Ιστορίες του ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ

(κείμενο που έλαβα από τον Β. Χλέτσο)

Ο Χόρχε Μπουκάι (Jorge Bucay) γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ, ειδικεύτηκε στη θεραπεία των νοητικών ασθενειών εργαζόμενος αρχικά σε νοσοκομεία και κλινικές και, εν συνεχεία, δίνοντας διαλέξεις σε ιδρύματα, κολέγια, θέατρα, καθώς και σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Μονίμως και παντού προσκεκλημένος, προσπαθεί να παρίσταται σε μαθήματα, σεμινάρια και συνέδρια στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Χιλή, το Μεξικό, τις Η.Π.Α, την Ιταλία, την Ισπανία… Όταν αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη συγγραφή, είδε περισσότερα από δώδεκα βιβλία του να μεταφράζονται σε -τουλάχιστον- είκοσι μία γλώσσες και να τοποθετούνται πρώτα στις λίστες των ευπώλητων κάθε χώρας. Εργάζεται ως ψυχοθεραπευτής ενηλίκων, ζευγαριών και κοινωνικών ομάδων. Ζει στα προάστια του Μπουένος Άιρες με τη γυναίκα και τα δύο του παιδιά.

O ψυχαναλυτής Χόρχε Μπουκάι, επιδιώκει μέσα από απλές ιστορίες, που πολλές φορές μοιάζουν με μικρά παραμύθια, να επιτύχει όχι την λύση των προβλημάτων, αλλά τον εντοπισμό του εσωτερικού θησαυρού μας μέσα από την αυτοψυχανάλυση και αυτοβελτίωση.

Επιλογές από συνεντεύξεις του:

Διαβάζοντας τα βιβλία σας, τι πιστεύετε ότι ψάχνουν οι άνθρωποι; Τι αποζητά η ψυχή τους;

Εγώ πιστεύω ότι στα μέσα του περασμένου αιώνα οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν ότι όλα αυτά που μπορούσαν να αποκτήσουν με χρήματα δεν έφταναν. Αντιλήφθηκαν επίσης πριν από 35 χρόνια ότι δεν μπορούσαν καν να έχουν εμπιστοσύνη στα χρήματα και σε αυτά που μπορούσαν να αγοραστούν με τα χρήματα. Πράγματι το 1975 ο κόσμος έγινε αβέβαιος και ανασφαλής κυρίως από οικονομική άποψη. Έκτοτε οι άνθρωποι μπήκαν σε αυτό που ο Alvin Toffler ονομάζει το Τρίτο Κύμα. Δηλαδή την επιστροφή στην απλότητα του να βρεθεί κανείς με τον εαυτό του. Την αποποίηση των υλικών πραγμάτων ως δρόμου ζωής, τη διάσωση της αξίας της φιλίας και του να είσαι ζευγάρι. Τότε εμφανίσθηκαν τα βιβλία αυτοβοήθειας για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Και η αναζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια αλλά ήταν σίγουρα απαραίτητη.

Το τρένο της σοφίας

Η σοφία δεν έχει καμία αντιστοιχία με τις γνώσεις ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, σοφία είναι όλα εκείνα που μένουν από τις γνώσεις κάποιου, όταν ο ίδιος αποποιείται όλα αυτά που έχει μάθει. Ξεκινάμε από ένα σταθμό που ονομάζεται άγνοια. Είναι ο σταθμός, στον οποίο μένουν όλοι εκείνοι που ούτε καν γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν και, επομένως, δεν έχουν καμία ανάγκη να μάθουν. Αν κάποιος αποφασίσει να ανέβει στο τρένο, είναι επειδή κάποιος τού έχει απλώσει το χέρι. Αν ανέβει στο τρένο και ακολουθήσει τον σωστό δρόμο, θα φτάσει στον τόπο των ερευνητών. Αν το κάνει καλά και δεν χάσει τον δρόμο του, θα φτάσει και στον επόμενο σταθμό. Τον σταθμό των δασκάλων. Κάποιοι από τους δασκάλους αποφασίζουν να διδάξουν, ενώ ορισμένοι θέλουν να μείνουν μόνοι με τις γνώσεις τους. Αν ένας δάσκαλος ζήσει πολλά πράγματα για πολλά χρόνια, ίσως καταφέρει να ανέβει ξανά στο τρένο για να φτάσει στον σταθμό της σοφίας, που είναι ο τελευταίος. Είναι ο τόπος όπου ζουν όλοι αυτοί που ούτε καν γνωρίζουν ότι γνωρίζουν. Είναι αστείο, αλλά, αν ρωτήσεις έναν πραγματικά σοφό, θα σου απαντήσει «δεν γνωρίζω αν γνωρίζω», όπως ακριβώς θα σου απαντούσε ένας αδαής. Ίσως γι΄ αυτό σε αυτή την κοινωνία που ζούμε θεωρούμε αδαείς κάποιους σοφούς και κάποιους αδαείς τούς θεωρούμε σοφούς.

