Από το PHOENIX RISING, Διεθνές Ακαδημαϊκό Συνέδριο με Θέμα τον Δυτικό Εσωτερισμό και τίτλο “Θάνατος και Αναγέννηση στην Φιλοσοφία, την Τέχνη και την Λογοτεχνία:
Μια Κοινωνία που Πεθαίνει, ή μια Αναγέννηση για τον 21ο Αιώνα;”
που έγινε στο Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Ινδιανάπολης, Αθήνα Μάρκου Αυρηλίου 5, Πλάκα 6-7 Νοεμβρίου 2009.

«Ανοίξτε το μυαλό σας, φίλοι μου. Όλοι φοβόμαστε αυτό που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε»

Ο τίτλος αυτής της εισήγησης[2] προϊδεάζει για το ατελές του περιεχομένου. Πρόκειται -κατ’ ουσίαν- για μια συνοπτική εισαγωγή με αμφίβολη –μάλιστα- αυθεντικότητα. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ως εύσχημο υπότιτλο ή και διαφορετικό ακόμα τίτλο: «μια προσεγγιστική απόπειρα – μικρή συμβολή στην ιστορία του δυτικού εσωτερισμού». Όταν ξεκίνησα να δώσω τον τίτλο της εισήγησης ήξερα περί τίνος ήθελα να γράψω. Αυτό όμως που δεν ήξερα ήταν πόσο δύσκολο θα ήταν το εγχείρημα αυτό στην πραγματικότητα. Δεν σας κρύβω ότι πολλές φορές –κατά τη διάρκεια της μελέτης και της συγγραφής- ένιωσα σαν καταξιωμένος αστρονόμος, ο οποίος όμως στην πράξη ποτέ του δεν είχε κοιτάξει τα άστρα κατάματα!

Νόμιζα και ίσως συνεχίζω να θεωρώ ότι ξέρω πολλά περί Eλευθεροτεκτονισμού. Πολλοί από εσάς ενδεχομένως να πιστεύετε το ίδιο. Ίσως πράγματι να ξέρετε το αντικείμενο τόσο καλά που δεν μπορείτε να το ορίσετε με λέξεις, όπως δεν μπορείτε να ορίσετε τη γεύση του καφέ, το κίτρινο ή το κόκκινο χρώμα, ή την έννοια του θυμού, την ανατολή, το ηλιοβασίλεμα… Αυτό συμβαίνει διότι ορισμένα πράγματα είναι τόσο βαθιά μέσα μας που μπορούν να εκφραστούν μόνο με τα κοινά σύμβολα, με κοινές παραστάσεις που μοιραζόμαστε. Επομένως, γιατί να χρειαστούμε λέξεις;

Θυμάμαι ένα παράθεμα από τον Άγιο Αυγουστίνο[3] που νομίζω ταιριάζει στην περίπτωσή μου. Λέει: «Τι είναι χρόνος; Αν οι άνθρωποι δεν με ρωτήσουν τι είναι χρόνος, ξέρω. Αν με ρωτήσουν τότε δεν ξέρω». Έτσι, νιώθω κι εγώ για ό,τι επιχειρήσω να σας πω απόψε. Παρά ταύτα θα προσπαθήσω!

Αντί εισαγωγής

Η εισήγηση αναφέρεται στην οριοθέτηση. Επομένως, αναζητούμε ένα όριο, αλλά και μια μέθοδο που οδηγεί στον εντοπισμό του ορίου αυτού. Εύσχημα, η ελευθεροτεκτονική ανακαλεί στο νου μας τον πρώτο των μεθοδικών, τον Descartes, τον ανακαλεί όμως ως μέθοδος με εννοιολογικό περιεχόμενο πιο ελεύθερο από την αντίστοιχη καρτεσιανή λογικοκρατία και μόνο. Στο οικείο πλαίσιο αυτό θέτουμε ως βάση τον Ελευθεροτεκτονισμό και τη μέθοδο που αυτός επιλέγει και δεν αναφερόμαστε στον μυσταγωγικό του χαρακτήρα και το εσωτερικό μεγαλείο της μυητικής του αγωγής. Με μία παρατήρηση: η ελευθεροτεκτονική μέθοδος δεν είναι πρόγραμμα που προκαθορίζει μια σειρά ενεργειών που εκτελούμε με σκοπό να φτάσουμε σε ένα καθορισμένο αποτέλεσμα (Lalande). Στον Ελευθεροτεκτονισμό, εκτιμώ, ότι δεν υπάρχει πρόγραμμα, μια κατεύθυνση υπάρχει μόνον για την μορφοποίηση των τάσεων και εν συνεχεία για την εφαρμογή τους. Παρά ταύτα, ο στόχος είναι, όπως φαίνεται, αμετακίνητος: η μεταποίηση του ανθρώπινου όντος και η συνειδητοποίηση ότι μπορεί να τελειοποιηθεί σε όλους τους τομείς του εσωτερικού, αλλά και του εξωτερικού του κόσμου.

