(Ένα παλαιότερο κείμενο που είχε δημοσιευτεί στο ΑΒΑΤΟΝ και που θεωρώ καλό να βρίσκεται δίπλα στο «Υπέρ Ανοήτων»)

Διαβάζοντας τη λίστα των πλέον ευπώλητων βιβλίων τους μήνες που μας πέρασαν παρατήρησα ότι στην κορυφή έχει κολλήσει εδώ και λίγο καιρό το Εγχειρίδιο Βλακείας του Διονύση Χαριτόπουλου, ενώ από κοντά ακολουθεί το Η βλακεία ως παράγων του ανθρώπινου βίου του Θεόδωρου Καρζή.
Αμέσως αυθόρμητα σκέφτηκα: Τι έγινε ρε παιδιά; Τα αγαπήσαμε μόνο γιατί είναι έξυπνα και καλογραμμένα ή μήπως κατά βάθος μας είναι οικεία και μας θυμίζουν και κάποιους γνωστούς μας;

«Επειδή όλοι υποτιμάμε τον αριθμό των ηλιθίων ανάμεσά μας και κάθε τόσο μας αιφνιδιάζουν πρόσωπα “υπεράνω υποψίας” μάλλον πρέπει να ξανασυστηθούμε», γράφει ο Χαριτόπουλος και συμπληρώνει από τη μεριά του ο Καρζής: «Η βλακεία είναι μια ιδιότητα υπερταξική, υπερεθνική και διαπολιτισμική, που ενδημεί στις πέντε ηπείρους του πλανήτη και στα εκατόν ενενήντα δύο κράτη μέλη του ΟΗΕ. Διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας: στην πολιτική, την επιστήμη, τη θρησκεία, στον κοινωνικό, τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο. Με τη διαρκή παρουσία της και την καταλυτική επιρροή της στις πράξεις και στις ενέργειες ανθρώπων και λαών καταλήγει να σχεδιάζει αυτό τούτο το ιστορικό γίγνεσθαι της ανθρωπότητας».
«Έναν άνθρωπο αφοσιωμένο σε ένα έργο που από επιλογή θέλει απομόνωση μπορεί να τον πεις κουτό», έλεγε ο Διονύσης Χαριτοπουλος σε μια πολύ καλή συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό Lifo. Σταχυολογώ μερικά ακόμα αποσπάσματα:
«Όταν δεν συντονίζεσαι με την εποχή σου μπορεί να φαίνεσαι βλάκας. Η έλλειψη εξοικείωσης με την τεχνολογία δεν είναι βλακεία. Και λέω ως παράδειγμα ότι αν ρίξεις ένα τσακάλι του χρηματιστηρίου στο χωράφι, σε ένα άλλο περιβάλλον δηλαδή, θα ανακηρυχθεί ο ηλίθιος του χωριού…
»Η κοινωνία ευνοεί τον βλάκα γιατί οι κοινωνίες έχουν γιγαντωθεί, έχουν ανάγκη από κόσμο να στελεχώσει τις δομές αυτές, κι ένας βλάκας που σπουδάζει βρίσκει θέση και μάλιστα μερικές φορές αξιοζήλευτη μέσα στον κοινωνικό ιστό…»

