Ένα τσιγάρο για το δρόμο
ΑΒΑΤΟΝ – Σεπτέμβριος 2010

Όλοι μας έχουμε «κάποιον» που κάθε στιγμή της ζωής μας είναι δίπλα μας, έτσι έλεγαν από παλιά. Πάντα τόσο κοντά, ώστε αν τεντώσεις το χέρι σου, θα είναι μόνο δυο τρία εκατοστά πιο πέρα. Στιγμιαία, με την άκρη του ματιού σου, μπορεί μεσ’ στο σκοτάδι να αντιληφθείς την κίνησή του. Άλλες -από τις λίγες- φορές, μπορεί να διακρίνεις το είδωλό του κάτω από το φως της πανσελήνου στα σιωπηλά νερά μιας θάλασσας, ή τυχαία στο σιωπηλό καθρέφτη ενός δωματίου. Το σκοτάδι δεν έχει καμία σχέση με υποβολή ή κάτι παρόμοιο. Απλά, τα φώτα του ήλιου και της καθημερινότητας απομακρύνουν την αντίληψή μας από την αιώνια ζωή  που κυλά στο ρυθμό της, πέρα από τις επιδιώξεις, τους σκοπούς, τους πόθους και τις ματαιοδοξίες μας.

Είχαμε χρόνια να βρεθούμε. Μπορεί να ήταν από εκείνο το καλοκαίρι στον Μόλυβο ή, ναι, βέβαια, σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου, όταν ξημερώσαμε κουβεντιάζοντας. Πολλοί μοναχικοί άνθρωποι συνομιλούν με την οθόνη της τηλεόρασης ή του κομπιούτερ τους. Ο δικός μου συνομιλητής στεκόταν δίπλα μου, καθώς τα φάσματά μας είχαν συναντηθεί στον κόσμο πίσω από τον καθρέφτη. Εκεί που τα πράγματα πηγαίνουν αντίστροφα ή μπορεί να συνειδητοποιήσεις ότι μάλλον εσύ πας ανάποδα. Νεανικές εποχές όπου το φαντασιακό έπαιρνε το τιμόνι από το «λογικό» και οδηγούσε το όχημα σε άλλες τροχιές (όλοι γνωρίζετε, υποθέτω, την ινδουιστική παραβολή του οχήματος-εαυτού, όπου εμφανίζεται το ερώτημα ποιος ελέγχει τα άλογα και το όχημα και ποιος κυβερνά τον αμαξά).

Και βρέθηκα, καλοκαίρι του 2010, να κοιτάζω την ίδια λάμψη του φεγγαριού μέσα στα νερά της θάλασσας. Ξαφνικά, θυμήθηκα – και ήταν σαν να μην είχε περάσει μια μέρα.

Τι σημασία έχει ο χρόνος του ημερολογίου, μου γέλασε μπροστά στα μάτια μου. Σας μπερδεύει πάντα ο γέρο Ηράκλειτος που έλεγε ότι δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι γιατί το νερό που κυλά παίρνει μακριά το παρόν και φέρνει πάντα κάτι καινούργιο. Όμως, αν δεν είσαι μέσα στο ποτάμι του χρόνου και σταθείς ψηλά, έξω από τη φθορά του, τότε η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Είναι η ίδια η ζωή, στην απόλυτή της έννοια!  Ένα θαυμαστό τοπίο πλημμυρισμένο από ενέργεια και δύναμη. Προϋποθέσεις που περιμένουν να τις παρατηρήσεις για να αποκτήσουν για σένα και μόνο μορφή του παρόντος και «ιστορικό» παρελθόν. Ο «Παρατηρητής» των Νεοπλατωνικών και ο κβαντικός «Παρατηρητής» αφηγούνται την ίδια ιστορία με διαλέκτους και σημειολογία διαφορετικών εποχών. Η ιστορία είναι πάντα η ίδια. Η αφήγηση διαφέρει και το τι καταλαβαίνει ο καθένας στη ζωή που επέλεξε να ζήσει.

Μη ζητάς πολλά, του αντιγύρισα. Είμαστε απλά άνθρωποι. Μετράει το παρελθόν που έχτισε την προσωπικότητα που κουβαλάμε, αλλά και το πώς έχουμε ξυπνήσει, τι σκοτούρες έχουμε στο μυαλό μας, ποσό έχουμε βυθιστεί στην ύλη προσπαθώντας να επιβιώσουμε… Σταμάτησα. Είχα μείνει να με κοιτά με εκείνο το λίγο ειρωνικό γελάκι.

Είναι καλά που κάτι αποφάσισε μέσα σου να ξαναβρεθούμε. Όπως είπες, δεν έχει περάσει ούτε μέρα.

Λοιπόν ρώτησα, που είχαμε μείνει – γιατί μου διαφεύγει…

Έχεις ένα τσιγάρο; με έκοψε.

Μπα, καπνίζουμε ακόμα στον από κει κόσμο, χωρίς απαγορεύσεις και ενοχές, του γέλασα.

Έχεις; ξαναρώτησε.

Έψαξα τις τσέπες μου και έβγαλα το πακέτο. Δίστασα.

Ξέρεις, λένε ότι οι κόσμοι, ακόμα και όταν είναι οι πύλες ανοιχτές, δεν πρέπει να έχουν υλική επαφή, είπα.

Άσ’ τους να λένε, έχεις φωτιά;

Ψάχτηκα.

Όχι, δεν βρίσκω αναπτήρα.

Δεν πειράζει, έχω εγώ κάτι, παλιό και καλό.

Τα δάχτυλά του ήδη έπαιζαν με έναν παλιό αναπτήρα με φυτίλι και ίσκα.

Μου επιτρέπεις; ρώτησε.

Έβαλα το τσιγάρο στα χείλια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Η φλόγα της «άλλης πλευράς» ζέστανε το πρόσωπό μου.

Η ζωή είναι ωραία, σκέφτηκα…

Advertisements