Αναρωτιέμαι μεγαλόφωνα:

– Υπάρχει τεκτονική φιλοσοφία; Μήπως ο Eλευθεροτεκτονισμός είναι βιοθεωρία με δική του φιλοσοφία την οποία έχει ερανισθεί από δοκιμασμένα φιλοσοφικά συστήματα; Παραλλήλως δε υπάρχει συγκεκριμένη τεκτονική πρακτική που εμπνέεται από τα μηνύματα των τεκτονικών τυπικών που περιέχουν φιλοσοφικές έννοιες; Όλα αυτά και κάτι περισσότερο είναι ο Τεκτονισμός. Ποιο είναι αυτό το περισσότερο; Η αποκάλυψη και το μυστήριο (για να θυμηθούμε τον Ρώσο συγγραφέα και στοχαστή Νικολάϊ Μπερντιάγεφ – «Αλήθεια και Αποκάλυψη»), γεγονότα του εσωτερικού βίου που όμως είναι κυρίως απερίγραπτα και ανεπικοινώνητα, διότι η μύηση είναι κατάσταση χάριτος.

– Ύστερα από αυτά, προκύπτει και άλλο ένα ερώτημα: υπάρχει τεκτονική μυητική οδός; Προτιμότερο να ονομάσουμε τη ψυχολογική αυτή διαδικασία (διότι περί πορείας της ψυχής) ως τεκτονική μυητική αγωγή, διότι η αγωγή είναι αυτή που συνθέτει την οδό, την μέθοδο, την επερχόμενη πορεία και τελικά τους επιδιωκόμενους σκοπούς.

Και έτσι εισερχόμεθα στο κυρίως θέμα της παρούσας εισήγησης.

Α. Οροθέσιο: Τα τρία στοιχεία

Μιλώντας για μυητική φιλοσοφία ή –ορθότερα- βιοθεωρία, αναγκαστικά πρέπει να μιλήσουμε για τον σκοπό της τεκτονικής μύησης μέσα στα σύγχρονα πλέον πλαίσια και της ανάγκης της εποχής μας, μιας εποχής καθολικής κρίσης (αξιών, θεσμών και ιδεωδών).

α. Ο Τεκτονισμός αναγνωρίζει μία υψηλή αλλά και απτή πραγματικότητα και την ανάγει σε ιδεώδες: την Ανθρωπότητα, η οποία (μετά το Πνεύμα) είναι η πλέον εναργής αιωνιότητα που γνωρίζουμε. Είναι αλήθεια –και δεν έχει ίσως προσεχθεί αρκετά- ότι παρά την ατομοκεντρική του δομή ο Τεκτονισμός με τη μυητική του αγωγή του σκοπεύει πέρα από το άτομο. Σκοπεύει στο σύνολο και την ιδέα της συλλογικότητας και της ουσιαστικότερης ενότητας, εφ’ όσον μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εσωτερικής υφής.

β. Το άτομο, λοιπόν, δεύτερος σκοπός και κέντρο του τεκτονικού ενδιαφέροντος ως μονάδα της κοινωνίας και δομικός λίθος αυτής. Το άτομο που ανέκαθεν ακούει τις επαγγελίες της ηθικο-πνευματικής του σωτηρίας μέσω κανόνων και θεωριών, που σκοπό έχουν να του δώσουν έναν τύπο κοινωνικής διαβίωσης μάλλον, παρά ένα πλαίσιο και ταυτόχρονα έδαφος ανάπτυξης του πνεύματός του. Το ζητούμενο είναι ένας χώρος πνευματικός, γνωσιολογικά αυτάρκης, εσωτερικά υπεύθυνος και με πληρότητα –ο χώρος δηλαδή του Ανθρώπου ως συλλογικής οντότητας. Τονίζω το «συλλογική οντότητα» και ανατρέχω στα λόγια του Pike «ό,τι έχουμε κάνει αποκλειστικά για τον εαυτό μας πεθαίνει μαζί μας, ό,τι έχουμε κάνει για τους άλλους και τον κόσμο διαρκεί και παραμένει αθάνατο».

