(Κείμενο από το περιοδικό ΑΒΑΤΟΝ)

«Καθόμασταν σιωπηλοί στην άκρη της θάλασσας. Τη γραμμή του βουνού κύκλωνε ένας φοβερός αστερισμός, ίδιος τέρας με στριφογυριστή ουρά και πολλά μάτια, λάμψεις αστέρια  που ξαφνικά ξεκόλλαγαν από το στερέωμα και έπεφταν στο άπειρο.
Ο Ζ. κοίταζε τ’ αστέρια με το στόμα ανοιχτό, σα να τα ‘βλεπε για πρώτη φορά. Τι γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε. Στράφηκε σ’ εμένα.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε.
Ξέρεις να μου πεις τι σημαίνουν όλα αυτά; Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ’ όλα, (με φωνή  γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
Δεν ξέρω! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό, το πιο απαραίτητο πράμα, και δεν μπορούσα να το εξηγήσω.
-Δεν ξέρεις! έκαμε και τα μάτια του γούρλωσαν.
Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; ‘Άμα δεν λένε αυτό τι λένε;
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, αποκρίθηκα.
-Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές  θά’ χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί, τι ζουμί έβγαλες;

Τόση αγωνία είχε η φωνή του και εγώ δεν μπορούσα να δώσω μια απόκριση.
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη, μα κάτι άλλο πιο υψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από αυτό, πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρήσει.
-Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζ. με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
-Είμαστε σκουληκάκια μικρά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας. τ’ αλλά φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα.
Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει, το γευόμαστε, τρώγεται, το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου. Από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος.
Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό… Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει… .
Σταμάτησα. ‘Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η ποίηση», μα ο Ζ. δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
-Τι αρχίζει; ρώτησε εκεινος λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
-…Αρχίζει ο μεγάλος κίνδυνος,  είπα.
‘Άλλοι ζαλίζονται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχθούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: «Θεός». .
‘Άλλοι κοιτάζουν από την άκρα  του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια
και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζ. συλλογίστηκε κάμποση ώρα.  Βασανίζονταν να καταλάβει. Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο, τον κοιτάζω και δεν φοβούμαι. ‘Όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος;
-Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.»
Μου θύμισε ένας φίλος ετούτο το αποσπάσμα από το βιβλίο του μεγάλου συγγραφέα και μύστη Νίκου Καζαντζάκη , Αλέξης Ζορμπάς.
Ολόκληρη τη ζωή του ο Καζαντζάκης πάσχιζε να ξεπεράσει τον ιερό τρόμο μπροστά στον οποίο όλη η γνώση του κόσμου μοιάζουν οκάδες χαρτιού μουτζουρωμένου με Σολομωνικές που όσο κι αν τις στύψεις, ζουμί δεν θα βγάλεις.
Αναζητούσε, ταξίδευε και έγραφε ασταμάτητα. Μήπως ήταν η ποίηση –που υπαινίχθηκε στο κείμενο- μια οδός, ένα μονοπάτι από τον ιερό τρόμο προς την απόλυτη ελευθερία; Όταν έφτασε η ώρα να διαβεί το μεγάλο ποτάμι ζήτησε να γραφτεί στον τάφο του μια φράση.
«Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Μερικούς αιώνες πριν, ένας άλλος μεγάλος ποιητής –πολλοί λένε ότι ήταν κι αυτός ελληνικής γενιάς αλλά λίγη σημασία έχει- διαπραγματεύτηκε στα γραπτά του το θέμα του θανάτου. Οι ιδέες που διέσπειρε μέσα από τα λόγια του γέννησαν ένα από τα γνωστότερα μυητικά τάγματα, των σούφι δερβίσηδων.
Ήταν ο Τζελαλαντίν αλ Ρουμί που έγραψε:

Πέθανα από το ορυκτό βασίλειο και έγινα φυτό
Πέθανα σαν φυτό και έγινα ζώο
Πέθανα σαν ζώο και έγινα άνθρωπος
Γιατί λοιπόν να φοβηθώ τον θάνατο;
Την επόμενη φορά θα πεθάνει η ανθρώπινη φύση μου
και θα ανυψωθώ μεταξύ των αγγέλων
Για άλλη μία φορά θα αφήσω την αγγελική φύση
και αυτό που δεν μπορείτε να φανταστείτε, αυτό θα γίνω

Φράσεις μεγάλων «δικών» μας, οδοδείκτες και προκλήσεις στους μοναχικούς μας διαλογισμούς.

Advertisements