Μια απόλυτα λογική κοινωνία δεν είναι μια κοινωνία χωρίς έλεος; Εκεί που απουσιάζει το συναίσθημα δεν υπάρχει έλεος. Ο βλάκας είναι εξ ορισμού αναίσθητος. Δηλαδή, όσο λιγότερα καταλαβαίνεις τόσο λιγότερα νιώθεις. Ο βλάκας τείνει προς την αναισθησία. Αυτό είναι δεδομένο.
Οι έξυπνοι άνθρωποι, που είναι κατά κανόνα πλουσιότεροι σε συναίσθημα, έχουν και μια αδιόρατη θλίψη. Έχουν επίγνωση του κόσμου, έχουν επίγνωση του πόσο λυκοφωλιά είναι. Και το πεπερασμένο του βέβαια.
Ο βλάκας δεν τα έχει αυτά. Ο βλάκας αισθάνεται πρωτογενή πράγματα, το πώς θα επιβιώσει για παράδειγμα.
Σε παλιότερο κείμενό μου (βλέπε ΑΒΑΤΟΝ 75) είχα αναφερθεί στο Πώς έγινα βλάκας του Μαρτέν Παζ, ένα βιβλίο που έγινε best seller πριν από δυο χρόνια. Ένα καλό παιδί, μορφωμένο, ηθικό και προβληματισμένο (οικολόγος γαρ) βολοδέρνει στη φτώχεια και την απόρριψη.
Κάποια στιγμή ξεχνά τις αναστολές του, πιάνει δουλειά σε χρηματιστηριακό γραφείο, μιμείται τους τρόπους των βλακών, προσφέρει το ελάχιστο που οι υπόλοιποι το δέχονται ως καταπληκτικό και σούπερ (γνωρίζετε βέβαια τα σχετικά επιφωνήματα θαυμασμού) και σύντομα έχει τα πάντα: κοινωνική ανέλιξη, αποδοχή, λεφτά, γυναίκες αλλά και μια μικρή δυσπεψία από τα junk foods που αντικατέστησαν τα πανάκριβα βιολογικά σκευάσματα.
Βέβαια, δεν είναι ούτε επινόηση ούτε προνόμιο της εποχής μας τα δοκίμια περί βλακείας.
Παλιότερα υπήρξε το Μωρίας Εγκώμιον του Έρασμου, το Περί βλακείας του Μουζίλ και βέβαια το κλασικό στον ελληνικό χώρο Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω του Ευάγγελου Λεμπέση.
Όλα εικονογραφούν με τον τρόπο τους την παντοδύναμη μάζα των βλακών (σύμφωνα με το αρχαίο αξίωμα: η βλακεία είναι ανίκητη), ενώ είχαν και ένα άλλο κοινό στοιχείο: γράφτηκαν παίρνοντας αφορμή από την καθημερινότητά τους, σε εποχές που η κοινωνία περνούσε βαθιά κρίση.
Ο Λεμπέσης δημοσιεύει το εξαίρετο πόνημά του την περίοδο που στην Ελλάδα η Γερμανική κατοχή διαδέχεται τη δικτατορία του Μεταξά το 1941 και το δημοσιεύει στην εφημερίδα των Ελλήνων νομικών!
Αξίζει να διαβάσετε κάποια στιγμή ολόκληρο αυτό το κείμενο που υπάρχει και στο διαδίκτυο.

Περιγράφει μια κοινωνία και έναν τρόπο ανθρώπων που δεν μας είναι καθόλου άγνωστοι. Θα αντιπαρέλθω τα πολλά και σπουδαία για να παραθέσω μόνο δυο αποσπάσματα που σχετίζονται με το αντικείμενο ενδιαφέροντος των αναγνωστών του περιοδικού μας (συγχωρήστε με για τη στιγμιαία κρίση χρήσης ξεχασμένης «καθαρεύουσας» της εποχής του συγγραφέα):
«Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατόν περισσοτέρας πάσης φύσεως οργανώσεις, εξηγείται πρώτον μεν εκ της ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ην μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ου και το μίσος του κατά του ατόμου και του ατομικισμού)…
»Τοιουτοτρόπως δημιουργείται αυτόματος συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι “πνευματικαί” περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν»…
Πιστεύουν αλήθεια οι κάθε λογής «κολλημένοι» πνευματικοί άνθρωποι, καλλιτέχνες και μεταφυσικοί ότι η ενασχόλησή τους έχει να κάνει με τον κόσμο που ζούμε; Πιστεύουν ότι κάτι μπορούν να βελτιώσουν, κάτι να υποδείξουν, κάτι να προάγουν και κούνια που τους κούναγε;
Ο παππούς Λεμπέσης είναι σαφής και κάθετος ως πέλεκυς: «Ότι ο βλαξ, ακολουθών την ένστικτον αυτού καχυποψίαν, ευρίσκεται εντός της πραγματικότητος, τούτο είναι αναμφισβήτητον, θέτει δε αυτόν εν τω κοινωνικώ βίω εις “ανωτέραν” μοίραν λ.χ. του μεταφυσικού, του οποίου ο ενστικτώδης κόσμος έχει υποστεί νοσηράν ατροφίαν, έναντι του διανοητικού αυτού κόσμου, όστις έχασε πάσαν επαφήν μετά της πραγματικότητος.
»Εάν δεχθώμεν, ως υποχρεούμεθα, πρώτον ότι το ένστικτον είναι αλάθητον, καθ’ ό ανεξήγητον και άφθαρτον, δεύτερον ότι ο κόσμος των ενστίκτων είναι ο κατ’ εξοχήν φυσικώς υγιής κόσμος, τρίτον ότι η κοινωνία ως συνέχεια της φύσεως είναι υγιής οργανισμός, απαρτιζόμενος υπό υγιών ατόμων, τότε το συμπέρασμα περί της υπεροχής του βλακός επί του μεταφυσικού εν τη κοινωνία, είναι συμπέρασμα αναγκαστικόν και ανέκκλητον, επαληθευόμενον άλλως τε, κατά φυσικήν αναγκαιότητα, υπ’ αυτής ταύτης της κοινωνικής πραγματικότητος όλων των εποχών και των λαών. Το ότι οι μεταφυσικοί επεκράτησαν (όχι ήνθισαν) εις εποχάς παρακμής των κοινωνιών δεν είναι τυχαίον…»