γ. Χώρος και πεδίο του έκφρασης ενδιαφέροντος και της μεθόδου είναι πλέον η σύγχρονη εποχή. Μια εποχή που δεν περιμένει «έτοιμες απαντήσεις», αλλά αναζητά μεθόδους και κατευθύνσεις για να διδαχθεί. Τα ερωτήματα σήμερα αναφύονται, υπάρχει αδήριτη ανάγκη για αποτελέσματα και προς τούτο αναζητείται τρόπος, εργαλεία και εννοιολογικό πλαίσιο. Αιώνες τώρα η Φιλοσοφία παρέχει μεθόδους και τα πνεύματα εναβρύνονται στις πηγές της. Πρέπει, όμως, να ομολογηθεί ότι μέχρι σήμερα η Μεταφυσική «έχει καταντήσει μία ατελείωτη φιλονικία για μεθοδικά ζητήματα» (Τάσσιος) και η φιλοσοφία δίδει την εντύπωση ότι «τρέφεται περισσότερο με κριτική παρά με παραγωγή» γόνιμη και εποικοδομητική (Θεοδωρίδης). Και όμως, «αν το Σύμπαν (το Άπειρο) δεν ήθελε ο άνθρωπος να είναι σοφός, δεν θα του είχε χαρίσει τη δυνατότητα της γνώσης» (Μ. P. Hall).

Γνώση, λοιπόν, η οδός και μέσον αυτής η Μύηση. Αλλά, «δει δη απαντήσεων»!

Β. Η τεκτονική οδός – Η μύηση

Ενώ η οποιαδήποτε από έδρας φιλοσοφία (μιας και απαιτεί οξύτατη ειδίκευση) αστοχεί, διότι απευθύνεται αποκλειστικά στη διανοητική (λογικοκρατούμενη) πλευρά του ατόμου, το τεκτονικό μυητικό σύστημα –που δεν απευθύνεται σε ειδικούς, αλλά σε όλους τους νοήμονες και αγαθής προαίρεσης ανθρώπους- έρχεται να παραθέσει μία μέθοδο εφαρμόσιμη από τον καθένα και –ιδίως- άμεσα. Αυτό σημαίνει ότι ο μυούμενος θα χρειασθεί μία «αυτοπρόσωπο φιλοσόφηση» (Τάσσιος), μία αυτοπρόσωπη βίωση αξιών, ιδεών και –συνεκδοχικά- πράξη ζωής και φιλοσόφηση (Κορκιδάκης).

Επομένως, η σύγχρονη μυητική στον χώρο – πλαίσιο της κοινωνίας του 21ου αιώνα κινείται στον καθολικό χώρο του εγώ και όχι στις μεθοδολογικές διαστάσεις του (διάνοια, ηθική κλπ). Αν προτιμάτε, κινείται στον χώρο της εσωτερικής διάστασης του Είναι, όπου εδράζεται η ελευθερία του ήθους. Για να παραφράσουμε τα λόγια του Bergson «η μέθοδος» (του Τεκτονισμού) «δεν είναι μία μέθοδος ορθολογιστική, αλλά μία μέθοδος μεταστροφής που θα φέρει το εγώ μας σε άμεση επαφή με τον κεκρυμμένο μας εαυτό». Τον κεκρυμμένο εαυτό, αλλά που κεκρυμμένο; Στον εσωτερικό μας κόσμο! Και με ποιον τρόπο; Ας αναρωτηθούμε!

Κυρίες και Κύριοι,

Σκοτίζεται κανείς με τους ορισμούς. Σε αυτό το σημείο ενδεχομένως να νιώθετε κάπως πελαγωμένοι και σίγουρα φταίω εγώ, διότι δεν είμαι καθόλου καλός στην αφηρημένη σκέψη. Για τον λόγο αυτό κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσουμε και πάλι μεθοδολογικά! Ο Τεκτονισμός δεν είναι σύστημα ιδεών: ο όρος σύστημα στον Τεκτονισμό έχει μάλλον την έννοια του χώρου εφαρμογής, όπου βρίσκει θέση η τεκτονική οδός: κατανόηση και μύηση (ψυχοδραματουργία). Εδώ ξεκινάμε από το τη μύηση που είναι συγκινησιακή προεργασία- και αφήνουμε να επακολουθήσει η διανοητική επεξεργασία. Στον Τεκτονισμό ο μυούμενος τίθεται σε μία διεργασία μυητική –κραδασμικής δόνησης για τον ίδιο- και αφήνεται να αναζητήσει και να βρει προσωπικές απαντήσεις στα ζητήματα που θέτει κάθε επιμέρους μυητικό επίπεδο. Έτσι, όπως λέγει και ο Παπανούτσος «κάτω από την υψηλή θέρμη μιας (απλής) συγκινήσεως, αναζωπυρώνεται η (δημιουργική) φαντασία, για να κατακτήσει όχι μόνον μια συγκεκριμένη έκφραση, αλλά ακόμη και για να πραγματώσει ένα επιστημονικό άλμα». Η ώθηση αυτή δίδεται με έναν σπινθήρα που δεν μπορεί να αναδυθεί από πουθενά αλλού, παρά από τα βάθη της ύπαρξης. Αυτόν τον μηχανισμό ενεργοποιεί –περισσότερο παρά ποτέ σήμερα- ο Τεκτονισμός προτάσσοντας τη Μύηση.