Συνάντηση με τον Κρισναμούρτι

Ο μεγάλος «δάσκαλος» της ζωής μου ήταν ο Κρισναμούρτι. Τον συνάντησα όταν ήμουν έντεκα χρόνων. Είχε έρθει στο Μπουένος Άιρες. Εγώ είχα μία αγαπημένη θεία, την Τζούλια. Με τον αδελφό μου πήγαινε γήπεδο, με μένα σε μουσεία. Μια μέρα ζήτησε από τη μητέρα μου να με πάει να δω τον Κρισναμούρτι. Η μητέρα μου της είπε ότι ήταν γελοίο, γιατί ήμουν πάρα πολύ μικρός. Εγώ την παρακάλεσα όχι επειδή με ενδιέφερε ο Κρισναμούρτι- δεν ήξερα ποιος ήταν!- αλλά επειδή ήθελα να πάω βόλτα με τη θεία Τζούλια. Ο Κρισναμούρτι μίλησε λίγο και έπειτα θα απαντούσε σε ερωτήσεις. Τότε είπε: «Κάποιος με ρώτησε χθες τι είναι η ζωή». Ένας στο βάθος σηκώθηκε και είπε «Εγώ». Ο Κρισναμούρτι του είπε «Σου ζήτησα να μου φέρεις δυο φασόλια γίγαντες, μου τα έφερες;». Και άνοιξε τα χέρια και ζήτησε απ΄ τον άντρα να βάλει από ένα φασόλι σε κάθε παλάμη του. Εν συνεχεία απάντησε σε ερωτήσεις για μισή ώρα. Και στο τέλος είπε: «Άφησα για το τέλος την ερώτηση σχετικά με τη ζωή, γιατί είναι η πιο σημαντική. Δεν μπορώ να το πω με λόγια, γιατί η ζωή που ζούμε δεν εξηγείται. Η ζωή είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό το φασόλι» και άνοιξε το δεξί χέρι «και σ΄ αυτό το φασόλι» και άνοιξε το αριστερό χέρι. Το φασόλι που βρισκόταν στο δεξί χέρι είχε πετάξει βλαστάρι. Εγώ έμεινα έκπληκτος.
Μετά ρωτούσα πώς το έκανε. Η ζέστη, η ενέργεια, η υγρασία, αλλά γιατί μόνο στο ένα χέρι; Ποτέ όμως δεν ξέχασα το μήνυμα.

Ότι η ζωή υπάρχει, είναι ανάπτυξη και επέκταση του εαυτού μας και εμπεριέχει και ένα μυστήριο.

Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ»


Ο ερευνητής

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή …
Ερευνητής είναι κάποιοι; που ψάχνει’ όχι απαραιτήτως κάποιοι; που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιοι; που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιοις για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση. Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.
Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος.
Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.
Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες: Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος.
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωποις ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.
Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.
Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια …
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.
«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω …
»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:
Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.
Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.
»Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:»
»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού … Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού;
»Και ο γάμος των φίλων;
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα; »Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;
»Ώρες; Μέρες;
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό.
»Οταν κάποιοιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ»

Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας

“Δεν μπορώ” του είπα. “Δεν μπορώ!”

“Σίγουρα;” με ρώτησε αυτός.

“Ναι. Πολύ θα ήθελα να να μπορούσα να σταθώ μπροστά της  και να της πω τι νιώθω… Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ.”

Ο Χοντρός κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του. Χαμογέλασε, με κοίταξε στα στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε:

“Να σου πω μια μια ιστορά…”

Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται.

Οταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα. Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών.  Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του…

Όμως, μετά την παράσταση και λίγο  προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος.  Μιά αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.

Ωστόσο, το ξύλο ήταν ήταν αληθινα μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο  βάθος μέσα στο έδαφος.  Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δεντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.

Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο.

Μα τι τον κρατάει;

Γιατί δεν το σκάει;

Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων. Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του   ελέφαντα. Κάποιος μου εξηγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.

Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: “Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;”

Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση. Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα.

Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα-ευτυχώς για μένα- ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε  ν΄ ανακαλύψει την απάντηση.

Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν  σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.

Έκλεισα τα μάτια και φανάσθηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο  ελέφαντα δεμένο στο παλούκι. Είμαι βέβαιος   ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει  πασχίζοντας να λευτερωθεί. Μα, παρ΄ όλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφερει,  γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.

Φαντάσθηκα  ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα  θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο…  Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.

Αυτος ο πανίσχυρος και θεόρατος  ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί,  ο δυστυχής.

Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του ειναι χαραγμένη στη μνήμη του.

Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.

Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε  να δοκιμάσει τις δυνάμεις του…

” Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο- πολύ σαν τον τον ελέφανα του τσίρκου. Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.

Ζούμε πιστεύοντας ότι “δεν μπορούμε” να κάνουμε ενα σωρό πράγματα ,  απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφεραμε.

Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα. Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα: “Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω.”

Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθησε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε:

“Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.

Ο μοναδικός τρόπος  να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή…Με όλη σου την ψυχή!

About these ads