Και έτσι φτάνουμε στο βασικό ερώτημά μας: Μήπως ζούμε και εμείς σε μια εποχή κρίσης και μέσα στη δίνη της δεν το έχουμε πολύ-συνειδητοποιήσει;
Δεν είναι ότι ξαναβγαίνουν βιβλία με το ίδιο θέμα (από εκεί ξεκινήσαμε), δεν είναι το σφιγμένο στομάχι και το παγωμένο βλέμμα των ψυχοφαρμάκων που μουγκρίζει μια καλημέρα τα πρωινά, δεν είναι ότι το «πνευματικόν» και η «μεταφυσική» γενικώς και αορίστως έχει μεγαλύτερη διάδοση από τα μπιλιαρδάδικα-φραπεδοπωλεία της δεκαετίας του ‘80.
Είναι ότι σαν τον ήρωα του Παζ στο Πώς έγινα βλάκας, όλο και περισσότερο αποδεχόμαστε κάποια στιγμή –όσο νωρίτερα τόσο καλύτερα– ότι οι κάθε λογής αναστολές πρέπει να πάνε στο ράφι και πως πρέπει να μιμηθούμε τους «άλλους», πρέπει να μάθουμε στις εκπτώσεις συναισθημάτων και έργου, να προσφέρουμε το ελάχιστο για να έχουμε τα πάντα.
Δεν παίζουμε ρόλους και δεν είναι παιχνίδι. Είμαστε βλάκες ο καθένας με τη σειρά του, γιατί σε αυτούς, σε εμάς –στο είδος μας– στηριζόταν πάντα η πορεία του κόσμου. Του κόσμου που σέρνεται σταθερά στην προαιώνια πορεία του και παρόλο που αποβάλει τους διαφορετικούς που επιμένουν να δείχνουν το φεγγάρι γνωρίζοντας ότι οι άλλοι θα προσπαθούν να καταλάβουν πού οδηγεί το δάχτυλο, υιοθετεί μαγικά και ενσωματώνει ό,τι χρειάζεται για να συνεχίσει την πορεία του.
«…Δεν υπάρχει καμία σημαντική σκέψη την οποία η βλακεία δεν θα ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει: είναι ευκίνητη προς όλες τις κατευθύνσεις και μπορεί να φορέσει όλα τα φορέματα της αλήθειας… Αν η βλακεία δεν έμοιαζε σχεδόν απαράλλαχτα με την πρόοδο, το ταλέντο, κανείς δεν θα ήθελε να είναι βλαξ», γράφει ο Μουζίλ στο Περί Βλακείας.
Όμως δεν είναι μόνο έτσι τα πράγματα και διαισθανόμενος ήδη τις ενστάσεις ξεκαθαρίζω ότι σε επόμενο τεύχος θα πρέπει να πλέξω το εγκώμιο και να στηρίξω τα δίκια της συμπαθέστερης προς εμένα μειοψηφίας που διαβιεί «εις τας παρυφάς των σουξέ», των «ανόητων» ή και τρελών.
Μέχρι τότε επιτρέψτε μου ως κατακλείδα να σημειώσω μια φράση που αποδίδεται στον συμπαθέστατο και καθομολογουμένως παντελώς ανόητου στην καθημερινή του ζωή, Άλμπερτ Αϊνστάιν: «Μόνο δύο πράγματα είναι άπειρα, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία – και ως προς το σύμπαν διατηρώ κάποιες αμφιβολίες».

[ΔΙΑΒΑΣΤΕ]
Διονύσης Χαριτόπουλος, Εγχειρίδιο Βλακείας, Τόπος
Θεόδωρος Καρζής, Η βλακεία ως παράγων του ανθρώπινου βίου, Καστανιώτης
Έρασμος, Μωρίας Εγκώμιον, Ηριδανός
Ρόμπερτ Μούζιλ, Περί Βλακείας, Ολκός
Ευάγγελος Λεμπέσης, Η τεραστία σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω, περιοδικό Νομικό Βήμα

Advertisements