Μύηση… Κατ’ εξοχήν πράξη ψυχο-δραματική και ψυχουργική διαδικασία ύψιστης μορφής (Κορκιδάκης). Όργανα για την εφαρμογή της μυητικής μεθόδου είναι ο Μύθος, η αλληγορία και τα σύμβολα. Ο μύθος με τα λεγόμενα και τα δρώμενα, η αλληγορία με τα σημαινόμενα και τα σύμβολα με τα ορώμενα και τα νοούμενα. Πράγματι, επειδή και στα μυστήρια «ου χρη μαθείν τι, αλλά παθείν και διατεθείναι δει», η Ελευθεροτεκτονική «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει» (Πλούταρχος[4]). Γνωρίζουμε δε πως η εικόνα και το σύμβολο μας οδηγεί σε μια καθολική αντίληψη του Κόσμου, η οποία διαφέρει από τη στείρα διανοητική γνώση, γιατί σε αυτήν την αντίληψη ενυπάρχει και το στοιχείο της Αγάπης. Όμως, ποιας Αγάπης; Της Ενορατικής. Προσοχή! Η αντίληψη του Κόσμου δεν είναι ένας δεοντολογικός στόχος του μυούμενου, αλλά πρόκειται για μία προφανή ανάγκη που έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση της ίδιας μας της ύπαρξης και την αλχημιστική μας μεταποίηση – μεταστοιχείωση.

Επομένως, μπορούμε να υποστηρίξουμε -με σχετική ασφάλεια- ότι η εφαρμογή της Τεκτονικής μυητικής και φιλοσοφικής μεθόδου εναπόκειται στα επί μέρους άτομα. Τα προσωπικά τους αποτελέσματα δεν έχουν κύρος, παρά μόνον εντός του χώρου της δικής τους προσωπικότητας (ιδού πάλι η «εσωτερική διάσταση του Είναι»). Για τον λόγο αυτό η ελευθεροτεκτονική επιβίωσε των αιώνων, χωρίς ποτέ να γίνει ένα σύστημα στατικό, ένα σύστημα έτοιμων –και επομένως μη ανθρωπιστικών- ιδεών και ιδεωδών. Και η τεκτονική μύηση, μια ενιαία πανανθρώπινη συνείδηση, μια κοινή παγκόσμια αντίληψη και μία από τις οδούς προσέγγισης της Αλήθειας του ΕΙΝΑΙ!

Προσπαθώ, πιστέψτε με, να αναδείξω κάτι που το θεωρώ αληθινό, διότι το νιώθω αληθινό. Ζητώ από εσάς να μην κάνετε το πολύ συνηθισμένο λάθος, που συχνά κάνουμε όταν θεωρούμε πως δεν γνωρίζουμε κάτι επειδή δεν είμαστε ικανοί να το ορίσουμε! Άλλωστε, ο Chesterton εύσχημα παρατηρούσε ότι «μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι, μόνο όταν δεν γνωρίζουμε κάτι γι’ αυτό». Αυτό επιθυμώ και εγώ από εσάς, προκειμένου να μην αφήσετε τον ομιλούντα να κάνει τις λέξεις να χάσουν την ομορφιά των νοημάτων τους!

Γ. Σύγχρονη εποχή

Φτάνουμε πλέον με τα εφόδια αυτά στη σύγχρονη εποχή.

Ο Ερμητισμός, ο Αποκρυφισμός, ο Eλευθεροτεκτονισμός, θεωρήθηκαν αδυναμίες και παραδοξότητες ασυγχώρητες από τους θετικιστές, τους οπαδούς της σύγχρονης έκφρασης της «επιστήμης» και τα λεγόμενα «σοβαρά πνεύματα». Και όμως, ειδικά ο Eλευθεροτεκτονισμός, αποτέλεσε -κατά την ανανέωσή του τον 18ο αιώνα- έναν καθρέπτη της συγκλίνουσας κίνησης της τυπικής λογικής και του Εσωτερισμού.

Προοδευτικά οι ανακαλύψεις κυρίως της επιστήμης της Φυσικής επέσυραν και επανέφεραν την προσοχή μας στους εσωτεριστές και τα αντίστοιχα ρεύματα του παρελθόντος. Και η επιστήμη αυτή που σήμερα χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο μαθηματική έκφραση και τείνει λες να περικλείσει τον Κόσμο μέσα στα πλαίσια ενός μαθηματικού τύπου, επαναφέρει σε ισχύ αυτή τη θεμελιώδη αρχή του Ερμητισμού: την Ενότητα. Το παν βρίσκεται μέσα στο Όλον του Όντος. Εξηγούμαι! Σήμερα η πειραματική μέθοδος κυριαρχεί ακόμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα πειραματικά στοιχεία δεν μπορούν να επιστρατευθούν προκειμένου να υποστηριχθεί βεβιασμένα μια εσφαλμένη θεωρία[5].

