Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια.


Κυριακή απόγευμα , χαζεύοντας σε κάποιο blog διαβάζω ότι πέθανε ο Μανώλης Ρασούλης. Ένας μεγάλος στιχουργός και .πόσοι θυμούνται αλήθεια τι πρόσφερε σε όλους μας; Πριν κοντά τριάντα χρόνια ήταν αυτός που αναγέννησε το λαϊκό τραγούδι με τη μουσική του Ξυδάκη, ανακατεύοντας στους στίχους του  το σήμερα της εποχής του με την εσωτερική του αναζήτηση.

Να βάζει ο Μάρκος τα σεκλέτια κι ο Ομάρ Καγιάμ τα ντέρτια.
Βρε θα χάλαγε ο κόσμος ,

και ο πάνω και ο κάτω
θα γινόταν άνω-κάτω.

Έμαθε όλο τον κόσμο στην μεταδικτατορική Ελλάδα να τραγουδά φράσεις και νοήματα «εσωτερικά». Ασταμάτητος στη γραφή του τότε, γράφει τραγούδια και εκδίδει τακτικά και ένα πρωτοποριακό για την εποχή του περιοδικό, το Αυγό. Μέσα σε αυτό μαζί με την Βάσω την Αλλαγιάννη  αν θυμάμαι καλά, συνδυάζουν την τέχνη, την νεανική επαναστατικότητα και την πνευματική αναζήτηση και παρουσιάζουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα τις διδασκαλίες του Μπαγκουάν Σρι Ραζνίς. Και μαζί μεταφράζουν και εκδίδουν τις ομιλίες του Ινδού δασκάλου πάνω στον έλληνα Ηράκλειτο. Αντιμετωπίζει ο Ρασούλης παλικαρίσια τον περίγελο όταν κυριολεκτικά όλος ο κόσμος επιτίθεται στον Ραζνί κατηγορώντας τον για τα πάντα, ονομάζοντας τον από αγύρτη ως προαγωγό. Τότε, το 1986, διωγμένος από την Αμερική ο Ραζνι, με την παρέμβαση του Γιώργου Παπανδρέου παίρνει άδεια παραμονής για την Ελλάδα και εγκαθίσταται σε ένα σπίτι του Νίκου Κούνδουρου στην Κρήτη. Ο Ρασούλης – Ντέβα Παριντίτο(ήταν το ινδικό του όνομα) -γέννημα θρέμμα κρητικός-  θα είναι δίπλα του μέχρι την αναχώρησή του από την Ελλάδα.  Η βίαιη επίθεση στις θέσεις του οδήγησε τον Ραζνί λίγο πριν τον θάνατό του στην απόφαση να εκδίδουν τα βιβλία του με το όνομα Όσσο. Η ιδέα του για έναν σύγχρονο άνθρωπο που θα συνδύαζε τον Βούδα με τον Ζορμπά εμπνέει τον Ρασούλη.

Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας
Έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι.

Τα χρόνια πέρασαν, τα «σουξέ» του λιγόστεψαν και ο Μανώλης- Ντέβα Παριντίτο που τον είχαν χαρακτηρίσει «αιρετικό και «εκκεντρικό» αποσύρθηκε σιωπηλά από τα δημόσια. Μέχρι το πρωινό του Μαρτίου που είχε το ραντεβού με τον «φίλο» του. Αγάπησαν τη ζωή το ίδιο και πόνεσαν από αυτή, όπως του είχε τραγουδήσει μερικά χρόνια πρίν στο Παράπονο του Χάρου:

Στείλε χάρε να χαρείς
κάποιον να με πάρει
αγαπήσαμε την ίδια
μα αυτή δεν μας γουστάρει

Έτσι λοιπόν φίλε Μανώλη, εσύ έφυγες και εμείς ακόμη εδώ. Με έναν ακόμα στίχο σου:

Απο περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζλίκι.

Advertisements