Πέθανε ο πατέρας και έμειναν τρία παιδιά να ζήσουν από την επιχείρηση.

Ο μεγάλος ανέλαβε το κουμάντο. Έκανε έλεγχο , τους μάζεψε και είπε, τα πράγματα είναι άσχημα. Εσύ είπε στον δεύτερο αδελφό, διαχειριζόσουνα μαζί με τον πατέρα αλλά τα έκανες μαντάρα. Και οι δυο μαζί στράφηκαν στον μικρότερο που τον είχαν για τα θελήματα, να σφουγγαρίζει και να μαζεύει. Και εσύ , δεν δούλευες, έκλεβες από την αποθήκη ότι εύρισκες και ξενυχτούσες στα μπουζούκια με γκόμενες. Επομένως: Χρωστάμε 80.000 ευρώ και στο ταμείο δεν υπάρχει σάλιο.

Μια και δυο ο μεγάλος αδελφός πήγε στον τοκογλύφο της γειτονιάς.

Χερ τάδε μου του λέει, το και το. Η οικογένειά μου ήταν αναξιόπιστη και χαραμοφάηδες, η επιχείρηση δεν έχει φράγκο και οι τράπεζες δεν μου δανείζουν. Τι μπορείς να κάνεις;

Ο τοκογλύφος καλοσκέφτηκε και είπε:  «Θα σε δανείσω τα χρέη σου και θα σε δώκω και άλλα διακόσα για να κάνεις κουμάντο κάνα δυο χρόνια. Σύνολο 360 συν οι τόκοι.

Που σημαίνει για να είμαι και εγώ εντάξει, μου υποθηκεύεις με χαρτί και σφραγίδα ότι έχει και δεν έχει η οικογένειά σου.»

Ο μεγάλος αδελφός αναστέναξε ανακουφισμένος και υπέγραψε τα πάντα για λογαριασμό της φαμίλιας. Από εκείνη την ημέρα δεν κοίταγαν τη δουλειά τους μα, ο μεγάλος φρόντιζε να έχει από κοντά τον τοκογλύφο και να βρίζει σε όλους τα αδέλφια του, ο μικρότερος που είχε προηγούμενα τη διαχείριση έβριζε το μεγάλο που τους έμπλεξε με τους τοκογλύφους και κλότσαγε όπου πετύχαινε τον μικρό το χαραμοφάη. Ο μικρός –που όλοι τον θεωρούσαν μαλάκα- κοίταγε σα χαμένος και έτρεχε πάνω κάτω για να αποδείξει ότι δεν ήταν ούτε απατεώνας ούτε χαραμοφάης. Οι μεγάλοι όποτε τους ερχόνταν έμπαιναν στο δωμάτιο του και άρπαζαν ότι εύρισκαν. Φόρος έκτακτος του έλεγαν γιατί ότι έχεις είναι κλεμμένο από την επιχείρηση μας.

Μετά από κάνα χρόνο το χρέος στον τοκογλύφο είχε αγγίξει ήδη τα τρακόσσα χιλιάρικα. Εμφανίστηκε ένα πρωί στο σπίτι και είπε: «Ρε παλικαριά, οι καιροί είναι δύσκολοι και εγώ σας ευκολύνω αλλά και σεις, κάντε κάτι για πάρτι μου. Έχετε κάτι οικοπεδάκια, να σας δώκω πενήντα χιλιάρικα για όλα μαζί, να ευκολυνθώ και του λόγου μου;»

Ο μεγάλος μουρμούρισε, φώναξε ότι θίγεται αλλά πρέπει να το συζητήσει. Ο μεσαίος, που είχε παλαιότερα τη διαχείριση μουρμούρισε και αυτός γιατί αν τον άφηναν θα μπορούσε –λέει- να κάνει καλύτερο κοντραμπάντο με τον τοκογλύφο.

Ο μικρός, όπως πάντα σφουγγάριζε και ως γνωστόν ήταν ο μαλάκας της παρέας.

Εγώ. σκέφτηκε, δε ξέρω από διαχείριση. Τα μεγάλα μου αδέλφια είναι σπουδαγμένα και την έχουν ψάξει τη δουλεία. Όμως, αν πέρσι χρεωστάγαμε 80.000 και τώρα κοψοχρονιά λένε να μας πάρουν τα οικοπεδάκια για 50… βρε παιδί μου, αν πουλάγαμε πέρσι τα μισά χωρίς να πούμε ότι είμαστε χρεωμένοι και μετά πέφταμε να δουλέψουμε σωστά το μαγαζί τι θα γινόταν; Κανείς δεν θα ήξερε το πρόβλημά μας, η δουλειά θα τσούλαγε θα σφιγγόμασταν και λίγο  και για ότι χρειαζόμασταν θα βρίσκαμε μια τράπεζα να μας δανείσει. Τώρα τι πετύχαμε. Σε ένα μόνο χρόνο ξεφτιλιστήκαμε στην πιάτσα, διαλύσαμε τη δουλειά, πενταπλασιάσαμε τα χρέη μας με τόκους τοκογλύφων και δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε. Είμαι εγώ μαλάκας ή είναι πιο μαλάκες τα σπουδαγμένα τα αδέλφια μου. Και μετά κάθισε και σκέφτηκε.

Ρε αν το δουλεύαμε νοικοκυρεμένα, θα βγάζαμε όλοι ένα μεροκάματο. Αν όμως κάποιος από τα μεγάλα αδέλφια έχει κάνει νταλαβέρι με τον τοκογλύφο, τότε μήπως αυτός παίρνει τη μίζα του και βγάζει περισσότερα από τα ποσοστά του και μετά μαζί με αυτόν μας φάνε και τα οικοπεδάκια και μας αφήσουν στην απέξω να σφουγγαρίζουμε μια ζωή. Και όχι τίποτα άλλο. Αυτοί θα την κάνουν κονομημένοι και θα μας αφήσουν τη ρετσινιά ότι είμαστε χαραμοφάηδες και μαλάκες.

Το ξανασκέφτηκε λίγο.

Πάντως για μαλάκας σίγουρα είμαι…

Advertisements