Κυρίες και Κύριοι,

Από τον Bergson και μετά γνωρίζουμε ότι η διαλεκτική λογική δεν είναι η μόνη μορφή σκέψης. Υπάρχουν ρεύματα του υπο-συνείδητου, ακόμη και του υπερ-συνείδητου (που οφείλονται στα μορφογεννητικά πεδία), ρεύματα δημιουργικής μεταίσθησης και εναίσθησης ή ενδοπάθειας, που είναι ίσως οι μόνοι τρόποι να πλησιάσουμε το Απόλυτο κάθε φορά για μας και τις εκάστοτε προσδοκίες μας, μέχρις ότου ο συνειδησιακός μας ορίζοντας να γίνει Ωκεανός (Karl Jaspers). Η επέκταση των δυνατοτήτων αυτών –ψυχολογική έδραση της μυητικής μεθόδου- έχει αναγνωρισθεί από τα αποτελέσματα μελετών κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια πάνω στις πέρα από τις επιμέρους αισθήσεις εντυπώσεις και τις ηλεκτρομαγνητικές ιδιότητες του εγκεφάλου.

Το παν, επομένως, βρίσκεται μέσα στο Παν. Το παν βρίσκεται μέσα στο Όλον του Όντος! Και την ίδια στιγμή μας φανερώνει πως η ζωή, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με οτιδήποτε θεωρείται ανόργανο, αποτελεί μια κατάσταση προοδευτικής πολυπλοκότητας και αυξανόμενου ψυχισμού (Naudon).

Το δε Σύμπαν (μηχανισμός δημιουργικός, δυναμικός και σε συνεχή εξελικτική κίνηση) δεν εκφράζει τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από «την απελευθέρωση της Συνείδησης»[6] ή «μια πορεία του Πνεύματος»[7]. Και το Σύμπαν αυτό αποκαλύπτεται με τον πιο τέλειο τρόπο στον άνθρωπο, ο οποίος παραμένει ένα από τα υψηλά σημεία και κορωνίδα της εξέλιξης. Ο Ανθρωπισμός είναι –κατά κάποιον τρόπο- ο Νόμος του Σύμπαντος κατά το «γίγνεσθαί του» προς μία ανώτερη, τελική τάξη και αρμονία. «Ο άνθρωπος σήμερα είναι η περίληψη του Κόσμου» γράφει ο Αlbert Vandel. Μήπως, δεν είναι η επιστροφή στο νόμο της πνευματικότητας (που διακήρυσσε ο Ερμής ο Τρισμέγιστος): «Το παν είναι Πνεύμα, το Σύμπαν είναι Νους[8]», καθώς και στο νόμο του κραδασμού: «Τίποτε δεν βρίσκεται σε αδράνεια, το παν κινείται, το παν δονείται»;

Και ο Eλευθεροτεκτονισμός του 21ου αιώνα; Πριν προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό, να θίξουμε -επί τροχάδην- τα ακόλουθα σημεία που θα μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε τη θέση του στη σύγχρονη εποχή:

– Δεδομένη είναι σήμερα η περιορισμένη δυνατότητα της επιστήμης να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το δράμα του σημερινού κόσμου. Ο κόσμος αυτός, ο οποίος εμπιστεύτηκε τον εαυτό του κυρίως στην επιστήμη και την απότοκό της τεχνολογία (ή στην πραγματικότητα σε μια επιστημονική μεν, αλλά αναιμική και ανεπαρκή γνώση) αντιλαμβάνεται ότι, χωρίς την ανακάλυψη των αποτελεσματικών και τελικών αιτίων, δεν υπάρχουν παρά ημιτελή περιστατικά της ανθρώπινης εμπειρίας, που είναι έμμεση πηγή της αμφιβολίας, του άγχους και της κακοδαιμονίας μας.

– Ο άνθρωπος κινείται χωρίς προσανατολισμό (εξ αιτίας πολλών επιμέρους πλανών), αναλογίζεται τη ματαιότητα και τη φαινομενική μηδαμινότητα, αποκτά δε συνείδηση της απεραντοσύνης του χρόνου και του σύμπαντος, γεγονός που τον αφήνει έκπληκτο και ταυτόχρονα φοβικά συμπεριφερόμενο σε όλες του τις εκδηλώσεις.

– Η επιστήμη φτάνει στο ακρότατο σημείο της και –σαν από μία μεγαλόπρεπη παραδοξότητα- δικαιώνει τη Μεταφυσική (εσωτεριστική άποψη) με την ίδια την ομολογία της ανεπάρκειάς της.

