Κηδεύουμε έναν Θέμελη και έχει πολύ κόσμο. Άσε με τώρα. Είναι εδώ ο Παπανδρέου, ο Σημίτης… Θα σε πάρω εγώ, μόλις ξεμπερδέψουμε». Έτσι βιαστικά έκλεισε ο ψάλτης το τηλέφωνο του. Από την εκκλησία ακούγονταν τα τελευταία κυρ Ελέησον και πίσω από το ιερό επικρατούσε ένταση. «Εσείς οι 6 να πάτε μέσα για το φέρετρο, οι υπόλοιποι φορτώστε τα στεφάνια». Η μαύρη καρότσα του φορτηγού άρχιζε να ασπρίζει. Άσπρα γαρύφαλλα, άσπρα κρίνα, άσπρες κορδέλες, «Στον αγαπητό μας Νίκο», «Στον φίλο μας Νίκο», «Στον Νίκο μας»… Και να σκεφθεί κανείς ότι ο «αγαπητός τους φίλος» δεν ήθελε στεφάνια και η λεβέντισσα γυναίκα του είχε ζητήσει δημοσίως αντί για λουλούδια μιας ώρας να κατατεθούν προσφορές στην Action Aid. Αλλά εδώ που τα λέμε, τον Νίκο δεν τον άκουγαν ζωντανό, «τώρα» θα τον άκουγαν;

«Να ξεκινήσει το φορτηγό να πάει στον τάφο να περιμένει».

Ο Σημίτης είχε αρχίσει να μιλάει. «Τον Νίκο τον γνώρισα το 1981». Ήταν άραγε πολιτικός ο Θέμελης; Όχι δεν ήταν. Τριάντα χρόνια μέσα στην πολιτική και δεν πήρε τίποτε. Ούτε καν δόξες και τιμές. Το μόνο του κέρδος ίσως, ήταν ότι γνώρισε τόσο καλά τους πολιτικούς που τους περιόρισε σε κομπάρσους στα βιβλία του.

Όταν βγήκε η «Αναζήτηση» ο Θέμελης το δικαιολόγησε με ένα ψέμα. «Έτυχε και το έγραψα, δεν θα γράψω άλλο». Καλά πότε, πως; «Το βράδυ το υπαγόρευα στα κορίτσια του γραφείου». Η εξομολόγηση του, απέκτησε αμέσως εικόνα. Τα φώτα στις μαρμάρινες σκάλες του Μαξίμου σβηστά, η επίσημη πόρτα κλειδωμένη και αυτός στη πίσω μεριά, στο γραφείο του, να φτιάχνει ιστορίες με τις σημειώσεις του. Αν έστηνες αυτί ίσως και να τον άκουγες. Μαζί με το τραντζιστοράκι του Λοχαγού των Ευζώνων.

Κάθε φορά που έβγαζε ένα βιβλίο έλεγε το ίδιο ψέμα. «Το τελευταίο μου είναι. Δεν θα γράψω άλλο». Παράλληλα αρνιόταν ότι τα βιβλία του είναι πολιτικά. «Ο τυφλός εθνικισμός, ο επεκτατισμός, η μεγαλομανία είχαν οδηγήσει στις μείζονες καταστροφές», έγραφε στην «Αναλαμπή». «Αυτό τι είναι, δεν είναι πολιτική;» τον ρώτησα. «Μα που την βλέπεις την πολιτική», επέμενε. Κανένας βέβαια δεν το πίστευε. Ο λογοτέχνης Θέμελης απέκτησε εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες που πίσω από τις γραμμές αναζητούσαν λύσεις. «Τα βιβλία του ήταν τα μανιφέστα του εκσυγχρονισμού». Το είπε και ο Σημίτης στον επικήδειο. Όχι στον πολιτικάντικο  εκσυγχρονισμό με τους πράσινους, ροζ και γαλάζιους κόκκους, αλλά στον άλλο του Διαφωτισμού. «Ο Θέμελης πίστευε ότι πολιτική είναι να λες την αλήθεια και όχι ανεύθυνες υποσχέσεις». Σε αυτό το σημείο του επικήδειου κανένας από τους πολιτικούς – τους υπουργούς και τους πρώην υπουργούς – δεν χαμήλωσε το βλέμμα.

«Θα σε δω καθόλου» τον ρώτησα αρχές Ιουλίου. Τον είχα αναζητήσει δυο φορές στο γραφείο της Ακαδημίας, απουσίαζε και είχα αναγκαστεί να τηλεφωνήσω στο σπίτι. «Δεν είμαι καλά και δεν θέλω να βγαίνω». Πριν 8-9 χρόνια που είχε μαθευτεί η αρρώστια, μου το είχε διαψεύσει. «Μια περιπέτεια ήταν και πέρασε». «Δεν αφήνεις τα ψέματα», πέρασα στην αντεπίθεση, «πάλι κλείνεσαι μέσα για να γράψεις;». «Μπα τελείωσαν τα ψέματα δεν γράφω άλλο. Πονάω».

Η «έξοδος του» από την εκκλησία πνίγεται σε χειροκροτήματα. Πολλές γυναίκες κλαίνε. «Παραμερίστε παρακαλώ, παραμερίστε». Η εντολή δίνεται μάλλον από συνήθεια γιατί όλοι από μόνοι τους υποχωρούν για να περάσει.

Τα παιδιά του γραφείου τελετών αδυνατούν να τα βγάλουν πέρα με την ανηφόρα και φορτώνουν τη σωρό στην νεκροφόρα. Οι περισσότεροι πολιτικοί βιάζονται να γυρίσουν στις δουλειές τους, κάνουν μεταβολή και παίρνουν την κατηφόρα. Οι παπάδες στην κορυφή αρχίζουν τα Χριστός Ανέστη – μαζί τους και ο ψάλτης που συνεχίζει να αναρωτιέται «ποιος είναι αυτός ο Θέμελης» που έχει τόσους φίλους.

του Σταύρου Θεοδωράκη

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=8446

Advertisements