Την 7η μέρα ο θεός αποφάσισε να ξεκουραστεί ή να ασχοληθεί με άλλα πράγματα.
Οι άνθρωποι περιφερόντουσαν στην άχρονη παραδείσια αιωνιότητα, γυρνούσαν από δω και από κει και κάποια στιγμή άρχισαν να βαριούνται τόση μακαριότητα.
Η μουρμούρα τους έφτασε μέχρι τα αφτιά των αγγέλων. Τι κατάσταση είναι αυτή, γιατί μας έχει εγκαταλείψει, που έχει πάει, τι πρέπει να κάνουμε…;

Ο άγγελος ενημέρωσε τον θεό. Εκείνος έξυσε το μούσι του, τι να τους πω μονολόγησε; «Γεννηθήτω Φως;», μα… το έχω ξαναπεί. Α! αυτό είναι.
«Γεννηθήτω Θέατρο».
Μια σκηνή τοποθετήθηκε και αμέσως οι άνθρωποι άρχισαν να μοιράζουν θέσεις.

Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς, σκηνογράφοι, μπράβοι, καθαριστές, τεχνικοί και τεχνίτες, αλλά και επιχειρηματίες, επενδυτές, μάνατζερ και παραγωγοί που προσπαθούσαν ο καθένας από την πλευρά του να εδραιώσει τη θέση του σε αυτό το θέατρο.
Σύντομα περίσσεψαν οι διχόνοιες. Ποιος είναι ο καλύτερος, ποιος ο πιο απαραίτητος, ποιος πρέπει να αποφασίζει… Αφού μάλωσαν για πολύ, κάλεσαν πάλι τον άγγελο. Πες στον Θεό να λύσει τις διαφορές μας, να δώσει Εκείνος τις απαντήσεις.

Ο άγγελος πέταξε πάλι κοντά στον θεό. Ο θεός σκέφτηκε καλά, πήρε ένα κομμάτι χαρτί και έγραψε κάτι. Το έβαλε σε ένα κουτί και το έδωσε στον άγγελο.
Οι άνθρωποι μαζεμένοι στη σκηνή περίμεναν με ανυπομονησία την επιστροφή του.
Πήραν το κουτί, το άνοιξαν και άρχισαν τις διαμαρτυρίες. «Με δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν, τι θέλει να μας πει, μας κοροϊδεύει;…».
Έτσι δημιουργήθηκαν οι μεγάλες απορίες.
Που πάμε, ποιος είναι ο σκοπός μας και όλα αυτά που τα ξέρετε σίγουρα καλύτερα από εμένα.
Χιλιάδες χρόνια μετά (ο άνθρωπος φρόντισε εν το μεταξύ να δημιουργήσει και τον χρόνο) ένας πλανόδιος ηθοποιός, όχι από τους γνωστούς και διάσημους της τηλεόρασης, αλλά από αυτούς που παίζουν στους δρόμους και τα πανηγύρια περιπλανώμενοι από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα, ένας νομάδας ηθοποιός που είχε μάθει την τέχνη από τον πατέρα του όπως και εκείνος από τον δικό του πατέρα, έφτασε στο παλιό σπίτι του προπάππου του που και εκείνος βέβαια ήταν πλανόδιος ηθοποιός.
Το βράδυ αφού ζεστάθηκε αρκετά δίπλα στη φωτιά, αποφάσισε να ανέβει να ψάξει στην σοφίτα. Στοιβαγμένα πράγματα πάνω σε άλλα με σκόνη και αράχνες φύλαγαν τις μνήμες των προγόνων του ποιος ξέρει πόσα χρόνια πίσω.
Μετακινώντας κάποια έπιπλα ανακάλυψε πίσω τους σε μια γωνιά ένα μεγάλο κουτί. Φαίνονταν παμπάλαιο. Το άνοιξε και μέσα είδε ένα άλλο ακόμα παλαιότερο κουτί, μέσα σε αυτό βρήκε ένα ακόμα και για να μην σας κουράζω στο τέλος είχε στα χέρια του το Κουτί. Είχε ακούσει πολλές φορές την ιστορία από τους προγόνους του, σε πόλεις και χωριά να την διηγείται ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αλλά τώρα ήταν εδώ και το κρατούσε στα χέρια του.
Με τρεμάμενα δάχτυλα το άνοιξε. Ένα μικρό χαρτάκι γλίστρησε έξω. Το ξεδίπλωσε και με μάτια τεράστια διάβασε την θεία απάντηση.
«Γιατί»

Η ιστορία αυτή προήλθε από το φινάλε του θεατρικού έργου WARUM – WARUM του Πίτερ Μπρούκ

Advertisements