– Χωρίς την πίστη και την αγάπη, η επιστήμη σήμερα δεν φαίνεται ως τίποτε περισσότερο παρά μία απέραντη πλήξη, γιατί είναι χωρίς ελπίδα. (Eliphas Levi).

Ελπίδα, πόσο σημαντική έννοια! Αυτή μας απομένει σήμερα, ως φάρος και πυξίδα! Αλλοίμονο αν σε όποιον «σβήσει αυτή». «Διά της Ελπίδος θα αναλάμψουν εκ νέου η Πίστις και η Αγάπη»[9].

Δ. Θέση – Γεφύρωση

Επομένως, ποια η θέση του Eλευθεροτεκτονισμού και η ανάγκη να συνεχίζει να υπάρχει τον 21ο αιώνα;

Ο Τεκτονισμός προβάλλει το Νόμο της (ενορατικής) Αγάπης και ταυτόχρονα προτρέπει στην προσέγγιση της Γνώσης (του «εν ημίν Φωτός»). Δεν παραλείπει δε να προσφέρει έναν κανόνα ατομικής και κοινωνικής βιωματικής, δεικνύοντας μία οδό ισορροπίας και αρμονίας. Το κυριότερο όμως συντείνει στη γεφύρωση μεταξύ επιστημονικής σκέψης και εσωτερικής οδού. Πράγματι, ο Eλευθεροτεκτονισμός (εφαρμοζόμενος μέσα στα ορθά και κανονικά πλαίσια) δικαιούται να σεμνύνεται ότι μπορεί να προωθήσει την αποκατάσταση της παραμέτρου της απαραίτητης για την επιστημονική σκέψη, αντίληψη και έρευνα. Την επιστημονική σκέψη και έρευνα που μεταφράζεται σε ικανότητα συνεχούς διεύρυνσης των συνειδησιακών οριζόντων και σε διαρκή αναμόρφωση του εσωτερικού προσώπου της ύπαρξή μας.

Είναι μία απλή αλλά εξόχως πραγματική αλήθεια ότι η τεκτονική μέθοδος μαθαίνει τους ασκούντες αυτήν να σκέπτονται χωρίς όρια. Δεν χρειάζεσαι την επιστημονική αυθεντία ή την εξαιρετική ερευνητική εμπειρία, για να κατανοήσεις την αρχετυπική βάση της τεκτονικής μεθόδου: «ουδέν όριον τίθεται εις την αναζήτησιν της αληθείας». Να μη λησμονούμε ότι οι πρώτοι τέκτονες ίδρυσαν αυτό που ονομάζεται «ελεύθερη επιστήμη» (πείραμα και απόδειξη).

Ο Eλευθεροτεκτονισμός σήμερα βοηθά στην απελευθέρωση από προσκολλήσεις σε απόψεις κομφορμιστικές του παρελθόντος. Άλλωστε, η τεκτονική σκέψη (και η εξ αυτής μέθοδος) μας διδάσκει πώς να σκεπτόμαστε με αναλογικούς συλλογισμούς (να μην λησμονούμε ότι μεταξύ συμβόλου και συμβολιζομένου υπάρχει σχέση αναλογίας). Η απελευθέρωση αυτή είναι περισσότερο χρήσιμη παρά ποτέ σήμερα που η επιστήμη είναι ακόμα προσκολλημένη στο πρότυπο της περιόδου του Διαφωτισμού, περιοριζόμενη στην εμπειριοκρατία και στη μηχανιστική αντίληψη περί πάντων. Επομένως, η επιζητούμενη γεφύρωση:

– συντείνει στην αντίληψη της διάστασης μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού τύπου της επιστήμης

– προωθεί την εσωτερική ανακαίνιση (renovatur) και την εξωτερική βελτίωση (κοινωνική συμπεριφορά) του ατόμου

– συντελεί στο να ακουστεί ένα «κλικ» στη συνείδηση των μυουμένων και ανακλαστικά συντελεί στην αναμόρφωση των δομών του ατόμου και της κοινωνίας

Και για να παραφράσω εύσχημα την -ήδη παραφρασμένη από τον Dr. Shaulk- ρήση: ο Τέκτονας «φαντάζεται και σκέπτεται και άρα υπάρχει» τεκτονικά. Πράγματι, σε ένα ελεύθερο πεδίο έκφρασης (το οποίο αποτελεί απόρροια της μύησης που δεν ερμηνεύεται αξιωματικά), η φαντασία και η αγαθής προαίρεσης σκέψη μοιάζει να αντικαθιστά την επιστημονική αναγκαιότητα και προσανατολίζει τον τέκτονα.

