ ώστε όλοι οι νοικοκυραίοι να τρέξουν να κρυφτούν πάλι στα σπίτια τους.

Πριν το σκεφτει καλά, η σύνταξή του είχε μειωθεί στο μισό. Το ίδιο και ο μισθός του παιδιού του. Οι φίλοι του, συνομήλικοι ο περισσότεροι απόμαχοι της ζωής, έφτασαν στα στερνά τους να μην μπορούν να πληρώσουν έναν καφέ με την παρέας τους. Και ταυτόχρονα φόροι, χαράτσια και εισφορές, εισφορές και άλλες εισφορές.

Πώς να εκφράσεις την απόγνωση; Σε ποιον να μιλήσεις αφού οι πολιτικάντηδες, αυτοί που μας έφεραν εδώ, πάλι βιαζόντουσαν να τους ψηφίσουμε για να προχωρήσουν τη σωτηρία μας αφού όπως πάντα «τα πράγματα είναι δύσκολα, δεν προλαβαίνουμε να κουβεντιάσουμε για το τι και πώς. Πρώτα να πάρουμε τα απαραίτητα μέτρα και μετά θα σας εξηγήσουμε». Και αυτός δεν είχε να πληρώσει ούτε το τηλέφωνο που όπου νάναι θα του το έκοβαν. Και το Πάσχα; Ποιο Πάσχα; Να σουβλίσει την πείνα του ή αυτούς που τον κατάντησαν έτσι μετά από 77 χρόνια έντιμης ζωής;

Χάιδεψε το περίστροφο κοιτώντας την Βουλη. Αν έμπαινε μέσα και ζήταγε να συναντήσει έναν υπουργό για ρουσφέτι θα τον έβλεπε άμεσα. Άλλωστε τόσα χρόνια στην πιάτσα είχε γνωστούς και στα δυο κόμματα εξουσιας που τα ψήφιζε εναλλάξ. Και τι θα έλεγε στον υπουργό; Θα έβγαζε το χέρι από την τσέπη με το περίστροφο να τρέμει, θα τον σημάδευε ανάμεσα στα μάτια και θα ρώταγε μόνο, γιατί;

Και τι να μου πεί ο άθλιος, μονολόγησε. Πόσα χρόνια μπορείς να αντέξεις να ζείς με τον  λαό που οικοδομεί  πάλι και πάλι μια χώρα με γυμνά χερια και όταν λέει, επιτέλους κάτι έφτιαξα, ναρχονται πάντα οι πολιτικάντηδες σαν τον χαρτοκλέφτη και να τα μαζεύουν όλα με τη μία διαλύοντας με κλωτσιές ότι δεν μπορούν να κλέψουν.

Πόσο ακόμα ρε παιδιά; Ότι και να πείς δεν καταλαβαίνουν γιατί δεν είναι άνθρωποι. Γουρούνια με κουστούμια και μπράβους.

Κοιταξε τους περαστικούς που διέσχιζαν την ηλιόλουστη πλατεία . Ήρθε λοιπόν η ανοιξη μονολόγησε, ο ήλιος δεν καταλαβαίνει από την κρίση τους. Μια μητέρα περνούσε κρατώντας από το χέρι το κοριτσάκι της. Τα παιδιά και τα μάτια σας της είπε, αυτό είναι ότι μας έμεινε.  Περίμενε να απομακρυνθεί με το απορημένο της βλέμμα. Δεν ήθελε να την τρομάξει. Έσυρε αργά από την τσέπη του το περίστροφό. Πρόσεξε το τρομαγμένο βλέμμα του άστεγου δίπλα του. Μην ανησυχείς τον καθησύχασε με το βλέμμα του και με την επιβλητική χειρονομία που χαρίζει η εμπειρία μιας ζωής.

Μιας ήσυχης ζωής.

Γεια χαρά , του είπε

και μετά κρότος… λάμψη… κενό.

Για τον Κύριο Δημήτρη Χριστουλα που δεν γνώρισα ποτέ.

Advertisements