Επιμύθιο – Προοπτική

Η ανώτερη επιδίωξη του Τεκτονισμού -καθώς και όλων των μυήσεων- να προσεγγίσει το Απόλυτο, νομιμοποιείται με την προσφυγή στην Παράδοση, που οι Αρχές και τα σύμβολά της αποτελούν τρόπο και κλειδί μετάδοσης. Σημειωτέον ότι με τον όρο «Παράδοση» υποδηλώνεται τόσο η πηγή της Γνώσης, όσο και ο τρόπος μετάδοσής της. Να ερανισθούμε εδώ την φράση: «είμαι τέκτονας και ουδέν το ανθρώπινο θεωρώ ξένο»[10]. Αυτό και μόνον, Κυρίες και Κύριοι, είναι μια παρακαταθήκη ελπίδας.

Πράγματι, όταν στα τέλη του 18ου αιώνα, μέσα σε ένα πνευματικό κλίμα κατά βάσιν αιρετικό (Bonardel) αναζωπυρώνονται οι παραδοσιακές έννοιες του Εσωτερισμού και της Μύησης, αναφύεται η ανάγκη της αποκατάστασης ενός τμήματος της ανθρώπινης κληρονομιάς, καθώς και η ανάδειξη της ανάγκης να δειχθεί η συγγένεια μεταξύ πειραματικής γνώσης και Γνώσης (δηλαδή γνώσης εσωτερικής). Ο 19ος αιώνας γνωρίζει μία ερμητική ανανέωση. Με την τριπλή της έκφραση –Ερμητική, Θεοσοφική, Αποκρυφιστική- η Grande Synthése (Μεγάλη Σύνθεση) θα αποτελέσει το αντικείμενο τής τότε αναζήτησης: απόπειρα αποκατάστασης της αρχαίας Γνώσης των «μυστών» με τη βοήθεια της Επιστήμης. Στόχος: η αντιπαράθεση στην υλιστική τάση της επιστήμης και οι συγκροτημένες Εκκλησίες που κρίνονται ανίκανες να επιτελέσουν τον έργο του ορθά (Eliphas Levi).

Ο Τεκτονισμός χαρακτηρίζει από το σημείο αυτό και μετά όλα τα παραπάνω ρεύματα (σκέψης), προσπαθώντας να επεξεργαστεί τη «Μεγάλη Σύνθεση» της Επιστήμης και αυτού που ονομάζει Παράδοση. Πώς; Καταφεύγοντας στο «αρχέγονο Φως» της εσωτερικής Σοφίας. Τα ρεύματα αυτά παρέμειναν σε υβριδική κατάσταση μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, όταν πια το Μέγα Έργο της συμφιλίωσης βρίσκει πρόσφορο έδαφος (το Μέγα Έργο που αποτελεί τη γεφύρωση μεταξύ Επιστήμης και αρχαίου Μυστικισμού). Ο Eλευθεροτεκτονισμός συμβάλει με τον τρόπο του! Δημιουργεί μία πρωτοφανή οικειότητα με την απέραντη μυθική και θρησκευτική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Κατ’ επέκταση επιτρέπει στον (Δυτικό κυρίως) άνθρωπο να θέσει σε πράξη την ανάμνηση της αρχαϊκής πνευματικής και θρησκευτικής του συνείδησης, η οποία αποτελεί μία από τις σταθερές της ανθρώπινης ψυχής.

Ο Eλευθεροτεκτονισμός, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα σύστημα αναπαραστάσεων. Η εκπληκτική σταθερή διάρκεια της τεκτονικής μεθόδου φαίνεται να μαρτυρεί τη «γονιμότητα μιας γνώσης» (Papus) με εναλλασσόμενες τις μορφές της, κάτι που είναι αδύνατον να περιοριστεί σε οποιαδήποτε δογματική επιστημονική διατύπωση. Αν πρέπει να πιστέψουμε την ποιητική αντίληψη, ο γόνιμος Eλευθεροτεκτονισμός «κρατιέται στον ιστό της πηγής και ελάχιστα στους έλικές της» (Baudelaire), συντελεί καθοριστικά δε στην αποκατάσταση της σχέσης μας με τον Κόσμο (Ερμής ο Τρισμέγιστος).

Κλείνω με τα λόγια του Α. Koestler, χωρίς σχόλιο: «Αν στα σοβαρά θέλουμε να αποκτήσουμε το χαμένο μας ήμισυ, δεν πρέπει να μας τρομάζει η σκέψη μιας εποχής, όπου θα διδάσκεται στα σχολεία η μεταφυσική μαζί με τις φυσικές επιστήμες, προκειμένου να ανακτηθεί η ακεραιότητα του ανθρώπου».

Βιβλιογραφία

Α. Aλλοδαπή

Benoist Luc, L’ Esoterisme, 1965.

Bonardel F., L’ Hermetisme, PUF, 1985.

Dyer C., Symbolism in Craft Masonry, Lewis Masonic, London, 1991.

Eliade M., Images et Symboles. Essais sur la Symbolisme Magico-Religieux, Gallimard, Paris, 1952.

Εncyclopédie de a Franc-maçonnerie, Librairie Générale Française, Paris, 2000.

Gédalge A., Dictionnaire Rhéa, 1921.

Guenon R., Aperçue sur l’initiation, Paris, Chacornac, 1945.

Gould R.F., The History of Freemasonry, London, 835.

Lantoine A., Histoire de la Franc-maçonnerie française, τόμοι A, B, C, éd. Nourry, Paris, 1925, 1930, 1935.

Leadbeater C.W., The Hidden Life in Freemasonry, 1926.

Ligou D. (dir.), Dictionnaire de la Franc-maçonnerie, Presses Universitaires de France, Paris, 1987.

Mackey, A.G., Encyclopaedia of Freemasonry of Freemasonry, 5th Edition, The Masonic History Company, Chicago, 1950.

Mackey A., Masonic Ritualist, 1908.

Hall M.P., The Secret Teachings of all Ages, 1928.

Naudon P., La Franc-maçonnerie, Que Sais-je?, Presses Universitaires de France, Paris, 1993.

Papus, Traite Méthodique de Science Occulte, Paris,1912.

Papus, L’Occultisme, 1922.

Pike A., Morals and Dogma, 1936.

Ragon J.-M., De La Maçonnerie Occulte et de L’Initiation Hermétique, 1853.

Saliceti C., Humanisme, franc-maçonnerie et spiritualité, PUF, Paris, 1997.

Waite A.E., A New Encyclopaedia in Freemasonry, 1881.

Wirth O., La Symbolique Occulte de la Franc-maçonnerie, Paris, 1928.

Wirth O., Le Livre de l’Apprenti, éd. Laval, Paris, 1962.

Β. Ελληνική

Eliphas Levi, Το Βιβλίο των Σοφών, Τετρακτύς, Αθήνα, 1991.

Θεοδωρίδης Χ. Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Αθήναι, 1955

Κορκιδάκης Εμμ., Μία προσέγγισις των «ηθικών» του Χαιρωνέως μυσταγωγού του Δελφικού Ιερού φιλοσόφου Πλουτάρχου, Αθήναι, 2009.

Κορκιδάκης Εμμ., Η μύησις του α’ βαθμού του Τεκτονισμού ως ψυχόδραμα, Αθήναι, 2004.

Lalande A., Λεξικόν της Φιλοσοφίας, Πάπυρος, Αθήναι, 1955.

Λάσκαρις Ν., Εγκυκλοπαίδεια της Ελευθέρας Τεκτονικής. 1951.

Μελισσαρόπουλος Κ., Αποκρυφισμός και Μυστικισμός, 1988.

Παπανούτσος Ε., Ηθική, Ίκαρος, Αθήναι, 1965.

Τάσσιος Θ., Η συμβολική Τεκτονική, Αθήναι, 1971.

 


[1] Βrown D., Το χαμένο σύμβολο, Λιβάνης, Αθήνα, 2009, 89.

 

[2] Εισήγηση στον θεματικό Κύκλο: Μυητικές Εταιρίες και ο Ρόλος τους στη Σύγχρονη Κοινωνία. Ο τίτλος της εισήγησης στην αγγλική αποδίδεται ως εξής: «The teachings of Masonic Initiatory Philosophy and their relevance to the 21st century: The Esoteric tradition in Freemasonry and the emerging scientific thought»

[3] Εξομολογήσεις 11.14

[4] ομιλών περί του «Άνακτος του Δελφικού Ιερού».

[5] Ο συμβολικός –τουλάχιστον- Ελευθεροτεκτονισμός φαίνεται να υιοθετεί όλα τα στοιχεία της πειραματικής επιστημονικής μεθόδου. Δεν αρκείται όμως μόνον σε αυτό, αλλά καλλιεργεί ιδιαζόντως μία μέθοδο μυστηριακή.

[6] Lecomte de Noüy

[7] Teilhard de Chardin

[8] Λέγει ο Αναξαγόρας «νους εστί ο διακοσμών και των πάντων αίτιος».

[9] Τυπικόν του 18ου Βαθμού, Πρίγκιψ Ρ+, εν Κοιλάδι Ιλισού και Ανατολή Αθηνών, 2008, 71.

[10] Γράφει ο Pike -και είναι αλήθεια- ότι «ο Τεκτονισμός δεν ανήκει σε καμία εποχή, αλλά σε όλες τις εποχές, διότι με το να μην ανήκει σε καμία θρησκεία βρίσκει σε όλες τις θρησκείες τις μεγάλες του αλήθειες»

Advertisements